Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) καταφεύγει ξανά στη στρατιωτική πίεση, επιδιώκοντας να αποδείξει ότι τα πλήγματα κατά του Ιράν μπορούν να αναγκάσουν την Τεχεράνη σε υποχώρηση και συμβιβασμό. Πρόκειται για μια τακτική, ωστόσο, που δεν απέδωσε στο πρόσφατο παρελθόν.
Με εντολή του Αμερικανού προέδρου, εξαπολύθηκε ένα νέο κύμα επιθέσεων εναντίον πολλαπλών ιρανικών στόχων. Λίγες ώρες νωρίτερα, ο ίδιος είχε κατηγορήσει την Ισλαμική Δημοκρατία για κωλυσιεργία στις διαπραγματεύσεις, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Συνεχίζουν να μας περνούν για κορόιδα».
Από την πλευρά του, ο υπουργός Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, ξεκαθάρισε ότι η Ουάσιγκτον στέλνει ένα σαφές μήνυμα στην ηγεσία του Ιράν με στόχο να ισχυροποιήσει τη διπλωματική της θέση. «Αν χρειαστεί να μιλήσουν τα όπλα για να διαπραγματευτούμε, τότε θα γίνει έτσι», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αν και η πλήρης έκταση των ζημιών δεν έχει γίνει ακόμα γνωστή, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) ανακοίνωσε ότι χρησιμοποιήθηκαν πυρομαχικά ακριβείας εναντίον ιρανικών συστημάτων στρατιωτικής επιτήρησης, επικοινωνιών και αεράμυνας.
Οι αναλυτές αναμένεται να εκτιμήσουν τις επόμενες ημέρες αν τα πλήγματα αυτά – ορισμένα από τα οποία σημειώθηκαν στο νότιο Ιράν με προφανή στόχο να καμφθεί ο έλεγχος της Τεχεράνης στο Στενό του Ορμού ζ– θα περιορίσουν τις επιλογές του Ιράν και θα μεταβάλουν τη διαπραγματευτική του στάση.
Σε εμπόλεμες συνθήκες, οι στρατηγικοί ελιγμοί και τα καίρια πλήγματα μπορούν πράγματι να ανατρέψουν τα δεδομένα. Ωστόσο, υπάρχει ορατός κίνδυνος η νέα αυτή επιχείρηση να οδηγήσει και πάλι σε αδιέξοδο. Παρά τις επανειλημμένες τακτικές νίκες των αμερικανικών δυνάμεων στο πεδίο, οι στρατηγικές επιλογές δεν έχουν εξασφαλίσει μέχρι στιγμής μια συνολική στρατηγική επικράτηση.
Η μέχρι τώρα πορεία των συγκρούσεων δείχνει ότι η στρατιωτική πίεση ναι μεν εντείνεται, ταυτόχρονα όμως ενισχύεται η πεποίθηση της Τεχεράνης ότι ο Τραμπ δεν αποτελεί αξιόπιστο συνομιλητή για την επίτευξη συμφωνίας.
«Καμία βιώσιμη συμφωνία δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω απειλών, εκβιασμών ή χρήσης βίας», δήλωσε ο πρέσβης του Ιράν στον ΟΗΕ, Αμίρ Σαΐντ Ιραβάνι, σύμφωνα με το πρακτορείο IRNA.
Με τον τρόπο αυτό, το Ιράν ξεκαθαρίζει στη διεθνή κοινότητα ότι δεν πρόκειται να συρθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων υπό το καθεστώς βομβαρδισμών.
Τι αποκαλύπτει για τον Τραμπ το νέο κύμα επιθέσεων
Οι νέες αμερικανικές επιδρομές φέρνουν στο φως τρεις βασικούς παράγοντες που συντηρούν τη σύγκρουση.
Πρώτον, ο Τραμπ εκφράζει πλέον ανοιχτά την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι η Τεχεράνη αρνείται να υποχωρήσει στους όρους του σχετικά με την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ και τον τερματισμό του πυρηνικού της προγράμματος.
Δεύτερον, η νέα στρατιωτική δράση επιβεβαιώνει την πάγια πεποίθηση του Τραμπ ότι μόνο η κατά μέτωπο αντιπαράθεση μπορεί να αναγκάσει έναν αντίπαλο σε συμβιβασμό. Παράλληλα, αναδεικνύει την τάση του να ρισκάρει το «πάγωμα» των συνομιλιών σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, επιλέγοντας τη χρήση βίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το νέο κύμα επιθέσεων εξαπολύθηκε αμέσως μετά την άφιξη αντιπροσωπείας διαμεσολαβητών από το Κατάρ στην Τεχεράνη, σε μια προσπάθεια να γεφυρωθούν οι τελευταίες διαφορές για το μνημόνιο κατανόησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ ροσπερνά τη διπλωματική οδό: το είχε πράξει τουλάχιστον δύο φορές στο παρελθόν, τόσο με τους βομβαρδισμούς στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, όσο και όταν ξεκίνησε ο κοινός πόλεμος με το Ισραήλ.
Η νέα σειρά επιθέσεων έγινε μετά την κατάρριψη ενός αμερικανικού ελικοπτέρου Apache από τις ιρανικές δυνάμεις. «Υποθέτω ότι είχαμε κάθε δικαίωμα να αντιδράσουμε», δήλωσε ο Τραμπ. Στην πραγματικότητα, όπως σχολιάζει το CNN, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν είχε πολλά περιθώρια επιλογής, καθώς η αδράνεια θα σήμαινε πλήρη αποδοχή της κυριαρχίας του Ιράν στο Στενό του Ορμούζ.
Ωστόσο, κάθε φορά που ο Τραμπ επιλέγει την οδό της ισχύος, αυξάνει τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης περιφερειακής ανάφλεξης.
Ο βουλευτής Τζιμ Χάιμς, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Πληροφοριών της Βουλής των Αντιπροσώπων, δήλωσε στο CNN ότι το Ιράν διατηρεί την ικανότητα να πλήξει ενεργειακές υποδομές στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή στο Κατάρ ως αντίποινα, ενώ θα μπορούσε να δώσει εντολή στους Χούθι της Υεμένης να μπλοκάρουν τις οδούς εξαγωγής πετρελαίου στην Ερυθρά Θάλασσα.
«Έχουν ακόμα πολλά χαρτιά στα χέρια τους, και όλα οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα: οι τιμές των καυσίμων θα εκτοξευθούν, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο τον αμερικανικό λαό», προειδοποίησε ο Χάιμς.
Πάντως, Αμερικανοί αξιωματούχοι άφησαν να εννοηθεί ότι στόχος τους δεν είναι η αναζωπύρωση ενός γενικευμένου πολέμου. Ο Χέγκσεθ δήλωσε ότι η επιχείρηση ήταν μια προσπάθεια «διαμόρφωσης των όρων της επόμενης μέρας» και «όχι μια προσπάθεια να ανοίξει ένα μέτωπο που δεν χρειάζεται».
Τα αντίποινα του Ιράν και το πολιτικό ρίσκο για τον Τραμπ
Εκ πρώτης όψεως, τα πλήγματα αυτά προκάλεσαν ένα ακόμη ρήγμα στην εύθραυστη εκεχειρία που είχε βάλει τέλος στον προηγούμενο κύκλο επιχειρήσεων. Αυτή η υποτιθέμενη εκεχειρία, βέβαια, είχε ουσιαστικά μετατραπεί σε μια άτυπη συμφωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές για την αποφυγή ενός ολοκληρωτικού πολέμου.
Μένει να φανεί αν η αμερικανική πίεση θα αναγκάσει τελικά το Ιράν σε αναδίπλωση, με τους ειδικούς πάντως να επισημαίνουν ότι τέτοιες κινήσεις δύσκολα γίνονται αποδεκτές από τους αντιπάλους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Η Τεχεράνη δεν δείχνει διατεθειμένη να υποχωρήσει, θεωρώντας ότι διατηρεί ισχυρά πλεονεκτήματα. Επιπλέον, μέσω του ασφυκτικού ελέγχου που ασκεί στο Στενό του Ορμούζ – προκαλώντας τεράστιο πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία και αυξάνοντας την πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ – το ιρανικό καθεστώς εκτιμά ότι βρίσκεται σε θέση ισχύος στο διπλωματικό πεδίο.
Η ίδια η επιβίωση του καθεστώτος μετά τις συνδυασμένες επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ μεταφράζεται από την Τεχεράνη ως νίκη. Αν και οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι το Ιράν δεν μπορεί να αντέξει επ' αόριστον το τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος του αμερικανικού αποκλεισμού, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η ηγεσία του, που ελάχιστα ενδιαφέρεται για την ευημερία των πολιτών της, βρίσκεται σε αδιέξοδο.
Αυτό εξηγεί γιατί η Τεχεράνη κρατά σκληρή στάση απέναντι στον Τραμπ, και δεν του δίνει την ευκαιρία που χρειάζεται για να δικαιολογήσει τις στρατιωτικές του επιλογές και να αλλάξει το κλίμα στις αμερικανικές δημοσκοπήσεις, οι οποίες καταγράφουν έντονη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων προς το πρόσωπό του.
Ωστόσο, η ξαφνική αυτή επιστροφή στις επιθετικές επιχειρήσεις κινδυνεύει να προκαλέσει μεγαλύτερη σύγχυση στους Αμερικανούς ψηφοφόρους, οι οποίοι έχουν ταχθεί εδώ και καιρό κατά του πολέμου. Ο Τραμπ φαίνεται να επανέρχεται στα αντιφατικά μηνύματα των πρώτων εβδομάδων της κρίσης, αν σκεφτεί κανείς ότι μόλις λίγες ημέρες πριν δήλωνε πως οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται «στο τελικό στάδιο» και ότι το Στενό του Ορμούζ θα μπορούσε να ανοίξει μέσα σε 2-3 ημέρες.
Αντίστοιχη αστάθεια φάνηκε και όταν ο Τραμπ επιβεβαίωσε πως αποκάλεσε «τρελό» τον Μπενιαμίν Νετανιάχου σε τηλεφωνική τους επικοινωνία μετά τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς στον Λίβανο, θεωρώντας ότι η κίνηση αυτή τορπίλιζε την ειρηνευτική διαδικασία. Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο ίδιος στο Axios, είχε προειδοποιήσει τον Ισραηλινό ηγέτη ότι κινδυνεύει με διεθνή απομόνωση αν συνεχίσει τις επιθέσεις κατά του Ιράν. Λίγες ημέρες μετά εξαπέλυσε ο ίδιος επιθέσεις.
Η νοοτροπία του Τραμπ πυξίδα της αμερικανικής στρατηγικής
Αυτά τα αντιφατικά μηνύματα δείχνουν ότι ο Τραμπ παραμένει εγκλωβισμένος σε μια παγίδα που δημιούργησε ο ίδιος.
Για να ανατρέψει τις ισορροπίες, ο Αμερικανός πρόεδρος ίσως αναγκαστεί να διατάξει ακόμη πιο σκληρά στρατιωτικά πλήγματα. Κάτι τέτοιο, όμως, θα πυροδοτούσε μια ιρανική απάντηση που θα βύθιζε ξανά στην αβεβαιότητα τους συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο, επιτείνοντας παράλληλα την παγκόσμια ενεργειακή κρίση που πλήττει τη δημοτικότητά του.
Από την άλλη, αν δεν καταφέρει να κάμψει την πεποίθηση του Ιράν ότι έχει το πάνω χέρι, ο Τραμπ δύσκολα θα πείσει το καθεστώς να κάνει το βήμα προς έναν συμβιβασμό.
Μια ακόμη περιπλοκή είναι ότι οποιαδήποτε συμφωνία για το άνοιγμα του Στενού και την άρση του αποκλεισμού θα είναι απλώς η αφετηρία για μακρές, επίπονες διαπραγματεύσεις μηνών γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τη διαχείριση του εμπλουτισμένου ουρανίου και τα αιτήματα της Τεχεράνης για άρση των κυρώσεων.
Αν ο νέος αυτός κύκλος επιθέσεων αποτύχει, ο Τραμπ είναι βέβαιο ότι θα επιστρέψει στην πολιτική των εκβιασμών, καθώς η πάγια φιλοσοφία του σε κάθε αναμέτρηση είναι πως υπάρχει μόνο ένας νικητής και ένας ηττημένος. Η ακλόνητη πίστη του ότι η μέγιστη πίεση μπορεί να λυγίσει το Ιράν πηγάζει απευθείας από τη εμπειρία του στην αγορά των ακινήτων – όπου είναι πολύ επιτυχημένος – και όχι από τους κανόνες της διπλωματίας.
Αυτή η επιθετική νοοτροπία αντανακλάται πλήρως και στην ομάδα του. «Καταλαβαίνεις αμέσως πότε κάποιος θέλει πραγματικά να κλείσει μια συμφωνία», δήλωσε ο Χέγκσεθ. «Αντ' αυτού, το μόνο που θα εισπράξουν θα είναι αμερικανικές βόμβες σε στρατηγικές εγκαταστάσεις στο Ιράν», σημείωσε.
Αν όμως οι νέες αεροπορικές επιδρομές δεν αναγκάσουν τελικά την Τεχεράνη σε υποχώρηση, ο Τραμπ θα βρεθεί και πάλι αντιμέτωπος με το ερώτημα γιατί επιμένει σε μια στρατηγική που αποδεδειγμένα οδηγεί σε αδιέξοδο.
Διαβάστε εδώ όλες τις εξελίξεις για τη Μέση Ανατολή.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.