Η Tουρκία αντιμετώπισε την πανδημία αποδυναμωμένη απο την βαθιά κρίση που ξέσπασε το καλοκαίρι του 2018. Το χρόνιο εξωτερικό έλλειμα, ο πληθωρισμός και οι συνταγματικές αλλαγές του 2018, που εδραίωσαν τις υπερεξουσίες του Ερντογάν και τον παρεμβατισμό του στην οικονομία, κλόνισαν την εμπιστοσύνη των αγορών και οδήγησαν σε συναλλαγματική κρίση. Η ανάπτυξη φρέναρε στο 0,2% το 2019, ενώ η λίρα έχασε το 50% της αξίας της σε σχεση με το δολάριο το 2018-19.

Η πανδημία ενέσκυψε στην ανάρρωση από την κρίση. Το ισχυρό χαρτί της Τουρκίας ήταν τα υγιή δημόσια οικονομικά, με το δημοσιονομικό έλλειμα στο 3% του ΑΕΠ το 2019, και το δημόσιο χρέος μόλις στο 32% του ΑΕΠ, σημαντικά χαμηλότερο από τον μεσο όρο των αναδυόμενων οικονομιών. Στον απόηχο ομως της κρίσης του 2018 το κόστος δανεισμού του δημοσίου παρέμενε υψηλό, περιορίζοντας τις δυνατότητες εκτεταμένης στήριξης της οικονομίας.

Η συνολική δημοσιονομική στήριξη το 2020 ηταν πάντως σημαντική, υπολογιζόμενη από το Δ.Ν.Τ σε 12,8% του ΑΕΠ, αν και τα απευθείας μέτρα μέσω του προϋπολογισμού αντιστοιχούν μονο σε 2,7% του ΑΕΠ. Το δημοσιονομικό έλλειμμα παρέμεινε έτσι υπό σχετικό έλεγχο, στο 5,6% του ΑΕΠ το 2020, ενώ το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί στο 39% του ΑΕΠ. Τα μέτρα αφορούσαν κυρίως εγγυήσεις δανείων (6,8% του ΑΕΠ), αναστολή εξυπηρέτησης δανείων απο κρατικές τράπεζες (1,5% του ΑΕΠ) και αναβολή φόρων επιχειρήσεων (1,5% του ΑΕΠ).

Η εμβέλεια της νομισματικής πολιτικής ήταν ακόμη πιο περιορισμένη καθώς ο πληθωρισμός στις αρχές του 2020 ηταν 6 μονάδες πάνω απο τον στόχο της κεντρικής τράπεζας. Η νομισματική χαλάρωση είχε αρχίσει πολύ πριν την πανδημία, από τα μέσα του 2019, με σημαντική μειωση των επιτοκίων.

Η κεντρική τράπεζα μείωσε παρόλα αυτά τα επιτόκια επιθετικά στην αρχή της πανδημίας, κατά 300 μονάδες βάσης, στο 8,25%. Εφάρμοσε ταυτόχρονα ποσοτική χαλάρωση με αγορές κρατικών ομολόγων και προσφορά ρευστότητας στις τράπεζες. Οι ρυθμίσεις για τη χορήγηση πιστώσεων ελαστικοποιήθηκαν, ιδίως για την στεγαστική πίστη και τα καταναλωτικά δάνεια. Η πιστωτική επέκταση έγινε έτσι ο βασικός μοχλός για την στήριξη της οικονομίας, με αύξηση των συνολικών πιστώσεων κατά 35% το 2020, και ακομα ταχύτερη αυξηση των καταναλωτικών δανείων. Οι δανειοδοτήσεις των κρατικών τραπεζών αυξήθηκαν τρεις φορές περισσότερο σε σύγκριση με τις ιδιωτικές τράπεζες.

Η πολιτική αυτή έφτασε όμως γρήγορα σε αδιέξοδο καθως αναζωπύρωσε τον πληθωρισμό, που ξεπέρασε το 14% προς το τέλος του χρονου. Η απώλεια εμπιστοσύνης μεταφράστηκε σε εκροές κεφαλαίων, που τριπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2019. Η φυγή απο την λίρα μεταφράστηκε και σε αύξηση των καταθέσεων σε ξένο νόμισμα, που έφθασαν το 56% του συνόλου στο τέλος του 2020, αυξανόμενες κατα 6 ποσοστιαίες μονάδες.

Η λίρα υπέστη ετσι νέα υποτίμηση, που έφθασε το 45% στις αρχές Νοεμβρίου. Η στήριξη της ισοτιμίας από την κεντρική τράπεζα υπήρξε άκαρπη και οδήγησε στην απώλεια του μισού των συναλλαγματικών της διαθεσίμων (περιπου 40 δισ. δολ.). Παρά το χαμηλό δημοσιο χρέος, το κόστος των ασφαλίστρων κινδύνου (Credit Default Swaps) των κρατικών ομολόγων διπλασιάστηκε σε σχέση με την αρχή του έτους, προοιωνίζοντας μεγαλύτερη τρικυμία.

Η νέα συναλλαγματική κριση οδήγησε σε ανατροπή του «μείγματος πολιτικής» με αύξηση του επιτοκίου της κεντρικής τράπεζας στο 10,25% στο τέλος Σεπτεμβρίου. Χρειάστηκε όμως πιο δραστική παρέμβαση για να ανακοπεί η κατολίσθηση, με την απόφαση του Ερντογάν, στις 7 Νοεμβρίου, να αντικαταστήσει τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας με τον Naci Agbal, που είχε χρηματίσει υπουργός Οικονομικών μέχρι την κρίση του 2018. Αυτό οδήγησε ταυτόχρονα στην παραίτηση του αμφιλεγόμενου υπουργού Οικονομικών, και γαμπρού του Ερντογαν, Berat Albayrak, που είχε αντικαταστήσει τον Agbal στον υπουργικό θώκο…

Με την αλλαγή πολιτικής – και πολιτικού προσωπικού – η τουρκική οικονομια εισήχθη ουσιαστικά σε «εντατική θεραπεία», με επιπλέον αύξηση του επιτοκίου της κεντρικής τράπεζας στο 17% στο τέλος του έτους. Η εμπιστοσύνη των αγορών ενισχύθηκε και η λίρα κέρδισε έδαφος κατα 15% έναντι του δολαρίου, μειώνοντας κάπως τις απώλειες της περασμένης χρονιάς. Ταυτόχρονα τα συναλλαγματικά διαθέσιμα αυξήθηκαν κατα 10 δισ. δολ., ενώ το κοστος των ασφαλίστρων κινδύνου των κρατικών ομολόγων υποχώρησε στα προ πανδημίας επίπεδα. 

Η οικονομία δείχνει σημεία βελτίωσης αλλά παραμένει εξουθενωμένη, με συρρίκνωση του ΑΕΠ κατα 1,3% το 2020, όπως εκτιμά ο Ο.Ο.Σ.Α, και αργή προσδωκόμενη ανάκαμψη το 2021 λόγω της νομισματικής περιστολής. Ο πληθωρισμός προβλέπεται οτι θα παραμείνει στο 15% το πρώτο τρίμηνο του έτους. Αν μειωθεί, με την συμβολή και της ανατίμησης της λίρας, θα επέλθει νομισματική χαλάρωση στη συνέχεια.

Ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι οτι τα υψηλά επιτόκια θα επιβαρύνουν τις υπερχρεωμένες επιχειρησεις και τα νοικοκυριά, και άρα τις τράπεζες, οδηγώντας σε στασιμότητα και υποσκάπτοντας την εμπιστοσύνη των αγορών. Ενα αξιόπιστο πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και πολιτικής διαφάνειας θεωρείται αναγκαίο για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη και να τεθεί ξανά η οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης με οριστική έξοδο απο την εντατική θεραπεία.  

Πηγή: Money Review