- Περισσότερες από 120 ημέρες μετά τον βομβαρδισμό, πολλά κρίσιμα ερωτήματα για το τι συνέβη στη Μιναμπ παραμένουν αναπάντητα.
- Η έλλειψη επίσημων στοιχείων από το Πεντάγωνο δυσχεραίνει την ανεξάρτητη διερεύνηση της επίθεσης και την απόδοση ευθυνών.
- Η πολιτική διαχείριση της τραγωδίας από τις ιρανικές αρχές άφησε τις οικογένειες των θυμάτων χωρίς πλήρη εικόνα και χωρίς οριστικές απαντήσεις.
Περισσότερες από 120 ημέρες μετά το φονικό πλήγμα σε δημοτικό σχολείο της Μινάμπ, το οποίο στοίχισε τη ζωή κυρίως σε παιδιά και αποτελεί την πιο πολύνεκρη επίθεση που έχει καταγραφεί στον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο κατά του Ιράν, δεν υπάρχει ακόμη σαφής εικόνα για το τι ακριβώς συνέβη.
Την ώρα που το Πεντάγωνο εξακολουθεί να μην δημοσιεύει τα πορίσματα της εσωτερικής του έρευνας, το Associated Press αποκαλύπτει νέα στοιχεία για τον βομβαρδισμό.
Όπως σημειώνει το ειδησεογραφικό πρακτορείο, η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει αναλάβει μέχρι σήμερα ευθέως την ευθύνη ούτε έχει δώσει στη δημοσιότητα τα πορίσματα της έρευνας του Πενταγώνου για τον βομβαρδισμό, παρότι ο αμερικανικός στρατός διέθετε σχεδόν αμέσως στοιχεία ότι είχε πληγεί σχολικό συγκρότημα, σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο που γνωρίζει την υπόθεση και μίλησε στο Associated Press υπό τον όρο της ανωνυμίας, επειδή η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.
Το Associated Press ανασύνθεσε τα γεγονότα της επίθεσης, ξεκινώντας από την αυλή του σχολείου το πρωί της 28ης Φεβρουαρίου. Βασιζόμενο σε στοιχεία ανοικτών πηγών, βιντεοληπτικό υλικό, εκθέσεις οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και συνεντεύξεις με ερευνητές και πολίτες εντός και εκτός Ιράν, αποκαλύπτει νέα, μέχρι σήμερα άγνωστα στοιχεία για τον βομβαρδισμό στη Μινάμπ, μεταξύ των οποίων και το διαφορετικό υπόβαθρο των παιδιών που σκοτώθηκαν.
Ωστόσο, πολλές πτυχές της έκρηξης παραμένουν αδιευκρίνιστες, καθώς η έλλειψη πληροφοριών από το Πεντάγωνο και η πολιτική εκμετάλλευση της επίθεσης από τη θεοκρατική ηγεσία του Ιράν έχουν δυσχεράνει τις ανεξάρτητες δημοσιογραφικές έρευνες. Το αποτέλεσμα είναι ένα κενό λογοδοσίας, αφήνοντας τις οικογένειες των θυμάτων χωρίς απαντήσεις ή δικαίωση.
Μεταξύ των βασικών ερωτημάτων που παραμένουν αναπάντητα είναι πόσα πυρομαχικά έπληξαν το σχολείο, καθώς και η πλήρης καταγραφή των νεκρών.
Όταν ρωτήθηκε την περασμένη εβδομάδα για το περιστατικό, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είπε ότι δεν είχε διαβάσει την έκθεση του Πενταγώνου και ότι δεν είχε δει τίποτα που να τον κάνει να πιστεύει πως οι ΗΠΑ είχαν πραγματοποιήσει την επίθεση.
«Δεν ξέρω αν θα καταφέρουν ποτέ να λύσουν αυτό το ζήτημα, ως προς το ποιος έφταιγε, γιατί πετούσαν πύραυλοι παντού», είπε. «Δεν νομίζω ότι ήμασταν εμείς».
Η εικόνα που συνθέτουν τα βίντεο, οι μαρτυρίες και άλλες πηγές
Η ανασύνθεση βασίζεται σε συνεντεύξεις με Αμερικανούς αξιωματούχους, Ιρανούς ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έναν κάτοικο της Μινάμπ, έναν διεθνή εκπρόσωπο του Συντονιστικού Συμβουλίου του Συνδικάτου Ιρανών Εκπαιδευτικών και ερευνητές μεγάλων διεθνών οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Αρκετοί από όσους μίλησαν βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τις οικογένειες των θυμάτων και με διασώστες που έσπευσαν στο σημείο. Οι περισσότεροι ζήτησαν να διατηρηθεί η ανωνυμία τους, φοβούμενοι αντίποινα σε βάρος των ίδιων αλλά και των ανθρώπων με τους οποίους είχαν μιλήσει.
Πρόλαβαν να καλέσουν τους γονείς
Το σχολείο Shajareh Tayyebeh, που στα περσικά σημαίνει «Καλό Δέντρο», ήταν ένα από περισσότερα από 30 εκπαιδευτικά ιδρύματα με την ίδια ονομασία, τα οποία είχαν ιδρυθεί για να εξυπηρετούν παιδιά οικογενειών που συνδέονται στενά με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) ή άλλους κρατικούς θεσμούς, σύμφωνα με τη Σίβα Αμελιράντ, διεθνή εκπρόσωπο του συνδικάτου εκπαιδευτικών, η οποία εργάστηκε ως δασκάλα στο Ιράν επί 18 χρόνια και βρίσκεται σε επαφή με κατοίκους της Μινάμπ.
Αν και τα περισσότερα σχολεία στο Ιράν λειτουργούν σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ισλαμικής Δημοκρατίας, τα σχολεία Shajareh Tayyebeh είχαν σαφέστερο προσανατολισμό στην καλλιέργεια και ενίσχυση της ιδεολογίας των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, ανέφερε η ίδια.
Τόνισε, ωστόσο, ότι τα παιδιά είναι άμαχοι ανεξάρτητα από το οικογενειακό τους υπόβαθρο και πως «κάθε επίθεση που στοχοποιεί σχολείο είναι κατηγορηματικά καταδικαστέα».
Σύμφωνα με αξιολόγηση δορυφορικών εικόνων και χαρτών ανοικτών πηγών από το Associated Press, το σχολείο βρισκόταν μέσα στον ίδιο περιφραγμένο χώρο με βάση των Φρουρών της Επανάστασης. Στο παρελθόν αποτελούσε τμήμα της γειτονικής στρατιωτικής εγκατάστασης, προτού απομονωθεί με περίφραξη και μετατραπεί σε σχολείο πριν από περισσότερο από μία δεκαετία.
Παρότι ορισμένοι μαθητές ήταν παιδιά αξιωματικών των Φρουρών της Επανάστασης που υπηρετούσαν στη γειτονική βάση, άλλοι ήταν παιδιά από τη Μινάμπ, μια πόλη που κατοικείται κυρίως από τη σουνιτική εθνοτική μειονότητα των Βαλούχων, η οποία, σύμφωνα με την Οργάνωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Μπαλουχιστάν, βρίσκεται συχνά αντιμέτωπη με την ιρανική κυβερνητική καταστολή.
Πιστεύεται ότι εκατοντάδες μαθητές βρίσκονταν ήδη μέσα στο σχολικό κτίριο όταν δάσκαλοι και διεύθυνση ενημερώθηκαν πως γύρω στις 9:40 το πρωί είχαν αρχίσει να πέφτουν βόμβες στην Τεχεράνη.
Εκτιμώντας ότι η κατάσταση ήταν επικίνδυνη, οι εκπαιδευτικοί αποφάσισαν να στείλουν τα παιδιά στα σπίτια τους. Κάλεσαν τους γονείς στα σταθερά τηλέφωνα, ζητώντας τους να έρθουν νωρίτερα για να τα παραλάβουν, σύμφωνα με δύο πηγές που μίλησαν στο Associated Press. Το ίδιο συμπέρασμα καταγράφεται και σε πρόσφατη έκθεση της Airwars, ανεξάρτητης οργάνωσης με έδρα το Λονδίνο που παρακολουθεί τις απώλειες αμάχων σε σύγχρονες συγκρούσεις.
Στις 10:15 π.μ., τα κρατικά μέσα ενημέρωσης του Ιράν εξέδωσαν ανακοίνωση με την οποία έκλειναν όλα τα σχολεία της χώρας.
Ένας πατέρας, που κατοικούσε σε μικρή απόσταση από το σχολείο, έσπευσε αμέσως να παραλάβει τον 10χρονο γιο του, σύμφωνα με κάτοικο της Μινάμπ, ο οποίος μετέφερε στο AP τις μαρτυρίες αρκετών οικογενειών.
Ο πατέρας πρόσεξε ανάμεσα στους μαθητές που περίμεναν τους γονείς τους και δύο συγγενικά του παιδιά, ηλικίας 6 και 7 ετών, σύμφωνα με τον κάτοικο της Μινάμπ. Τα ρώτησε αν ήθελαν να τα μεταφέρει στο σπίτι, όμως εκείνα αρνήθηκαν, λέγοντας ότι ο δικός τους πατέρας βρισκόταν ήδη καθ' οδόν.
Έφυγε μαζί με τον 10χρονο γιο του και κατευθύνθηκε σε ένα σούπερ μάρκετ. Δέκα λεπτά αργότερα άκουσε τις εκρήξεις.
Πολλαπλά πυρομαχικά έπληξαν το συγκρότημα, χτυπώντας τουλάχιστον πέντε κτίρια, σύμφωνα με ανάλυση δορυφορικών εικόνων από το Associated Press. Η ισχύς των εκρηκτικών, βάρους εκατοντάδων κιλών, προκάλεσε την κατάρρευση του σχολείου.
Ένα μικρό χέρι ανάμεσα στα συντρίμμια
Ο πατέρας έτρεξε πίσω στο σχολείο και αντίκρισε μια σκηνή απόλυτου χάους. Άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί έξω από το συγκρότημα, φωνάζοντας, ενώ άνδρες έσκαβαν με γυμνά χέρια στα ερείπια, αναζητώντας σορούς, σύμφωνα με βίντεο από τις στιγμές μετά την επίθεση που μετέδωσαν τα ιρανικά κρατικά μέσα.
Κάποια στιγμή διέκρινε δύο απανθρακωμένες σορούς, τις οποίες πίστευε ότι ανήκαν στους δύο συγγενείς του, χωρίς όμως να μπορεί να είναι βέβαιος.
Στο σημείο συνέχιζαν να καταφθάνουν άνθρωποι. Ένας άνδρας από γειτονικό σουνιτικό χωριό έσπευσε να αναζητήσει τον ανιψιό του, αφού δέχθηκε τηλεφώνημα από τη μητέρα του παιδιού. Μέσα στα ερείπια βρήκε τον νεκρό ανιψιό του.
Οι διασώστες ανέσυραν μικρά σχολικά σακίδια, παιδικές ζωγραφιές, ξυλομπογιές και φύλλα εργασίας. Ανάμεσα στα συντρίμμια πρόβαλε το μικρό χέρι ενός παιδιού.
Σύμφωνα με την Οργάνωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Μπαλουχιστάν, της οποίας τα στελέχη μίλησαν με δύο οικογένειες θυμάτων, άνδρες μετέφεραν στο τοπικό νοσοκομείο διαμελισμένα σώματα. Το Associated Press δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιώσει πόσα ακριβώς πυρομαχικά έπληξαν το σχολείο, όμως η σφοδρότητα της επίθεσης ήταν τέτοια ώστε πολλές από τις σορούς ήταν αδύνατο να αναγνωριστούν.
Μέχρι το τέλος της ημέρας, οι γιατροί του νοσοκομείου εκτιμούσαν ότι είχαν παραλάβει τουλάχιστον 108 σορούς, προειδοποιώντας ωστόσο ότι ο αριθμός αυτός πιθανότατα ήταν μικρότερος από τον πραγματικό, σύμφωνα με τον κάτοικο της Μινάμπ.
Την επόμενη ημέρα, τα ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης έκαναν λόγο για περίπου 150 νεκρούς. Λίγο αργότερα, ο επίσημος απολογισμός αυξήθηκε στους 168.
«Μάρτυρες»
Τρεις ημέρες μετά τον βομβαρδισμό, η κρατική τηλεόραση του Ιράν μετέδωσε εικόνες από τη Μινάμπ, όπου χιλιάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί σε κυκλικό κόμβο της πόλης, απέναντι από εξέδρα και ένα μεγάλο πορτρέτο του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, ιδρυτή της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Η συγκέντρωση θα μπορούσε να εκληφθεί ως πολιτική διαδήλωση, αν δεν επρόκειτο για κηδεία. Σύμφωνα με κάτοικο της Μινάμπ, όλοι οι γονείς των θυμάτων, ανεξαρτήτως εθνοτικής ή θρησκευτικής καταγωγής, υποχρεώθηκαν να συμμετάσχουν.
Οι περισσότερες γυναίκες φορούσαν το μαύρο τσαντόρ, το ένδυμα που έχει καθιερωθεί στην Ισλαμική Δημοκρατία, παρότι δεν αποτελεί παραδοσιακό ένδυμα πένθους για τους Βαλούχους.
Σύμφωνα με τον ίδιο κάτοικο, οι αρχές είχαν διαβεβαιώσει τους γονείς ότι θα μπορούσαν να μεταφέρουν τις σορούς των παιδιών τους στα χωριά τους και να τελέσουν τις δικές τους νεκρώσιμες τελετές. Τελικά, όμως, πολλές οικογένειες αποφάσισαν να θάψουν τα παιδιά τους μαζί.
Σε πλάνα από drones που μετέδωσαν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, εργάτες διαμόρφωναν έναν χωμάτινο χώρο, ανοίγοντας σειρές από μικρούς, πανομοιότυπους τάφους χωρίς επιτύμβιες επιγραφές.
«Τα κρατικά μέσα προώθησαν μια αφήγηση που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Φρουρών της Επανάστασης», δήλωσε η Σίβα Αμελιράντ. «Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι χαρακτήρισαν τα παιδιά "μάρτυρες".»
Η έρευνα σκοντάφτει στην έλλειψη στοιχείων
Οι αεροπορικές επιδρομές συνέχισαν να πλήττουν το Ιράν, με στόχο ολοένα και περισσότερες εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με ανάλυση της Airwars, τις πρώτες ημέρες του πολέμου καταγράφηκαν περισσότερα πλήγματα από ό,τι στην έναρξη πρόσφατων αμερικανικών ή ισραηλινών στρατιωτικών εκστρατειών, συμπεριλαμβανομένης εκείνης στη Γάζα.
Δημοσιογράφοι και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που προσπαθούσαν να τεκμηριώσουν τους συνεχιζόμενους βομβαρδισμούς, δυσκολεύονταν να επαληθεύσουν τις πληροφορίες από τη Μινάμπ. Δεν είχαν πρόσβαση στο σημείο της επίθεσης, ενώ οι περιορισμοί που επέβαλε η ιρανική κυβέρνηση εμπόδιζαν τους περισσότερους ξένους δημοσιογράφους να εισέλθουν στη χώρα. Από την πρώτη ημέρα του πολέμου, η Τεχεράνη διέκοψε την πρόσβαση στο διαδίκτυο, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη την επικοινωνία με απλούς πολίτες.
Καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν και το Στενό του Ορμούζ εξελισσόταν σε βασικό πεδίο συγκρούσεων, η κατάσταση στην επαρχία έγινε ακόμη πιο τεταμένη, σύμφωνα με κάτοικο της Μινάμπ. Στην περιοχή αναπτύχθηκαν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις όλων των κλάδων των ενόπλων δυνάμεων, ενώ οι οικογένειες των θυμάτων φοβούνταν αντίποινα σε περίπτωση που μιλούσαν δημόσια. Υπήρξαν επίσης αναφορές για συλλήψεις ανθρώπων που επιχείρησαν να επικοινωνήσουν με ξένα μέσα ενημέρωσης.
Έτσι, η ιρανική κυβέρνηση διατήρησε ουσιαστικά τον πλήρη έλεγχο της δημόσιας αφήγησης γύρω από την επίθεση.
Η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου του Ιράν εμφανίστηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA φορώντας χρυσές κονκάρδες με το σύνθημα #168 στα σακάκια των παικτών.
Η ιρανική διαπραγματευτική ομάδα που συμμετείχε στις συνομιλίες με τις ΗΠΑ για την επίτευξη εκεχειρίας επέλεξε την ονομασία «Minab 168».
Παράλληλα, φιλοϊρανικές ομάδες δημιούργησαν βίντεο που έγιναν viral, στα οποία τα παιδιά απεικονίζονταν ως φιγούρες Lego, στο πλαίσιο διαδικτυακής προπαγάνδας κατά των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Μετά την επίθεση, οι ιρανικές αρχές εκμεταλλεύτηκαν τον πόνο των οικογενειών των θυμάτων και των παιδιών που επέζησαν για σκοπούς προπαγάνδας», ανέφερε η Διεθνής Αμνηστία σε έκθεσή της τον Μάρτιο για τη διερεύνηση των θανάτων.
Παρ' όλα αυτά, μέχρι σήμερα δεν έχει δημοσιοποιηθεί πλήρης κατάλογος με τα ονόματα των θυμάτων.
Το Πεντάγωνο αναζητά απαντήσεις στα αρχεία του
Αποκλεισμένοι από την πρόσβαση στο Ιράν, οι ερευνητές επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στο ερώτημα της ευθύνης για την επίθεση.
Η Τεχεράνη επέρριψε την ευθύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Ντόναλντ Τραμπ αμφισβήτησε ότι οι ΗΠΑ ευθύνονταν και απέδωσε την επίθεση στο Ιράν, ενώ ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ περιορίστηκε να δηλώσει ότι το Πεντάγωνο διεξάγει έρευνα.
Ωστόσο, στο εσωτερικό του αμερικανικού στρατού υπήρχαν περισσότερα στοιχεία απ' όσα είχαν αρχικά δημοσιοποιηθεί. Οι απαντήσεις, σύμφωνα με το Associated Press, βρίσκονταν στα αρχεία του Πενταγώνου.
Όταν έγινε γνωστή η επίθεση, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις γνώριζαν ότι είχαν πραγματοποιήσει πλήγματα στην ευρύτερη περιοχή. Χρειάστηκε όμως χρόνος για να επαληθεύσουν τους ιρανικούς ισχυρισμούς ότι είχε πληγεί σχολείο και να ξεκινήσει επίσημη έρευνα, δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος που γνωρίζει την υπόθεση, μιλώντας υπό τον όρο της ανωνυμίας λόγω της συνεχιζόμενης έρευνας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το κτίριο όπου στεγαζόταν το σχολείο είχε χαρακτηριστεί ως εκπαιδευτική εγκατάσταση από έναν αναλυτή ήδη πριν από επτά χρόνια. Η πληροφορία αυτή, όμως, δεν διαβιβάστηκε επαρκώς μεταξύ των διαφορετικών υπηρεσιών πληροφοριών και των στρατιωτικών επιτελείων.
Ως αποτέλεσμα, όσοι ήταν υπεύθυνοι για την επιλογή στόχων δεν γνώριζαν ότι επρόκειτο για σχολείο, γεγονός που, σύμφωνα με τον αξιωματούχο, αποκαλύπτει πιθανές συστημικές αδυναμίες στη διαδικασία ανάλυσης και επαλήθευσης των στόχων.
Πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου, επίσης υπό καθεστώς ανωνυμίας, υποστήριξε ότι ο βομβαρδισμός ήταν φυσική συνέπεια των αλλαγών που εισήγαγε η κυβέρνηση Τραμπ, με τη μείωση του προσωπικού που ήταν αρμόδιο για τον περιορισμό των απωλειών αμάχων και με την έμφαση που έδωσε ο Πιτ Χέγκσεθ στην αύξηση της φονικότητας των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Όταν ο Χέγκσεθ ανέλαβε το υπουργείο Άμυνας, προχώρησε σε σημαντικές περικοπές του προσωπικού του Civilian Protection Center of Excellence, υπηρεσίας που είχε δημιουργηθεί στα τέλη του 2022 κατόπιν εντολής του Κογκρέσου. Σύμφωνα με τον Γουές Μπράιαντ, ο οποίος εργάστηκε εκεί από το 2024 ως επικεφαλής του τμήματος αξιολόγησης βλαβών σε αμάχους, η απόφαση αυτή διέκοψε την επικαιροποίηση των λεγόμενων «καταλόγων μη προσβολής» (no-strike lists), δηλαδή των καταλόγων με προστατευόμενες εγκαταστάσεις όπως νοσοκομεία, σχολεία, εκκλησίες και τεμένη που διατηρεί το Πεντάγωνο.
Όπως ανέφερε ο ίδιος, όσο εργαζόταν στο Πεντάγωνο ήταν κοινό μυστικό ότι οι συγκεκριμένοι κατάλογοι ήταν ήδη ξεπερασμένοι και δεν είχαν ενημερωθεί επαρκώς.
Η αναζήτηση περισσότερων απαντήσεων για τη Μινάμπ
Τις τελευταίες εβδομάδες, οι ερευνητές έχουν σημειώσει πρόοδο. Η Airwars, η οργάνωση που καταγράφει και ερευνά τις ένοπλες συγκρούσεις, αφιέρωσε μήνες στη συλλογή και ανάλυση στοιχείων από ανοικτές πηγές, προκειμένου να ταυτοποιήσει τα θύματα.
Η οργάνωση κατάφερε να επιβεβαιώσει τα ονόματα και την ταυτότητα 157 νεκρών, ανάμεσά τους 123 παιδιά, όλα ηλικίας έως 13 ετών, και 34 ενήλικες. Στους ενήλικες περιλαμβάνονται 26 μέλη του προσωπικού του σχολείου, μία γυναίκα ήταν έγκυος, καθώς και πέντε γονείς, οι οποίοι έχασαν τουλάχιστον ένα από τα παιδιά τους.
Η Airwars εκτιμά ότι ο συνολικός αριθμός των νεκρών κυμαίνεται από 157 έως 168, ενώ οι τραυματίες υπολογίζονται μεταξύ 95 και 111.
Παραμένει άγνωστο εάν τα επίσημα πορίσματα της στρατιωτικής έρευνας του Πενταγώνου για τη Μινάμπ θα δοθούν στη δημοσιότητα. Αν και το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας έχει ολοκληρωθεί, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM), που ανέθεσε τη διερεύνηση της υπόθεσης, εξετάζει ακόμη τα ευρήματα.
Σε αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν, τα αποτελέσματα είχαν δημοσιοποιηθεί πολύ ταχύτερα. Όταν, στις 29 Αυγούστου 2021, πύραυλος Hellfire σκότωσε 10 αμάχους στην Καμπούλ του Αφγανιστάν, το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας ανέλαβε την ευθύνη και έδωσε λεπτομέρειες για την επιχείρηση μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα.
Ερωτηθείς την περασμένη εβδομάδα για την έρευνα σχετικά με τη Μινάμπ, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε: «Δεν ξέρω αν θα καταφέρουν ποτέ να λύσουν αυτό το ζήτημα». Από την πλευρά του, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ ανέφερε ότι η έκθεση θα δημοσιοποιηθεί «όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή».
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.