Οι πολιτικοί πρέπει να σταματήσουν να είναι συνέχεια στο διαδίκτυο

Είναι φανερό ότι το Twitter ΔΕΝ είναι η πλατεία της πόλης. Κάποιος, ενδεχομένως, θα έπρεπε να το πει στους Αμερικανούς πολιτικούς ηγέτες 

Σέλφι του Μπάιντεν

Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπhttps://www.skai.gr/tags/repoumplikanoiλικανοί πολιτικοί έχουν γίνει υπερβολικά ευαίσθητοι και πρόθυμοι να ανταποκρίνονται σε ακτιβιστές που μοιάζει να ζουν ολόκληρη τη ζωή τους στο διαδίκτυο. Είτε πρόκειται για το X (πρώην Twitter), όπου η δεξιά αναλύει εξαντλητικά κάθε φερόμενο παράπτωμα της αριστεράς και απαιτεί άμεσες, και συχνά αμφίβολες συνταγματικά, ενέργειες, είτε για το Bluesky, όπου η ηχώ επιστρέφει από την αντίθετη πλευρά, είτε για το Truth Social, όπου ο Ντόναλντ Τραμπ σχολιάζει τα πάντα, είτε για το Facebook και το TikTok, οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί μοιάζουν υπερβολικά πρόθυμοι να ικανοποιήσουν το ψηφιακό πλήθος, πεπεισμένοι ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι απλώς ένας τόπος όπου οι πολίτες εκφράζουν τις προτεραιότητές τους.

Κάνουν, όμως, λάθος.

Γράφει ο David M. Drucker:

Το υποστηρίζω εδώ και χρόνια, βασισμένος στα ταξίδια μου ανά τη χώρα και στις συνομιλίες με ψηφοφόρους. Ακόμη και με εκείνους που ενδιαφέρονται αρκετά για την πολιτική ώστε να πηγαίνουν σε προεκλογικές συγκεντρώσεις ή να χτυπούν πόρτες υπέρ υποψηφίων. Όμως, πρόσφατες δημοσκοπήσεις από τη δημοκρατική εταιρεία Global Strategy Group προσφέρουν πλέον αριθμητικά δεδομένα που ενισχύουν αυτό το συμπέρασμα.

Όπως εξήγησε η δημοσκόπος Άντζελα Κιούφλερ σε παρουσίασή της για το κεντρώο think tank Third Way στην Ουάσιγκτον, μόλις 37% των ψηφοφόρων που συμμετέχουν στις δημοκρατικές προκριματικές εκλογές αναρτούν κάτι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κάθε εβδομάδα. Ένα 33% αναρτά σπανιότερα, ενώ 31% δεν αναρτά ποτέ. Σχεδόν τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων των Δημοκρατικών, δηλαδή, ακόμη και σε μια περίοδο έντονου πολιτικού θυμού και ανησυχίας για τον Τραμπ, χωρίς να μιλήσουμε καν για το μέλλον του κόμματός τους.

«Αυτή είναι η πιο σημαντική διαφάνεια», δήλωσε η Κιούφλερ παρουσιάζοντας τα ευρήματα στους δημοσιογράφους την περασμένη εβδομάδα, κατά τη διάρκεια μιας εκτενούς παρουσίασης PowerPoint. Γιατί; Επειδή ο στόχος της, και του Third Way, ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028 είναι να πείσει τους Δημοκρατικούς να σταματήσουν να διαμορφώνουν τη ρητορική και τις πολιτικές τους με βάση όσα ακούνε και διαβάζουν από μια μειοψηφία ακτιβιστών στα κοινωνικά δίκτυα.

«Οι άνθρωποι που αναρτούν πιο συχνά», πρόσθεσε η Κιούφλερ, «είναι θεμελιωδώς διαφορετικοί από τη συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων των Δημοκρατικών προκριματικών», οδηγώντας πολλούς εκλεγμένους Δημοκρατικούς στο να υιοθετούν πολύ αριστερές πολιτικές, τις οποίες απορρίπτει όχι μόνο η πλειονότητα των ψηφοφόρων του κόμματος, αλλά και το ευρύτερο εκλογικό σώμα.

Η Καμάλα Χάρις, πρώην αντιπρόεδρος και υποψήφια των Δημοκρατικών το 2024, ίσως να εύχεται να είχε αυτά τα δεδομένα, και να είχε λάβει υπόψη της αυτή τη συμβουλή, όταν διεκδικούσε τον Λευκό Οίκο το 2020. Αν το είχε κάνει, ο Τραμπ δεν θα μπορούσε να είχε τρέξει αποτελεσματικές τηλεοπτικές διαφημίσεις εναντίον της σαν κι εκείνες. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε, οι Δημοκρατικοί δεν είναι οι μόνοι υπαίτιοι.

Κορυφαίες φιγούρες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος κάνουν επίσης συχνά το ίδιο λάθος, συγχέοντας τις διαδικτυακές ρητορικές των ακροδεξιών ακτιβιστών και των influencers με πολιτικό Ευαγγέλιο. Κι όμως, μόνο μια μειοψηφία Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων και όσων τείνουν προς το κόμμα, βασίζονται τακτικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για ενημέρωση.

Με ποσοστό 40%, το Facebook είναι η πιο δημοφιλής πλατφόρμα ενημέρωσης για τους Ρεπουμπλικανούς. Το X του Έλον Μασκ χρησιμοποιείται μόλις από 14% για ειδήσεις, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Pew Research Center που διεξήχθη στα τέλη Αυγούστου. Τα δεδομένα αυτά ταιριάζουν με τη δική μου εμπειρία από τους ψηφοφόρους του κόμματος. Για να ελέγξω ωστόσο τις υποθέσεις μου, συμβουλεύτηκα τη δημοσιογράφο Σαλίνα Ζίτο, αρθρογράφο της Washington Examiner, που ζει κοντά στο Πίτσμπεργκ και καλύπτει με μεγάλη ακρίβεια τους Ρεπουμπλικανούς ψηφοφόρους στις πολιτείες της λεγόμενης «ζώνης της σκουριάς», κατανοώντας βαθιά τη σχέση τους με τον Τραμπ.

Η ετυμηγορία της Ζίτο, της συγγραφέας του βιβλίου: Butler: The Untold Story of the Near Assassination of Donald Trump and the Fight for America’s Heartland.
«Ως ρεπόρτερ, έχω μάθει να αντιμετωπίζω ό,τι βλέπω στο διαδίκτυο με σκεπτικισμό. Με άλλα λόγια, το κοινό τείνει να αποτελείται από ανθρώπους που εγώ και πολλοί άλλοι αποκαλούμε “the very online" (τους υπερβολικά διαδικτυακούς). Αυτό που βλέπω στο διαδίκτυο σπάνια αντικατοπτρίζει αυτό που βλέπω στους ψηφοφόρους, ειδικά στις περιοχές που καθορίζουν το αποτέλεσμα των εκλογών. Αυτό που συμβαίνει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν καθορίζει το πώς αισθάνονται οι άνθρωποι. Υπάρχει τόσο μεγάλη λεπτότητα και πολυπλοκότητα που λείπει εντελώς. Πρέπει πραγματικά να βγεις έξω, να μιλήσεις με τους ανθρώπους και να κατανοήσεις τις λεπτομέρειες, αντί να αφήνεις τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να υπαγορεύουν πώς νομίζεις ότι νιώθει η χώρα».

Η αμερικανική πολιτική φαίνεται να πνίγεται σε μια θάλασσα επιθετικών σχολίων και διαδικτυακών memes. Οι Ρεπουμπλικανοί απολαμβάνουν να «τα χώνουν στους φιλελεύθερους», ενώ οι Δημοκρατικοί, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν στη βάση τους ότι πολεμούν τον Τραμπ, έχουν υιοθετήσει πιο χυδαία ρητορική. Κι όμως, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν αντικατοπτρίζει τον τρόπο που ζουν οι περισσότεροι Αμερικανοί, δεξιοί ή αριστεροί, στην καθημερινότητά τους. Ναι, ανησυχούν για την οικονομία, τη μετανάστευση, την κατάχρηση εξουσίας από τον Τραμπ. Όμως δεν είναι εξοργισμένοι και αγενείς απέναντι στους γείτονές τους ούτε ζουν με τον φόβο ότι πλησιάζει το τέλος της Δημοκρατίας.

Το τελευταίο σαββατοκύριακο πριν από τις εκλογές πέρυσι, οι συνάδελφοί μου στο The Dispatch και εγώ απλωθήκαμε στις αμφίρροπες πολιτείες. Σε συγκεντρώσεις της Χάρις και του Τραμπ, ρωτήσαμε τους υποστηρικτές τους πώς θα αντιδρούσαν αν κέρδιζε ο αντίπαλος. Οι περισσότεροι είπαν ότι θα απογοητεύονταν και θα ανησυχούσαν, αλλά σχεδόν όλοι δήλωσαν ότι θα συνέχιζαν την καθημερινή τους ζωή, ελπίζοντας για το καλύτερο και κοιτάζοντας προς τις επόμενες εκλογές. Όπως πάντα.

Οι ηγέτες μας, και όσοι φιλοδοξούν να τους διαδεχθούν, θα έκαναν καλό τόσο στις πολιτικές τους φιλοδοξίες όσο και στη χώρα, αν το συνειδητοποιούσαν αυτό.

5 0 Bookmark