Του Νικόλα Μπάρδη
Ο Ναός του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες της Φιγαλείας είναι ένας από τους σπουδαιότερους και επιβλητικότερους σωζόμενους ναούς της αρχαιότητας στην ελληνική επικράτεια. Αφιερώθηκε από τους Φιγαλείς στον θεό Απόλλωνα, καθώς τους βοήθησε να ξεπεράσουν μια επιδημία πανώλης. Ο ναός είναι σκαρφαλωμένος σε υψόμετρο 1.130 μέτρων στην καρδιά της Πελοποννήσου, στα καταπράσινα βουνά μεταξύ των Νομών Ηλείας, Αρκαδίας και Μεσσηνίας και απέχει 14 χιλιόμετρα νότια της Ανδρίτσαινας, όπου και υπάγεται διοικητικά.
Ο εντυπωσιακός αυτός κατά κοινή ομολογία ναός ανεγέρθηκε το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ., ενδεχομένως το 420-410 π.Χ., και αποδίδεται στον Ικτίνο, τον αρχιτέκτονα του Παρθενώνα. Το μνημείο αυτό, ένα από τα καλύτερα σωζόμενα της κλασικής αρχαιότητας ήταν το πρώτο στην Ελλάδα που ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO το 1986. Δυστυχώς, όμως, κι αυτός ο ναός υπέστη κλοπές και λεηλασίες. Τμήμα της ζωφόρου του ναού αποσπάστηκε το 1814 και εκτίθεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο, μαζί με τα γλυπτά του Παρθενώνα.
Αξίζει σ’ αυτό το σημείο να επισημάνουμε τη σωστή ορθογραφία της λέξης «επικούριος» με «ι» και όχι με «ει», καθώς, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η ονομασία οφείλεται στο ότι ο Απόλλωνας είχε επικουρήσει την περιοχή. Δεν προέρχεται δηλαδή από τον Επίκουρο και τους επικούρειους (π.χ. πυθαγόρειος: από τον Πυθαγόρα), ενώ η εν λόγω γραφή χρησιμοποιείται ήδη από τον Παυσανία.
Η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε ότι ο ναός είναι θεμελιωμένος πάνω σε άλλο προϋπάρχοντα αρχαϊκό Ναό του θεού Απόλλωνα. Ο ναός αυτός είχε ιδρυθεί από του Φιγαλείς, ίσως μετά το 659 π.Χ. Σ’ αυτόν τον ναό υπήρχε ένα θαυματουργό ξόανο, ένα ξύλινο δηλαδή λατρευτικό άγαλμα, του Βασσίτα Απόλλωνα. Η προσωνυμία του Θεού σχετίζεται με το χωριό Βάσσες (Βάσσα και Βήσσα = χούνη, φαράγγι). Ταλαιπωρημένοι από κάποιο λοιμό οι Φιγαλείς, ήρθαν να προσευχηθούν σ’ αυτό το θαυματουργό ξόανο, για να θεραπευτούν. Η μετακίνηση έκανε το θαύμα της και τους θεράπευσε, αφού έφυγαν από τη νοσηρότητα της περιοχής τους για κάποιο διάστημα και έμειναν στον καθαρό, βουνίσιο αέρα και τον αναζωογονητικό ήλιο.
Μετά απ’ αυτό το γεγονός αποφάσισαν να χτίσουν στην περιοχή έναν καινούριο και μεγαλύτερο ναό στην θέση του παλιού, ο οποίος θα ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα τον Επικούριο, που ήρθε ως επικουρία στο θανατηφόρο λοιμό. Υπήρχε, όμως, και άλλος λόγος που οι Φιγαλείς έχτισαν αυτό το αριστούργημα… Ήθελαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα των άλλων πόλεων, που έφτιαχναν μεγαλοπρεπή μνημεία. Κάλεσαν, λοιπόν, τον αρχιτέκτονα που έφτιαξε τον Παρθενώνα, τον Ικτίνο, και του ανάθεσαν να τους κάνει σε αυτή τη θέση έναν επιβλητικό ναό, για να τοποθετήσουν στο εσωτερικό του το θαυματουργό ξόανο του Βασσίτα Απόλλωνα.
Ο Ναός συνδυάζει με τρόπο αριστοτεχνικό αρχαϊκά, κλασικά και παραδοσιακά αρκαδικά στοιχεία. Έτσι, προσφέρει ένα ελκυστικό μείγμα του παλιού και του νέου, του αγροτικού και του εκλεπτυσμένου. Η επιμήκης περίπτερη δομή είναι κατασκευασμένη κυρίως από γκρίζο ασβεστόλιθο της περιοχής. Ακόμη, η εξωτερική κιονοστοιχία του εξάστηλου ναού ακολουθεί έναν εξαιρετικά αυστηρό δωρικό ρυθμό, όμως στο εσωτερικό συναντούμε μία έξοχης ποιότητας γλυπτική, που συνταιριάζεται με έναν πιο περίτεχνο αρχιτεκτονικό ρυθμό. Το εμπρόσθιο τμήμα του προνάου και του οπισθοδόμου με δύο κίονες εν παραστάσει (in antis) αναδιατυπώνουν τον δωρικό ρυθμό. Χαρακτηρίζεται, λοιπόν, ως ναός δωρικός, δίστυλος εν παραστάσει περίπτερος.
Απ’ την άλλη πλευρά, στον σηκό μια σειρά εντοιχισμένων ιωνικών κιόνων στέκονται απέναντι σε χαμηλούς τοίχους στήριξης. Στο νότιο τμήμα, όπου βρίσκεται το άδυτο, οι δύο τελευταίοι ιωνικοί κίονες του σηκού στέκονται στο μακρινό άκρο λοξών τοίχων, ενώ ανάμεσά τους βρίσκεται και ένας κορινθιακός κίονας, μόνος στο κέντρο του ναού. Το κιονόκρανο του κίονα αυτού αποτελεί «το αρχαιότερο σωζόμενο δείγμα και θεωρείται πρότυπο για όλα τα "κορινθιακά" μνημεία του ελληνικού, ρωμαϊκού και μεταγενέστερων πολιτισμών».
Το 1975 δημιουργήθηκε η Επιτροπή Συντηρήσεως του Ναού του Επικουρίου Απόλλωνος με καθήκοντα τον προγραμματισμό και τη σύνταξη μελετών συντήρησης και αναστήλωσης. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1982, η Επιτροπή ανασυστάθηκε και το Υπουργείο Πολιτισμού ανέλαβε την αποκατάσταση του μνημείου. Το σαθρό έδαφος όπου βρίσκεται χτισμένος, οι ψυχρές κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή και το ασβεστολιθικό υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος, επέβαλαν τη μόνιμη κάλυψη του ναού με στέγαστρο ήδη από το 1987. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό του Υπουργείου το στέγαστρο, το αντισεισμικό ικρίωμα, καθώς και οι άλλες εγκαταστάσεις, θα απομακρυνθούν μόνο μετά την ολοκλήρωση των απαραίτητων επεμβάσεων.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.