Ινδονησία: Οι αρχαιότερες βραχογραφίες στον κόσμο βρέθηκαν στην Κελέβη

Το ζωγραφισμένο περίγραμμα ενός ανθρώπινου χεριού, μέσα σε σπήλαιο στο νησί Μούνα, είναι το παλαιότερο δείγμα βραχογραφίας στον κόσμο, ηλικίας 67.800 ετών

Βραχογραφίες στην Ινδονησία
Συνοπτικά από ΣΚΑΪ AI toggle
  • Το ζωγραφισμένο περίγραμμα ανθρώπινου χεριού σε σπήλαιο στο νησί Μούνα της Ινδονησίας έχει ηλικία τουλάχιστον 67.800 ετών και θεωρείται η παλαιότερη βραχογραφία στον κόσμο.
  • Οι βραχογραφίες απεικονίζουν κοκκινωπές παλάμες που μαρτυρούν τη μετανάστευση του σύγχρονου ανθρώπου από την ηπειρωτική Ασία προς την Ινδονησία και πιθανώς μέχρι την Αυστραλία.
  • Η ανακάλυψη αυτή αποτελεί συνέχεια προηγούμενων χρονολογήσεων βραχογραφιών στην ίδια περιοχή, όπου βρέθηκαν δείγματα ηλικίας από 40.000 έως 53.000 ετών, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature.

Το ζωγραφισμένο περίγραμμα ενός ανθρώπινου χεριού, μέσα σε ένα σπήλαιο στο νησί Μούνα της Ινδονησίας, είναι το παλαιότερο δείγμα βραχογραφίας στον κόσμο, καθώς η ηλικία του φτάνει τουλάχιστον τα 67.800 χρόνια, σύμφωνα με τους επιστήμονες που το ανακάλυψαν.

Οι κοκκινωπές παλάμες δείχνουν τον «δρόμο» της μετανάστευσης του σύγχρονου ανθρώπου, όμως με το πέρασμα του χρόνου ξεθώριασαν και σήμερα μόλις και μετά βίας διακρίνονται. Ωστόσο, ο αρχαιολογικός θησαυρός αντικατοπτρίζει τη δημιουργικότητα του ανθρώπου καθώς εξαπλωνόταν σε όλον τον κόσμο, πέρα από την Αφρική. Οι άνθρωποι που φιλοτέχνησαν αυτές τις βραχογραφίες στην Κελέβη (Σουλαουέζι στα ινδονησιακά), ανάμεσα στο Μπρουνέι και τις Μολούκες, πιστεύεται ότι προήλθαν από την ηπειρωτική Ασία, εγκαταστάθηκαν στην Ινδονησία και, αργότερα, ενδεχομένως να έκαναν το «άλμα» μέχρι την Αυστραλία.

«Εργαζόμαστε στην Ινδονησία εδώ και καιρό. Το 2014 χρονολογήσαμε βραχογραφίες ηλικίας τουλάχιστον 40.000 ετών. Έπειτα βρήκαμε παλιότερες, 45.000 ετών. Και πέρυσι κάποιες ηλικίας 52-53.000 ετών, τις παλαιότερες στον κόσμο μέχρι τη σημερινή ανακάλυψη», είπε ο Καναδός αρχαιολόγος Μαξίμ Ομπέρ, του Πανεπιστημίου Γκρίφιθ της Αυστραλίας, ο συν-συγγραφέας της μελέτης που δημοσιεύεται στην επιστημονική επιθεώρηση Nature.

Τα τελευταία χρόνια, το έργο του Ομπέρ και των συναδέλφων του στα πανεπιστήμια της Αυστραλίας και την Εθνική Υπηρεσία Έρευνας και Καινοτομίας της Ινδονησίας (BRIN) έχει φέρει τα πάνω-κάτω στις γνώσεις των επιστημόνων για τις απαρχές της τέχνης των σπηλαίων. Επί πολύ καιρό πίστευαν ότι ήταν μια αποκλειστικά ευρωπαϊκή ιδιοτυπία και συνδέονταν κυρίως με τις ανακαλύψεις στα σπήλαια του Λασκό (23.000 ετών) και του Σοβέ (36.000 ετών). Κατόπιν όμως βρέθηκαν πολλές στην Ασία, που συμπίπτουν με την εκτιμώμενη «έξοδο» του Homo Sapiens, του σύγχρονου ανθρώπου, από την Αφρική, πριν από 70.000 χρόνια.

Οι επιστήμονες συνεχίζουν τις έρευνες και παράλληλα καταγράφουν τη μετανάστευση του σύγχρονου ανθρώπου.

«Αποφασίσαμε να πάμε στα σπήλαια του νησιού Μούνα, στα νοτιοανατολικά της Κελέβης, ακολουθώντας τις συμβουλές του Άντι Άγκους Οκταβιάνα, του βασικού συγγραφέα της μελέτης», εξήγησε ο Μαξίμ Ομπέρ. Εκεί, ανακάλυψαν τις ζωγραφισμένες παλάμες, φτιαγμένες πιθανότατα με κόκκινη ώχρα. Σε μία από αυτές τα δάχτυλα είναι «ρετουσαρισμένα» για να φαίνονται γαμψά, όπως στα ζώα, ένα στυλ ζωγραφικής που έχει βρεθεί μόνο στην Κελέβη.

Οι επιστήμονες κατέφυγαν στη χρονολόγηση ουρανίου-θορίου για να βρουν την ηλικία τους. Με τη μέθοδο αυτή μετριέται η αναλογία θορίου προς το ουράνιο που έχει προσληφθεί από το περιβάλλον κατά την εναπόθεση ιζημάτων. «Γνωρίζουμε με ακρίβεια τον χρόνο ημιζωής του ουρανίου», εξήγησε ο Ομπέρ και με βάση αυτήν προσδιορίζεται η ηλικία των βραχογραφιών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εκτιμάται ότι είναι τουλάχιστον 67.800 ετών, δηλαδή 15.000 χρόνια παλαιότερες από τις προηγούμενες γνωστές βραχογραφίες.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν πάντως ότι τα σπήλαια της Μούνα χρησιμοποιούνταν επί χιλιάδες χρόνια από τους ανθρώπους, αφού κάποιες από τις βραχογραφίες είχαν δημιουργηθεί 35.000 αργότερα.

Πορεία προς την Αυστραλία

Η ανακάλυψη αυτή προκαλεί ερωτηματικά για τον δρόμο που ακολούθησαν οι άνθρωποι για να φτάσουν στην Αυστραλία. Μέχρι τώρα, δύο πορείες εξηγούσαν το «πέρασμα» του Homo Sapiens από την Ασία στην Αυστραλία. Από τον Βόρειο δρόμο, «οι άνθρωποι που έφταναν από την Ασία βάδιζαν μέχρι το Βόρνεο και κατόπιν, με πλοιάρια, στην Ινδονησία. Από εκεί, από νησί σε νησί, κατέληγαν στην Παπούα, απ’ όπου μπορούσαν να προσεγγίσουν την Αυστραλία περπατώντας, αφού η στάθμη της θάλασσας εκείνη την εποχή ήταν χαμηλότερη και η Παπούα με την Αυστραλία σχημάτιζαν μια ενιαία ήπειρο, τη Σαχούλ.

Ο Νότιος δρόμος περνούσε από τη Σουμάτρα, την Ιάβα και το Μπαλί. Με πλοιάρια οι άνθρωποι μπορούσαν να φτάσουν στο Τιμόρ και την Αυστραλία.

«Με τις βραχογραφίες αυτές έχουμε την πρώτη απόδειξη ότι ο σύγχρονος άνθρωπος βρισκόταν σε αυτά τα ινδονησιακά νησιά εκείνη την εποχή. Ενισχύεται επομένως η άποψη ότι οι άνθρωποι έφτασαν στην Αυστραλία από την Παπούα, ίσως πριν από περίπου 65.000 χρόνια», είπε ο ερευνητής, χωρίς ωστόσο να αποκλείει το ενδεχόμενο άλλοι πληθυσμοί να έφτασαν ταυτόχρονα, από τον άλλο δρόμο.

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ
66 0 Bookmark