Τι φοβάται πραγματικά η Τουρκία

Στο Ιόνιο «μυρίζει» κοίτασμα - Επιτάχυνση του GSI με «δύο ευρωπαϊκούς κινητήρες» - Τα ενοίκια ροκανίζουν το εισόδημα - Made for China

Τι φοβάται πραγματικά η Τουρκία

Στα διπλωματικά και αμυντικά γραφεία της Αθήνας όλο και περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι πίσω από τη νέα έξαρση της τουρκικής ρητορικής κρύβεται περισσότερο νευρικότητα παρά αυτοπεποίθηση. Και αυτό γιατί η Άγκυρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σπάνια συσσώρευση ανοιχτών μετώπων, τα οποία περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών της.

Όπως σημειώνουν γνώστες των ελληνοτουρκικών, η Τουρκία έχει ταυτόχρονα να διαχειριστεί το αβέβαιο τοπίο στη Μέση Ανατολή, τις εύθραυστες ισορροπίες στη Συρία, τις περίπλοκες σχέσεις με το Ισραήλ, το κουρδικό που παραμένει ενεργό στο εσωτερικό της, αλλά και τη διαρκή πολιτική πίεση από το CHP απέναντι στον ίδιο τον Ερντογάν.

Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει πάντα και ο αστάθμητος παράγοντας Ντόναλντ Τραμπ, για τον οποίο - όπως λένε χαρακτηριστικά παρατηρητές - «κανείς στην περιοχή δεν μπορεί να προβλέψει την επόμενη κίνηση». Μάλιστα, αρκετοί σημειώνουν με ενδιαφέρον ότι, παρά τις αρχικές εκτιμήσεις πως η Τουρκία θα έβγαινε γεωπολιτικά ενισχυμένη από την κρίση στη Μέση Ανατολή, μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει ουσιαστικά τις εξελίξεις.

Στο ίδιο πλαίσιο, στην Αθήνα διαβάζουν με ιδιαίτερη προσοχή και τη χρονική συγκυρία της έντασης στο Αιγαίο. «Με τόσα ανοιχτά μέτωπα, δύσκολα ανοίγεις ακόμη ένα απέναντι σε χώρα του ΝΑΤΟ λίγο πριν από Σύνοδο Κορυφής», σημείωνε με νόημα έμπειρος αναλυτής, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Άγκυρα ενδεχομένως επιχειρεί περισσότερο να διαμορφώσει διαπραγματευτικό κλίμα παρά να οδηγηθεί σε πραγματική κλιμάκωση.

Παράλληλα, αρκετοί στέκονται και σε μια άλλη λεπτομέρεια που μόνο ασήμαντη δεν θεωρείται: παρά το γεγονός ότι τόσο ο Γιώργος Γεραπετρίτης όσο και ο Χακάν Φιντάν εξακολουθούν δημοσίως να μιλούν για ανοικτούς διαύλους και καλό επίπεδο επικοινωνίας, το τελευταίο διάστημα δεν έχει καταγραφεί - τουλάχιστον επισήμως - κάποια ουσιαστική επαφή κορυφής μεταξύ των δύο υπουργών Εξωτερικών. Και αυτό, όπως λένε όσοι παρακολουθούν στενά τις ισορροπίες, ίσως λέει περισσότερα απ’ όσα φαίνονται δημόσια.

Την ίδια ώρα, στην κυβέρνηση θεωρούν ότι η περίοδος των «ήρεμων νερών» δεν πήγε χαμένη για την ελληνική πλευρά. Αντιθέτως, εκτιμούν ότι η Αθήνα αξιοποίησε τον χρόνο για να ενισχύσει σημαντικά τις αμυντικές της δυνατότητες και να αποκτήσει πρόσθετα διπλωματικά και επιχειρησιακά εργαλεία, τα οποία - όπως λένε - η Άγκυρα «και τα βλέπει και τα υπολογίζει».

Στο Ιόνιο «μυρίζει» κοίτασμα

Στο ενεργειακό παρασκήνιο  η κίνηση της Chevron να ζητήσει συμμετοχή στο Block 10 ανοιχτά του Κυπαρισσιακού μόνο ως μια «τυπική επενδυτική επέκταση» δεν αντιμετωπίζεται. Αντιθέτως, όσοι γνωρίζουν καλά τον τρόπο με τον οποίο κινούνται οι αμερικανικοί ενεργειακοί κολοσσοί, λένε με νόημα ότι τέτοιες εταιρείες «δεν αγοράζουν θάλασσα για να κάνουν τουρισμό».

Γνώστες εκτιμούν ότι πίσω από το αυξημένο ενδιαφέρον της αμερικανικής εταιρείας κρύβονται ιδιαίτερα ενθαρρυντικά δεδομένα από τις σεισμικές έρευνες των προηγούμενων φάσεων. Με πιο απλά λόγια, η εικόνα που φαίνεται να έχει σχηματίσει η Chevron είναι ότι στην περιοχή υπάρχει σημαντικό ερευνητικό και πιθανώς εκμεταλλεύσιμο απόθεμα, κάτι που εξηγεί γιατί όχι μόνο εισέρχεται δυναμικά στην παραχώρηση αλλά ζητά και τον ρόλο του operator, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά το «τιμόνι» του project.

Στο ΥΠΕΝ διαβάζουν την εξέλιξη ως μια ακόμη ένδειξη ότι οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς αρχίζουν να αντιμετωπίζουν την Ελλάδα όχι ως «δοκιμαστικό οικόπεδο», αλλά ως πραγματικό ενεργειακό πεδίο με σοβαρές προοπτικές. Και δεν περνά απαρατήρητο ότι η αμερικανική εταιρεία επιλέγει να αυξήσει το αποτύπωμά της ακριβώς σε μια περίοδο όπου η Ανατολική Μεσόγειος επαναχαράσσεται γεωπολιτικά και ενεργειακά.

Παράλληλα, στο παρασκήνιο συζητείται έντονα και το μήνυμα που εκπέμπεται προς τρίτους παίκτες της περιοχής. Διότι όταν μια εταιρεία του μεγέθους της Chevron επενδύει με τόσο επιθετικό τρόπο σε ελληνικά θαλάσσια blocks, αρκετοί θεωρούν ότι λειτουργεί και ως έμμεση «σφραγίδα» γεωπολιτικής εμπιστοσύνης απέναντι στη χώρα.

Και κάπως έτσι, πίσω από τις τεχνικές διατυπώσεις περί μεταβίβασης ποσοστών και ερευνητικών φάσεων, στην αγορά υδρογονανθράκων διαβάζουν κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ότι οι Αμερικανοί μάλλον βλέπουν κάτω από τον βυθό του Ιονίου πολύ περισσότερα απ’ όσα λέγονται δημόσια σήμερα.

Επιτάχυνση του GSI με «δύο ευρωπαϊκούς κινητήρες»

Για επιτάχυνση του πρότζεκτ του Great Sea Interconnector (GSI) κάνει λόγο σε πρόσφατο δημοσίευμα του το ειδησεογραφικό πρακτορείο IBNA. 

Όπως τονίζεται, πρόκειται για ένα έργο που συνδέεται ολοένα και περισσότερο όχι μόνο με την ενεργειακή σύνδεση μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, αλλά και με το ευρύτερο γεωπολιτικό και ενεργειακό τοπίο της Ανατολικής Μεσογείου. Η διασύνδεση ηλεκτρικής ενέργειας αναδεικνύεται σταδιακά ως βασικός πυλώνας της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενεργειακή ασφάλεια, τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού και την ενίσχυση των διασυνοριακών υποδομών.

Η πρόσφατη συνάντηση όλων των εμπλεκομένων μερών στη Λευκωσία άνοιξε τον δρόμο για την επόμενη φάση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου. Το «πράσινο φως» που δόθηκε στον ΑΔΜΗΕ, ώστε να υποβάλει αίτημα στην ΕΤΕπ για χρηματοδότηση μετά την ολοκλήρωση μελέτης δέουσας επιμέλειας (due diligence) σηματοδοτεί τη μετάβαση του έργου σε μια νέα φάση επαναξιολόγησης των οικονομικών και τεχνικών παραμέτρων του.

Οι τρέχουσες εκτιμήσεις υποδηλώνουν πάντως ότι το συνολικό κόστος του έργου αναμένεται να υπερβεί τις αρχικές προβλέψεις, ενώ η Αθήνα και η Λευκωσία επιδιώκουν ταυτόχρονα να ενισχύσουν το ενδιαφέρον των επενδυτών και να διευρύνουν τη χρηματοοικονομική βάση του έργου.

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι το μέγιστης οικονομικής, γεωπολιτικής και κατ’ επέκταση εθνικής σημασίας πρότζεκτ έχει την ευρωπαϊκή υποστήριξη, σε μια περίοδο που τόσο το επικαιροποιημένο χρηματοδοτικό πλαίσιο όσο και η πιθανή συμμετοχή νέων επενδυτών βρίσκονται υπό αναθεώρηση.

Ο Επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ Νταν Γιόργκενσεν, περιέγραψε το GSI ως ένα στρατηγικά σημαντικό έργο για τον τερματισμό της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου, την ενίσχυση της σταθερότητας του δικτύου και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος υπενθύμισε ότι το έργο έχει χαρακτηριστεί ως Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος από την ΕΕ, και έχει εξασφαλίσει περίπου 658 εκατ. ευρώ σε χρηματοδότηση μέσω του Μηχανισμού Connecting Europe, μια από τις μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις που έχουν εγκριθεί ποτέ στο πλαίσιο του προγράμματος.

Η επιτάχυνση του πρότζεκτ του GSI με… δύο «ευρωπαϊκούς κινητήρες» (ΕΕ - ΕΤΕπ) σε λειτουργία, δημιουργεί μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι τα όποια προβλήματα ανακύψουν, μοιραία λόγω της πολυπλοκότητας και της έκτασης του έργου, θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.

Τα ενοίκια ροκανίζουν το εισόδημα

Η στεγαστική κρίση βαθαίνει ολοένα και περισσότερο, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Σύμφωνα με στοιχεία της Κομισιόν, οι αυξήσεις στα ενοίκια σε μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις οδηγούν σε μια νέα πραγματικότητα για τα νοικοκυριά. Συγκεκριμένα, σε πολλές περιπτώσεις απορροφούν πλέον πάνω από το μισό διαθέσιμο εισόδημα. Ανάμεσά τους και η Αθήνα.

Από το 2014 και μετά, οι τιμές των ενοικίων στην ΕΕ αυξάνονται με πολύ ταχύτερο ρυθμό από τα εισοδήματα, διευρύνοντας σταθερά την ψαλίδα.

Στην Ελλάδα, η εικόνα επιβαρύνεται από μια ιδιαιτερότητα που συχνά υποτιμάται. Η χώρα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές  πόλεις με το μεγαλύτερο απόθεμα κενών κατοικιών. Ωστόσο, το «διαθέσιμο» αυτό απόθεμα δεν μεταφράζεται σε προσφορά στην αγορά, αφήνοντας τις πιέσεις αμείωτες.

Την ίδια ώρα, η πτώση της οικοδομικής δραστηριότητας τα προηγούμενα χρόνια, σε συνδυασμό με την εκτόξευση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, έχει περιορίσει ακόμη περισσότερο τα διαθέσιμα σπίτια για μακροχρόνια ενοικίαση.

Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που στενεύει διαρκώς, με τα ενοίκια να κινούνται σε επίπεδα που καθιστούν την κατοικία ολοένα και πιο δύσκολη υπόθεση, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα και στους δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς.

Made for China

Μπορεί να μην περνάει τη δεύτερη... επενδυτική της νιότη, αλλά η Golden Visa εξακολουθεί να έχει κοινό.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, οι Κινέζοι παραμένουν οι βασικοί «παίκτες» στο πρόγραμμα, με τους Τούρκους και τους Λιβανέζους να ακολουθούν.

Ειδικά για την Κίνα, η πρωτοκαθεδρία είναι ξεκάθαρη: οι Κινέζοι επενδυτές αντιστοιχούν σε πάνω από το 48% του συνόλου των αδειών μόνιμου επενδυτή.

Το ενδιαφέρον στρέφεται κυρίως σε ακίνητα υψηλής αξίας, με τα νότια προάστια της Αθήνας να κρατούν σταθερά τα σκήπτρα, ενώ σημαντική ζήτηση καταγράφεται και σε «παραδοσιακά ακριβά» σημεία των βορείων προαστίων, όπως η Κηφισιά και η Εκάλη.

Η εικόνα δείχνει ότι, παρά τις κατά καιρούς αλλαγές στο πλαίσιο και τη συζήτηση γύρω από το πρόγραμμα, η Golden Visa εξακολουθεί να λειτουργεί ως σταθερό κανάλι εισροής κεφαλαίων -με συγκεκριμένη γεωγραφία και ακόμη πιο συγκεκριμένο αγοραστικό κοινό.

Πηγή: skai.gr
16 0 Bookmark