Κίνδυνος ο εθισμός στα ηλεκτρονικά παιχνίδια ακόμα και σε παιδιά κάτω των 12 ετών

Ο εθισμός στα ηλεκτρονικά παιχνίδια είναι η μοναδική εξάρτηση που «χτυπάει» ηλικίες ακόμη και κάτω των 12 ετών.

Η τεχνολογία, όσο χρήσιμη κι αν είναι, έχει παρενέργειες όπως ένα φάρμακο. Μία από αυτές έχει αποδειχθεί και πιστοποιηθεί πλέον από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας το 2018 και αφορά σε μια νέα ψυχική διαταραχή των ανηλίκων κυρίως, τον εθισμό στα ηλεκτρονικά παιχνίδια.

Τα παραπάνω επισήμανε ο ψυχίατρος παιδιών και εφήβων Κωνσταντίνος Σιώμος, στη διάρκεια συζήτησης για την ψυχική υγεία, τις εξαρτήσεις και τον εθισμό στο διαδίκτυο, στο αλκοόλ και στις ναρκωτικές ουσίες, που φιλοξενήθηκε στο περίπτερο του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης  στην 87η ΔΕΘ. 

Ο εθισμός στα ηλεκτρονικά παιχνίδια είναι η μοναδική εξάρτηση που «χτυπάει» ηλικίες ακόμη και κάτω των 12 ετών.

«Στα κριτήρια για τον εντοπισμό των εθισμένων είναι ο χρόνος που διαθέτουν για τα games και τη ζωή τους, η οποία περιστρέφεται μόνο γύρω από αυτά. Επίσης θέλουν να διαφύγουν από την πραγματικότητα, π.χ. δεν θέλουν να αντιμετωπίσουν τις υποχρεώσεις τους στο σχολείο ή τις δυσκολίες στην επικοινωνία με την οικογένεια, φίλους κ.ά.» σημείωσε ο κ. Σιώμος. 

Παράλληλα ανέφερε πως ό,τι ισχύει για τους χημικούς εθισμούς, ισχύει και για τους συμπεριφορικούς. «Η ουσία που ανεβοκατεβαίνει είναι η ντοπαμίνη. Κερδίζουμε ένα παιχνίδι ανεβαίνει, χάνουμε κατεβαίνει και δημιουργείται ευερεθιστότητα» πρόσθεσε ο κ. Σιώμος.

Πώς αντιδρούν οι κοινωνίες στον εθισμό των παιδιών;

Τα μέτρα των κοινωνιών για την πρόληψη της εξάρτησης από το  διαδίκτυο και τα παιχνίδια συμπεριλαμβάνουν πρόταση στις 27/7/23 του ΟΗΕ (μαζί με την UNESCO) για απαγόρευση κινητών στο σχολικό περιβάλλον. Επίσης στις 4/9/2023, σε μια ιρλανδική πόλη 18.000 κατοίκων, γονείς και τοπικές αρχές αποφάσισαν να μην δίνουν κινητό σε παιδιά κάτω των 12 ετών.

Όπως ανέφερε ο κ. Σιώμος, αν ένας «65χρονος "κολλήσει" με ένα παιχνίδι στο διαδίκτυο μπορεί να γλιτώσει την κατάθλιψη, δεν ισχύει το ίδιο με τα παιδιά και τους νέους στη φάση που είναι να δημιουργηθούν. Αν "κολλήσουν" οι ανήλικοι κινδυνεύουν να πετύχουν πολύ λιγότερα στη ζωή τους με τις ικανότητες που τους έχει δώσει η φύση».

Πρόσθεσε, δε, ότι ο άνθρωπος λειτουργεί με το κύκλωμα της ανταμοιβής, κάνει κάτι και ανταμείβεται.

«Το διαδίκτυο είναι στημένο έτσι που ενεργοποιείται η άμεση ανταμοιβή: κερδίζω κάτι, παιχνίδι ή λάικ, ανεβάζω απευθείας ντοπαμίνη κι αυτό γίνεται από πολύ νωρίς, από την ηλικία των δύο ετών. Πρώτα πατάω κουμπάκια και εικόνες και αργότερα μαθαίνω να διαβάζω, να γράφω κ.λπ. Άρα το παιδί εκπαιδεύεται στην άμεση ανταμοιβή και αν το αφήσεις, όλο και περισσότερο ανεβαίνει η ντοπαμίνη και μετά χρειάζεται περισσότερη δουλειά για να παράγει περισσότερη ντοπαμίνη, για να πετύχει το αντίστοιχο αποτέλεσμα, όμως αυτό οδηγεί σε κορεσμό και αντί να παίρνει ευφορία, βιώνει αρνητικό συναίσθημα, δηλαδή επιστρέφει στον πόνο και στην αρχή, εκεί όπου αποζητούσε τη χαρά. Γι’ αυτό βλέπεις πολλά δυσαρεστημένα παιδιά, ενώ παίζουν και υποτίθεται θα έπρεπε να είναι χαρούμενα» επισήμανε ο κ. Σιώμος.

Ο πρόεδρος του ΙΣΘ Νίκος Νίτσας, από την πλευρά του, σημείωσε: «Οφείλουμε να κοιτάξουμε το πρόβλημα στα μάτια και να πούμε όλη την αλήθεια, κυρίως στα παιδιά, ώστε να προλάβουμε τα χειρότερα. Η ιατρική κοινότητα καταγράφει εδώ και καιρό σοβαρά περιστατικά ψυχικής υγείας που έχουν πολλαπλασιαστεί με την οικονομική συμπίεση από το 2008 μέχρι σήμερα, την πανδημία και τα lockdowns, τη βία όλων των μορφών, τα δυστυχήματα με θύματα κυρίως νέους ανθρώπους καθώς και από τις επιπτώσεις των αυξανόμενων φυσικών καταστροφών».

Οι εξαρτήσεις είναι ένα φαινόμενο που εξελίσσεται και αλλάζει πρόσωπα

Στη διάρκεια  της συζήτησης, ο ψυχίατρος - ψυχοθεραπευτής, στρατιωτικός ιατρός στο 424 ΓΣΝΕ Παναγιώτης Παναγιωτίδης χαρακτήρισε τις εξαρτήσεις ως ένα φαινόμενο που εξελίσσεται και «αλλάζει πρόσωπα, αλλάζει εποχές, αλλάζει πληθυσμούς, που άλλοτε είναι περισσότερο ή λιγότερο ευάλωτοι».

«Είναι ένα φαινόμενο με υψηλό κίνδυνο να το συναντήσουμε και να το υποστούμε, από παλιά σταθερό, και δεν είναι εύκολο να εξαλειφθεί» ανέφερε ο κ. Παναγιωτίδης σημειώνοντας, παράλληλα, ότι σε ορισμένες εξαρτήσεις, όπως π.χ. με το κάπνισμα, η πληροφόρηση για τις συνέπειες «έχει πιάσει τόπο» εν αντιθέσει με άλλες εξαρτήσεις.
Όσον αφορά τον εθισμό στο αλκοόλ, ο κ . Παναγιωτίδης σημείωσε ότι από το 2002 δεν έχει γίνει έρευνα -με ειδικούς επιστημονικούς τρόπους- για την έκταση του φαινομένου. Ωστόσο, από επιμέρους μελέτες προκύπτουν συμπεράσματα για την κακή χρήση του αλκοόλ, για την οποία δεν υπάρχει σαφής εικόνα, λόγω δυσκολίας διάγνωσης (οι περισσότεροι θεωρούν ότι δεν έχουν πρόβλημα και το παρακάμπτουν).

Η ψυχίατρος Μαρία Κισσοπούλου έκανε λόγο για σχετικά εύκολο εντοπισμό του εθισμού από τον καταναγκασμό που νιώθει ο ίδιος ο χρήστης. «Δεν έχει να κάνει με την ποσότητα που θα καταναλώσει, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα μπει στη διαδικασία ανεύρεσης της ουσίας. Ο εθισμός έχει έναν παραλογισμό και μια καταναγκαστικότητα, αυτά είναι στοιχεία που θα πρέπει να διακρίνουμε και να προσέξουμε».

Οι ψυχίατροι μίλησαν για τα σημάδια που ανησυχούν και αφορούν σε όλες τις εξαρτήσεις - εμμονές. «Αν γνωρίζεις τις συνέπειες και επιπτώσεις της χρήσης αλκοόλ, ουσιών κ.λπ. και δεν μπορείς να το σταματήσεις, τότε είναι ένας καλός μπούσουλας για να πονηρεύεσαι και να το ψάξεις» είπε ο κ. Παναγιωτίδης.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι πολλοί κοινωνικοί, πολιτισμικοί και οικονομικοί παράγοντες οδηγούν ή αποτρέπουν τις εξαρτήσεις. Στην περίπτωση του αλκοόλ, σε ανεπτυγμένες χώρες καταγράφεται μια μείωση εν αντιθέσει με τις υπόλοιπες. Ωστόσο, «το ίδιο το πρόβλημα καταργεί τάξεις, πεποιθήσεις, την οικονομική συνθήκη του καθένα και κατά κάποιον τρόπο ο πληθυσμός προχωρά σε ομογενοποίηση». Συνήθως όσοι είναι μέσα στο πρόβλημα δεν το συζητούν, «το κρατάνε κρυφό, διότι θεωρούν ότι αν συζητηθεί, τότε κάποιος θα τον σταματήσει και δεν θέλει να το χάσει» πρόσθεσε η κ. Κισσοπούλου.

Τέλος, οι γιατροί μίλησαν και για τα θεραπευτικά προγράμματα πολλών κρατικών φορέων και ομάδων αυτοβοήθειας επισημαίνοντας -μεταξύ άλλων- ότι «υπάρχουν δύο δρόμοι: αυτός της απεξάρτησης κι αυτός της αποδοχής του προβλήματος με όσο το δυνατόν λιγότερες επιπτώσεις, δηλαδή μείωση της βλάβης. Στην πορεία της προσπάθειας μπορούν να πάρουν και τον ένα και τον άλλο δρόμο».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ