Του JP Spinetto
Ο Ζαΐρ Μπολσονάρου αντιμέτωπος με τις συνέπειες.
Η τελική δίκη του πρώην προέδρου της Βραζιλίας, που ξεκίνησε την Τρίτη, αναμένεται να ολοκληρωθεί στις 12 Σεπτεμβρίου, όμως η ετυμηγορία μοιάζει ήδη προδιαγεγραμμένη: ο Μπολσονάρου πιθανότατα θα κριθεί ένοχος για συνωμοσία πραξικοπήματος μετά την ήττα του στις εκλογές του 2022 από τον αντίπαλό του, Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα.
Ο ίδιος αναμφίβολα θα επιμείνει ότι η καταδίκη του είναι προϊόν συνωμοσίας των ισχυρών ελίτ της χώρας. Και πράγματι, το Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα για υπερβάσεις, με αμφιλεγόμενες αποφάσεις. Ακόμη κι αν η κριτική αυτή είναι βάσιμη, δεν απαντά σε ένα δυσάρεστο πρακτικό ερώτημα για τον Μπολσονάρου, ο οποίος αρνείται κάθε αδίκημα: πώς ένας ηγέτης που έλαβε πάνω από 58 εκατομμύρια ψήφους και έχασε τις εκλογές με οριακή διαφορά, κατέληξε να κοιτάζει τη φυλακή αντί να οργανώνει την πολιτική επιστροφή του;
Η απάντηση βρίσκεται στις δικές του παρανοϊκές επιλογές: αν ο Μπολσονάρου είχε κυβερνήσει με λίγη αυτοσυγκράτηση αντί να υπονομεύει διαρκώς τους θεσμούς της Βραζιλίας, ακόμη και την ίδια την εμβολιαστική στρατηγική της κυβέρνησής του κατά την πανδημία, ίσως να είχε επικρατήσει του Λούλα σε εκείνη τη στενή αναμέτρηση πριν από τρία χρόνια. Αν είχε απλώς αποδεχθεί την ήττα του το 2022, αντί να εγκλωβιστεί στην άρνηση και σε εκκεντρικά σενάρια πραξικοπήματος, σήμερα θα βρισκόταν σε θέση ισχύος για μια θριαμβευτική επιστροφή στις εκλογές του επόμενου έτους, ιδίως μετά τη χλιαρή απόδοση της τρίτης θητείας του Λούλα.
Αντίθετα, ο 70χρονος συντηρητικός ηγέτης είναι αποκλεισμένος από τις κάλπες έως το 2030 λόγω της διάδοσης ψευδών ισχυρισμών για το εκλογικό σύστημα και τώρα κινδυνεύει να περάσει δεκαετίες στη φυλακή.
Έτσι, η δεινή του θέση οφείλεται λιγότερο στους ισχυρούς εχθρούς του και περισσότερο στις δικές του λανθασμένες στρατηγικές επιλογές. Ο ίδιος δεν θα το παραδεχθεί ποτέ, αλλά ο πρώην λοχαγός του στρατού έχει μόνο τον εαυτό του να κατηγορήσει για το μέλλον που τον περιμένει.
Φυσικά, κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι ένας Μπολσονάρου που δεν θα επιτίθετο στη δημοκρατία, απλώς δεν θα ήταν… Μπολσονάρου. Εδώ και χρόνια περιφρονεί τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αξίες, αυτή η αντισυστημική πρόκληση είναι ακριβώς που τον έκανε ελκυστικό σε ψηφοφόρους καχύποπτους προς την εξουσία, οι οποίοι μαγεύτηκαν από την «αυθεντικότητά» του. Όπως το έθεσε ο Κρίστοφερ Γκάρμαν, διευθυντής για τις Αμερική στον Όμιλο Eurasia: «Το μυστικό συστατικό που τον έφερε στην εξουσία, είναι αυτό που τον στέλνει στη φυλακή. Έχει αυτό το αντισυστημικό DNA και αυτό οδήγησε εκεί που οδήγησε».
Παρόλα αυτά, η κλίμακα των λαθών του παραμένει εντυπωσιακή για κάποιον που εξακολουθεί να διατηρεί απροσδόκητα υψηλή δημοτικότητα: πρόσφατη δημοσκόπηση της AtlasIntel για το Bloomberg News δείχνει ότι σε μια υποθετική αναμέτρηση το 2026, ο Μπολσονάρου θα ερχόταν ισόπαλος με τον Λούλα, αν μπορούσε να είναι υποψήφιος. Αλλά δεν μπορεί.
Σκεφτείτε το τελευταίο του ολίσθημα: τη μεσολάβηση του Λευκού Οίκου του Ντόναλντ Τραμπ, μέσω του γιου του Εντουάρντο, για να «τιμωρηθεί» η Βραζιλία και ο δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου Αλεξάντρε ντε Μοράες, που προεδρεύει στην υπόθεσή του. Όποιος στον κύκλο του θεώρησε ότι ήταν καλή ιδέα, δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να επιδεινώσει τη θέση του. Η κίνηση αυτή έδωσε ανάσα στο βυθιζόμενο κυβερνητικό σκάφος του Λούλα, αποξένωσε τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους, καθώς έβαλε τις προσωπικές βεντέτες πάνω από το εθνικό συμφέρον και έθεσε ακόμη και σε κίνδυνο τη συνοχή της δεξιάς ενόψει του 2026. Βέβαια, δεν βελτίωσε καθόλου τις νομικές του πιθανότητες. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι λειτούργησε υπό την πίεση της απελπισίας, το ερώτημα παραμένει: γιατί συνεχίζει να σκάβει, ενώ έχει φτάσει ήδη στον πάτο του λάκκου;
Ο Μπολσονάρου και ο Τραμπ έχουν πολλά κοινά: και οι δύο επέζησαν από απόπειρες δολοφονίας, και οι δύο ισχυρίζονται ότι είναι θύματα «δικαστικού κυνηγιού μαγισσών», και οι δύο κατέβηκαν ως «outsiders» για να ανατρέψουν το σύστημα και προσπάθησαν να το υπονομεύσουν όταν βρέθηκαν στην εξουσία, ενώ και οι δύο αρνήθηκαν να αποδεχτούν την εκλογική τους ήττα, δείχνοντας ανοχή στις απόπειρες εξέγερσης των υποστηρικτών τους.
Υπάρχουν ωστόσο και ορισμένες βασικές διαφορές: ο Τραμπ παραμένει μια χαρισματική φιγούρα που λειτουργεί ως μαγνήτης για τα ΜΜΕ, ικανός να προσελκύει την παγκόσμια προσοχή μέσα από τη γιγαντιαία μεγαλομανία του, ενώ ο Μπολσονάρου όχι. Και ενώ οι κινήσεις του Τραμπ συχνά αποκαλύπτουν κυνικό πολιτικό υπολογισμό, η περιφρόνηση του Μπολσονάρου για οτιδήποτε ξεπερνά το δόγμα του είναι ειλικρινής, σχεδόν αναπόδραστη.
Καθοριστικό είναι και το θεσμικό πλαίσιο: οι πρόεδροι της Βραζιλίας δεν διαθέτουν την ίδια ισχύ με τους Αμερικανούς ομολόγους τους, ούτε η χώρα προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης με τον απόλυτο τρόπο που εγγυάται η Πρώτη Τροπολογία στις ΗΠΑ. Ο Μπολσονάρου μπορεί να ονειρεύεται να γίνει «αυτοκράτορας» της Βραζιλίας, αλλά, όπως απέδειξε η αποτυχημένη του προσπάθεια να παραμείνει στην εξουσία, οι θεσμοί έχουν τη δύναμη να τον συγκρατήσουν. Μπορεί να επιχείρησε να πάρει με τη βία αυτό που δεν μπόρεσε να κερδίσει με πολιτικά μέσα, αλλά για άλλη μια φορά υπολόγισε λάθος πόσο μακριά θα έφταναν τα δικαστήρια για να τον σταματήσουν.
Ωστόσο, ο Μπολσονάρου εξακολουθεί να κρατά στα χέρια του ένα ισχυρό χαρτί: τον ρόλο του «ρυθμιστή» στις εκλογές. Με μόλις 13 μήνες να απομένουν μέχρι την κάλπη, πρέπει να αποφασίσει αν θα στηρίξει τον κυβερνήτη του Σάο Πάολο, Ταρκίζιο ντε Φρέιτας, τον ισχυρότερο υποψήφιο της δεξιάς και αγαπημένο των επενδυτών ή αν θα προωθήσει κάποιο μέλος της οικογένειάς του, είτε τη σύζυγό του Μισέλ είτε έναν από τους γιους του. Η πρώτη επιλογή δίνει στο συντηρητικό κίνημά του έναν αξιόπιστο διεκδικητή, αλλά μπορεί να μειώσει την προσωπική του επιρροή στην επόμενη κυβέρνηση. Η δεύτερη του εξασφαλίζει αφοσίωση, αλλά πιθανότατα αποδυναμώνει το εκλογικό του χαρτί απέναντι στον Λούλα, σε μια κούρσα που αναμένεται ξανά στήθος με στήθος.
«Είναι 50-50 και ο Μπολσονάρου θα αποφασίσει. Έχει ακόμη σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο», δήλωσε από την Μπραζίλια ο Γκάρμαν του Ομίλου Eurasia, σημειώνοντας ότι το τρέχον ποσοστό αποδοχής του Λούλα, πάνω από 40%, του δίνει ένα μικρό προβάδισμα για το 2026.
Κι αν η ιστορία έχει κάτι να μας διδάξει, είναι ότι δεν πρέπει να περιμένουμε από τον Μπολσονάρου να λάβει μια ρεαλιστική απόφαση. Η ορθολογική στρατηγική δεν υπήρξε ποτέ το δυνατό του σημείο.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.