Του Marc Champion*
Μήπως ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν τελικά υπερεκτίμησε τις δυνάμεις του προκαλώντας το ΝΑΤΟ; Είναι πολύ νωρίς για να το ξέρουμε, αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη ενδέχεται να είναι έτοιμες να ασκήσουν την απαραίτητη πίεση για να τον πείσουν ότι έχει παρακάνει και ότι είναι προς το συμφέρον του είναι να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Η πρώτη ένδειξη είναι ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, έπειτα από μια ανησυχητική επίδειξη αδιαφορίας την περασμένη εβδομάδα, όταν η Ρωσία έστειλε drones στον εναέριο χώρο της Πολωνίας, έθεσε τους όρους για τις κυρώσεις κατά της Μόσχας. Η δεύτερη ένδειξη είναι ότι η Κομισιόν φαίνεται, επιτέλους, να έχει υποστηρίξει ένα σχέδιο για την πλήρη χρήση των παγωμένων περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής κεντρικής τράπεζας - αξίας περίπου 330 δισ. δολαρίων - εναντίον της Μόσχας.
Ο Τραμπ ανέφερε τους όρους του σε μια επιστολή που έγραψε στα μέλη του ΝΑΤΟ και δημοσίευσε στο Truth Social την Κυριακή, λέγοντας ότι όλα τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ πρέπει πρώτα να σταματήσουν την αγορά ρωσικού πετρελαίου και στη συνέχεια να τον ακολουθήσουν στην επιβολή κυρώσεων στην Κίνα και την Ινδία.
Είναι δύσκολο να γνωρίζουμε αν ο Τραμπ είναι ειλικρινής ή αν, θέτοντας τον πήχη τόσο ψηλά, απλώς αναζητά έναν άλλο τρόπο για να αποφύγει την ευθύνη για την de facto εγκατάλειψη της Ουκρανίας. Η ανάρτηση της Κυριακής έμοιαζε λιγότερο με απειλή προς τη Μόσχα και περισσότερο με «επίθεση» κατά των συμμάχων των ΗΠΑ. Σε δηλώσεις του στους δημοσιογράφους, ο Τραμπ καυχήθηκε ότι οι ΗΠΑ δεν ξοδεύουν πλέον ούτε ένα σεντ για την άμυνα της Ουκρανίας, αλλά για πρώτη φορά χαρακτήρισε τη Ρωσία «επιτιθέμενη» χώρα.
Θεωρητικά πρόκειται για πρόοδο. Ο Τραμπ έχει πλέον θέσει σαφείς όρους για να πιέσει τη Μόσχα να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και οι σύμμαχοι μπορούν να προσπαθήσουν να τους ικανοποιήσουν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη μειώσει δραστικά την εξάρτησή της από το ρωσικό πετρέλαιο από την έναρξη του πολέμου το 2022, αλλά αναγκάστηκε να κάνει εξαιρέσεις για την Ουγγαρία και τη Σλοβακία – και οι δύο χώρες με ηγέτες συμμάχους του Τραμπ που υποστηρίζουν το Κρεμλίνο. Οι δύο χώρες εξακολουθούν να εφοδιάζονται με ρωσικό πετρέλαιο μέσω του αγωγού Druzhba (μτφ. Φιλία στα ρωσικά).
Ο Τραμπ έχει δίκιο όταν λέει ότι οι κυρώσεις για το πετρέλαιο δεν αποδίδουν και ότι αποτελούν ένα σημείο αδυναμίας του Κρεμλίνου που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί καλύτερα. Ακόμη και σε καιρό ειρήνης, τα έσοδα από το πετρέλαιο κάλυπταν το 30% έως 50% του κρατικού προϋπολογισμού. Αν εξαλειφθεί το μεγαλύτερο μέρος ή το σύνολο αυτών των εσόδων, θα γίνει πολύ πιο δύσκολο για τον Πούτιν να συνεχίσει τον πόλεμο, χωρίς να επιβάλει πολύ πιο σοβαρά οικονομικά μέτρα στον ίδιο τον πληθυσμό του.
Η οικονομία της Ρωσίας έχει αντέξει εξαιρετικά καλά τις δυτικές κυρώσεις, αλλά αυτή θα ήταν μια ιδιαίτερα αποτελεσματική στιγμή για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη να εντείνουν τις προσπάθειές τους. Καθώς ο Πούτιν έχει αναδιαμορφώσει την οικονομία για να εξυπηρετεί τον πόλεμο στην Ουκρανία, τα προβλήματα έχουν αρχίσει να συσσωρεύονται, καθιστώντας την πιο ευάλωτη στις πιέσεις. Οι τράπεζες έχουν υπερφορτωθεί με επισφαλή χρέη, πολλές από τα οποία δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, προκειμένου να συνεχιστεί η παραγωγή όπλων. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που ο Κρεγκ Κένεντι, πρώην τραπεζίτης των ΗΠΑ που ειδικευόταν στον τομέα της ρωσικής ενέργειας, παρακολουθεί εδώ και αρκετό καιρό. Εκτιμά ότι το 42% έως 54% των ρωσικών αμυντικών δαπανών δεν περιλαμβάνεται στον προϋπολογισμό και ότι το εταιρικό χρέος αυξήθηκε κατά 71%, ή 446 δισ. δολάρια, από την έναρξη του πλήρους πολέμου.
Το ποσό των πιστώσεων που διοχετεύθηκε στις αμυντικές βιομηχανίες, σε συνδυασμό με την έλλειψη εργατικού δυναμικού, καθώς οι άνδρες είτε στρατολογήθηκαν στο μέτωπο είτε εγκατέλειψαν τη χώρα, οδήγησε επίσης σε αύξηση του πληθωρισμού, αναγκάζοντας την κεντρική τράπεζα της Ρωσίας να αυξήσει τα επιτόκια έως και 21%. Αυτό τώρα επιβραδύνει την ανάπτυξη, ακόμη και καθώς το δημοσιονομικό έλλειμμα της κυβέρνησης αυξάνεται.
Παράλληλα, οι συνεχείς ουκρανικές επιθέσεις με drones και πυραύλους εναντίον δεξαμενών αποθήκευσης και διυλιστηρίων έχει επιφέρει σημαντική μείωση στην παραγωγή πετρελαίου της Ρωσίας. Σε συνδυασμό με την αποφασιστική προσπάθεια ΗΠΑ - Ευρώπης να μειώσουν τα έσοδα της Ρωσίας από τις εξαγωγές πετρελαίου και έναν πολιτικά βιώσιμο τρόπο για την Ευρώπη να χρηματοδοτήσει την άμυνα της Ουκρανίας για τα επόμενα χρόνια, αυτό θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στην αλλαγή των υπολογισμών του Πούτιν.
Όλα αυτά, ωστόσο, παραμένουν υποθετικά. Ο Τραμπ δεν έχει ακόμη υλοποιήσει καμία από τις απειλές του να υιοθετήσει σκληρή στάση απέναντι στη Ρωσία. Και για την Ευρώπη, η επιβολή δασμών 100% στις εξαγωγές από την Κίνα και την Ινδία είναι πιο εύκολη στα λόγια παρά στην πράξη, όπως διαπίστωσε ο ίδιος ο Τραμπ. Ομοίως, η ΕΕ παραμένει διχασμένη ως προς το αν πρέπει να κατάσχει τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία που προστατεύονται για την ώρα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το Βέλγιο, το οποίο φιλοξενεί το μεγαλύτερο μέρος των δεσμευμένων κεφαλαίων.
Οι αναφορές ότι η Κομισιόν κατέληξε τελικά σε έναν μηχανισμό για την αξιοποίησή τους είναι ενθαρρυντικές. Η πρόταση που επιλέχθηκε είναι αυτή που προώθησα τον Ιούλιο, λόγω της δυνατότητάς της να παρακάμψει ορισμένα από τα δύσκολα νομικά ζητήματα που θα συνοδεύουν οποιαδήποτε άμεση κατάσχεση προστατευόμενων περιουσιακών στοιχείων. Το σχέδιο θα μετατρέψει τα χρήματα σε δάνεια, τα οποία θα αποπληρωθούν στη Ρωσία μόλις αυτή καταβάλει τις αποζημιώσεις που μια επιτροπή διορισμένη από τα Ηνωμένα Έθνη θα κρίνει αναπόφευκτα ότι οφείλονται, τα επόμενα χρόνια.
Η ανησυχία παραμένει ότι τίποτα από όλα αυτά δεν αποτελεί μέρος μιας συνεκτικής, δεσμευτικής στρατηγικής για να σταματήσει ο Πούτιν τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά κάτι πιο ad hoc και, ως εκ τούτου, κάτι εύθραυστο. Επειδή, για να πειστεί ο Πούτιν ότι δεν έχει νόημα να συνεχίσει τον πόλεμο, πρέπει να πιστέψει ότι οι δεσμεύσεις της Ευρώπης και των ΗΠΑ να υποστηρίξουν το Κίεβο «για όσο διάστημα χρειαστεί» είναι ακλόνητες.
Ο Τραμπ δεν είναι αδιάλλακτος. Η Ευρώπη στερείται κρίσιμων πόρων και υπόκειται σε πολιτικούς περιορισμούς, καθώς οι κεντρώοι ηγέτες που αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα της ρωσικής απειλής αντικαθίστανται από λαϊκιστές της ακροδεξιάς που δεν την αντιλαμβάνονται, οι οποία βλέπουν αντίθετα τον Πούτιν ως σύμμαχο στη μοναδική σύγκρουση που τους απασχολεί πραγματικά: τον δικό τους πολιτισμικό πόλεμο με τον φιλελευθερισμό. Σε αυτούς τους λαϊκιστές περιλαμβάνονται όχι μόνο ο Βίκτορ Όρμπαν της Ουγγαρίας και ο Ρόμπερτ Φίτσο της Σλοβακίας, αλλά και ηγέτες της Εθνοσυνέλευσης στη Γαλλία, του κόμματος Reform στο Ηνωμένο Βασίλειο και του AfD στη Γερμανία.
Ο Πούτιν έχει δίκιο ότι ο χρόνος στην Ουκρανία τελειώνει. Μπορεί να τελειώσει και για τον ίδιο, αλλά μόνο αν ο Τραμπ και η Ευρώπη αποφασίσουν τελικά να δράσουν.
*Ο Marc Champion είναι αρθρογράφος της στήλης Bloomberg Opinion και καλύπτει θέματα που αφορούν την Ευρώπη, τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή. Προηγουμένως ήταν επικεφαλής του γραφείου του Wall Street Journal στην Κωνσταντινούπολη.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.