Ο Τζο Μπάιντεν «επανεκκινεί» τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις με φόντο τους S-400, αλλά για την Τουρκία δεν είναι εύκολο να εγκαταλείψει το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα σχολιάζει ο ιστότοπος Ahval News. 

Ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Χουλούσι Ακάρ πρότεινε τη μεταφορά πυραύλων αεροπορικής άμυνας S-400 που αγοράστηκαν από τη Ρωσία σε μια τοποθεσία μακριά από τις εγκαταστάσεις του ΝΑΤΟ για να την επίλυση της διαφοράς με τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με την απόκτηση των προηγμένων όπλων. 

Η Άγκυρα καλεί την Ουάσινγκτον να συμφωνήσει σε μια συμφωνία παρόμοια με της Ελλάδας τη δεκαετία '90, όταν η Αθήνα πήρε τους S-300 από την Κύπρο και τους αποθήκευσε στην Κρήτη. Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιμένουν ότι η Τουρκία πρέπει να εγκαταλείψει τους S-400, που αγοράστηκαν το 2019 και να ακυρώσει σχέδια για αγορά περισσότερων, δήλωσε ο Ακάρ σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Hürriyet τον περασμένο μήνα. 

Ο Άαρον Στάιν, διευθυντής έρευνας στο Ινστιτούτο Έρευνας Εξωτερικής Πολιτικής (FPRI) της Φιλαδέλφειας, δήλωσε στον ιστότοπο ότι η συμπεριφορά του προέδρου των ΗΠΑ  έναντι της Τουρκίας, και σε ορισμένες περιπτώσεις, η ψυχρότητα που δέχεται (από τους Τούρκους), είναι ενδεικτική μιας νέας προσέγγισης που κόβει δεσμούς με τις πολιτικές του προκατόχου του. «Είναι ξεκάθαρο εξ αρχής ότι η ομάδα του Μπάιντεν μπήκε και προσπάθησε να επανεκκινήσει τους όρους της τουρκοαμερικανικής σχέσης σε σχέση με την κυβέρνηση Τραμπ», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Στάιν σε podcast του Ahval News. 

Η απόκτηση και δοκιμή του αντιαεροπορικού συστήματος από την Τουρκία ήταν κομβικής σημασίας για την επιδείνωση των διπλωματικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Τουρκία αποκλείστηκε από την αγορά των υπερσύγχρονων μαχητικών F-35. Ο Τραμπ ενέκρινε κυρώσεις στον τουρκικό οργανισμό αμυντικών προμηθειών τον Ιανουάριο, ανταποκρινόμενος σε διακομματικές εκκλήσεις του Κογκρέσου να τιμωρήσει την Άγκυρα για την απόκτηση του αντιαεροπορικού συστήματος. Ορισμένοι αναλυτές πιστεύουν ότι ο Μπάιντεν ενδέχεται να επιβάλει βαρύτερες οικονομικές κυρώσεις στην Τουρκία, ειδικά εάν αγοράσει περισσότερα από τα συγκεκριμένα όπλα ή αν τα ενεργοποιήσει, ενισχύοντας έτσι τα οικονομικά προβλήματα της χώρας.

Η Τουρκία περιήλθε σε νομισματική κρίση το 2018 αφότου ο Τραμπ επέβαλε τιμωρητικές κυρώσεις ως απάντηση στην κράτηση ενός πάστορα των ΗΠΑ λόγω κατηγοριών για τρομοκρατία. Ο πάστορας Άντριου Μπράνσον απελευθερώθηκε αργότερα και οι κυρώσεις ήρθησαν, αλλά ήταν πολύ αργά για να αποφευχθεί μια οδυνηρή οικονομική ύφεση. 

Ο Μπάιντεν δεν συμπεριέλαβε τον τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη λίστα των βασικών συμμάχων των ΗΠΑ στους οποίους τηλεφώνησε μετά την ορκωμοσία του τον Ιανουάριο. Ο αμερικανός πρόεδρος θα καλέσει τον Ερντογάν «κάποια στιγμή» και δεν έχει μιλήσει με πολλούς παγκόσμιους ηγέτες, περιορίστηκε να δηλώσει η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Τζεν Ψάκι την περασμένη εβδομάδα. 

Πηγή: skai.gr