Το αδιέξοδο Μακρόν, η ακυβερνησία και ο φόβος της θεωρίας του «ντόμινο»

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν

Με την τροπή που πήραν το πράγματα στη Γαλλία δεν μπορεί στελέχη τόσο της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας να μην κάνουν παραλληλισμούς με τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα.

Του Αντώνη Αντζολέτου

Τον Φρανσουά Μιτεράν το 1988, κατά τη δεύτερη εκλογή του, λίγες έδρες μόνο τον χώριζαν από την απόλυτη πλειοψηφία. Ο τότε σοσιαλιστής πρωθυπουργός Μισέλ Ροκάρ δεν είχε πρόβλημα κατά περίπτωση να βρίσκει τους βουλευτές της Εθνικής Γαλλικής Αντιπροσωπείας που χρειαζόταν για να περνά τα νομοθετήματά του. Σήμερα τα πράγματα στη Γαλλία είναι πολύ διαφορετικά. Η αντισυστημική ψήφος τιμώρησε τον Εμανουέλ Μακρόν λίγες ημέρες μετά τη νίκη του στις προεδρικές εκλογές. Το ρεκόρ της αποχής, που έφτασε το 54%, εκτιμήθηκε πως ήταν η απάντηση σε νομοθετικές αλλαγές που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, όπως αυτή του ασφαλιστικού με την πρόβλεψη για αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 65 έτη.

Στις 5 Ιουλίου συζητείται πρόταση μομφής που κατέθεσε ο Ζαν Λυκ Μελανσόν κατά της μόλις διορισμένης κυβέρνησης. Είναι ένα εξαιρετικό πρόσχημα για τον Γάλλο πρόεδρο, με βάση την τροπή που θα πάρει η συζήτηση, να προκηρύξει πρόωρες εκλογές; Αυτό αναρωτιούνται έμπειροι αναλυτές που βλέπουν πως η κυβερνησιμότητα πλέον στη Γαλλία απειλείται σοβαρά.

Με δεδομένο πως στη γαλλική δημοκρατία η κουλτούρα των συνασπισμών δεν υπάρχει, το βασικό σενάριο θέλει την παράταξη του «Μαζί» να αναζητεί περιστασιακές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες για να περνά τα νομοσχέδιά της. Οι 245 έδρες (από τις 577) είναι η ισχνότερη πλειοψηφία στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας. Μαρίν Λεπέν και Ζαν Λυκ Μελανσόν περιμένουν τον Γάλλο πρόεδρο στη «γωνία» για να τον αμφισβητήσουν. Οι κεντροδεξιοί Ρεπουμπλικάνοι (61 έδρες) είναι διχασμένοι για το κατά πόσο μπορούν να υποστηρίξουν τον πρόεδρο. Εκτός αν υπάρξει διάσπασή τους ικανή που να δώσει τελικά κάποιας μορφής πλειοψηφία στον Μακρόν.

Το μεγάλο ζήτημα, ωστόσο για τον Γάλλο πρόεδρο είναι άλλο. Το προφίλ του Ευρωπαίου ηγέτη που επιχείρησε να οικοδομήσει από το 2017 με τις πρωτοβουλίες που πήρε ακόμα και με τις προτάσεις του για βασικές αλλαγές στη δομή και λειτουργία της ΕΕ δύσκολα πια θα μπορεί να υποστηριχθεί. Τις είχε ανακοίνωσε και απο την Πνύκα τον Σεπτέμβριο του έτους που εξελέγη στην προεδρία. Ποιος θα εμπιστευτεί έναν ηγέτη πλήρως αποδυναμωμένο στο εσωτερικό του; Τη στιγμή μάλιστα που το 2027 ολοκληρώνει την πολιτική του σταδιοδρομία.

Με την τροπή που πήραν το πράγματα στη Γαλλία δεν μπορεί στελέχη τόσο της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας να μην κάνουν παραλληλισμούς με τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα. Τα μεγέθη δεν είναι συγκρίσιμα, καθώς η ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική του Μακρόν και ο θυμός των λαϊκών στρωμάτων δεν του έδωσε δεύτερη ευκαιρία μετά τις προεδρικές εκλογές. Στη Γαλλία, άλλωστε στην πρώτη ψηφοφορία τα δείγματα ήταν εμφανή αφού δεν κατάφερε τον Μάιο να ξεπεράσει το ψυχολογικό φράγμα του 30%. Χρειάστηκε ο επόμενος γύρος, όμως και πάλι ήταν ψαλιδισμένος σε σχέση με πέντε χρόνια πριν.  

Η ΝΔ δεν αντιμετωπίζει κάποιο δημοσκοπικό πρόβλημα, έχει άνετο προβάδισμα από τον ΣΥΡΙΖΑ μετά από τρία χρόνια διακυβέρνησης, ωστόσο ο δύσκολος χειμώνας που έρχεται είναι το «καμπανάκι» που ακούει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Να πραγματοποιήσει δηλαδή τις εκλογές στο καλύτερο timing δίνοντας το σήμα της συσπείρωσης και ξορκίζοντας τη διασπορά της ψήφου. Στόχος; οι δεύτερες κάλπες να του δώσουν την αυτοδυναμία. Σε διαφορετική περίπτωση η αναζήτηση ενός κυβερνητικού εταίρου, για όποιο κόμμα κόψει πρώτο το νήμα, θα είναι μονόδρομος ώστε να αποτραπεί το «εφιαλτικό» σενάριο της τρίτης συνεχόμενης κάλπης που θα βάλει τη χώρα σε μια παρατεταμένη κυβερνητική αστάθεια. Όπως συμβαίνει τώρα στη Γαλλία.