«Η Ζωή Σου Όλη»: Ο διεθνούς εμβέλειας γλύπτης Κώστας Βαρώτσος συνταξιδεύει στον χρόνο με συνοδοιπόρο τη Χριστίνα Βίδου

Πιάνοντας το νήμα της εξιστόρησής του από τα πρώτα καθοριστικά ερεθίσματα, στέκεται στους σημαντικούς σταθμούς της καλλιτεχνικής και προσωπικής του πορείας

Βαρώτσος

Ο διεθνούς εμβέλειας γλύπτης Κώστας Βαρώτσος επιχειρεί ένα ταξίδι στον χρόνο με συνοδοιπόρο τη Χριστίνα Βίδου. Πιάνοντας το νήμα της εξιστόρησής του από τα πρώτα καθοριστικά ερεθίσματα, στέκεται στους σημαντικότερους σταθμούς της καλλιτεχνικής και προσωπικής πορείας του.

Βαρώτσος

Ξεκινώντας από τις πρώτες παιδικές ανακαλύψεις, το «μυστικό» της ανάμιξης δύο χρωμάτων που δίνει έναν τρίτο, την εφηβική μπάντα και την αποβολή-ρεκόρ από το σχολείο, φτάνει στα φοιτητικά χρόνια της Ιταλίας, στην υιοθέτηση του γυαλιού ως πρώτη ύλη των δημιουργιών του, από εκεί στον εμβληματικό «Ποιητή» της Λευκωσίας, στον «Δρομέα» της Ομόνοιας, στα αμφιθέατρα του Αριστοτέλειου και καταλήγει στο σήμερα – στην πρωτοποριακή ανάπλαση του ελληνικού «Πενταγώνου».

Αυτοδίδακτος, ανήσυχος και βαθιά συνδεδεμένος με την έννοια της ελευθερίας, μιλάει για το δέος που ένιωσε παιδί μπρος στον Ντουόμο του Μιλάνου, τα εφηβικά ταξίδια με τον αγαπημένο του θείο στις πρωτεύουσες της Ευρώπης, όπου ήρθε σε επαφή με αρχιτεκτονικούς ρυθμούς και μορφές τέχνης άγνωστες στην Ελλάδα. Εκεί σμιλεύτηκε η σκέψη και η αισθητική του.

Σήμερα, έχοντας διανύσει μία αξιοθαύμαστη πορεία εντός και -κυρίως- εκτός συνόρων, λέει με σιγουριά πως το ελληνικό φως αποτέλεσε την κύρια πηγή έμπνευσης του.

Βαρώτσος

Θυμάται πως μετά από μία μακρά απουσία σε Ευρώπη και Αμερική επέστρεψε στην Ελλάδα, «κρύφτηκε» στη Σαντορίνη και τα πόδια του λύγισαν στην πρωινή θέα της Καλντέρας, κάπου στη δεκαετία του ’80. Εξηγεί πως -παρά τις περιπλανήσεις- «με κυκλικές κινήσεις» επέστρεφε πάντοτε στην Ελλάδα, αποκωδικοποιεί τα χωροχρονικά κενά της ξενιτιάς και των ξενιτεμένων, υμνεί το διαυγές φως της Αίγινας, τη γειτονία του, το Κουκάκι, που «δεν προσποιείται αλλά είναι», ενώ αναλύει τις περιόδους της οικονομικής κρίσης και της καραντίνας και την επίδραση τους στην πόλη.

«Ό,τι δεν γίνεται κατανοητό με την πρώτη ματιά, το σύστημα το θεωρεί παράνομο», υποστηρίζει και έτσι δικαιολογεί την αμφισβήτηση που δέχθηκε από το κατεστημένο της τέχνης όταν αποκαλύφθηκε ο «Δρομέας». Όμως, το επιβλητικό γλυπτό δεν απευθυνόταν σε εικαστικούς ή ομότεχνους του. Απευθυνόταν στους Αθηναίους – αυτοί το αγκάλιασαν, συνεχίζει.

Αναλύοντας τη σχέση του με την κυρίαρχη πρώτη ύλη των έργων του, το γυαλί, μιλάει για «ένα κοντέινερ χώρου, μία ψευδαίσθηση χρόνου», ενώ χαρακτηρίζει εσωτερική την ανάγκη του για επαναφορά του χρόνου μέσω της ύλης. Συζητά για τις μεγάλες αγωνίες του, τον φόβο ότι η έμπνευση κάποτε θα στερέψει, τη μοναξιά του δημόσιου χώρου, τη γενναιοδωρία της τέχνης, τον ρόλο της ανθρώπινης απόφασης στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και τις αντιφάσεις των ελληνικών πανεπιστημίων. 

«Την τέχνη δεν την επιλέγεις, σε επιλέγει. Είναι μια παγίδα συγκλονιστική», εκτιμά, συνοψίζοντας μία διαδρομή 40 και πλέον χρόνων ο σημαντικότερος Έλληνας γλύπτης της εποχής μας.

Βαρώτσος

Βαρώτσος

Από την πλευρά του, ο Σταύρος Ξαρχάκος -σε μία σπάνια τηλεοπτική εμφάνιση- συνομιλεί με τη Χριστίνα Βίδου για τον πρωτοπόρο της γλυπτικής και επιστήθιο φίλο του.

Ο κορυφαίος μαέστρος φωτίζει την ιστορία μιας φιλίας που μετρά σχεδόν σαράντα χρόνια – όσα και ο «Δρομέας» στο αθηναϊκό αστικό τοπίο.

Η συμπόρευση των δύο δημιουργών ξεκίνησε όταν ο νεαρός τότε Βαρώτσος κατέθεσε τη γυάλινη μακέτα του «Δρομέα» στον Δήμο Αθηναίων, επί δημαρχίας Μιλτιάδη Έβερτ. Ο Ξαρχάκος, αντιδήμαρχος Πολιτισμού την εποχή εκείνη, διαισθάνθηκε από την πρώτη στιγμή το μέγεθος και τη δύναμη του έργου. Όπως λέει στην κάμερα της εκπομπής «Η Ζωή Σου Όλη», προσπάθησε εξ αρχής να πείσει τον δήμαρχο ότι η πόλη «χρειαζόταν» αυτό το γλυπτό, διανθίζοντας την παρουσίαση του με λεπτομέρειες που σκαρφίστηκε ο ίδιος.

Δρομέας, Βαρώτσος

Και ο Έβερτ, ωστόσο, δεν έμεινε ασυγκίνητος από το πρωτοποριακό γλυπτό. Η «μακέτα με τα τζάμια» του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Λίγες ώρες μετά, ένα τηλεφώνημα του δημάρχου έδωσε το «πράσινο φως» και κάπως έτσι το 1988 ο «Δρομέας» εμφανίστηκε στην -υποβαθμισμένη- Πλατεία Ομονοίας. Ο Ξαρχάκος, άλλωστε, ανακαλεί στη μνήμη του τον Έβερτ να υποστηρίζει με πάθος ότι η τέχνη θα μπορούσε να λειτουργήσει αναγεννητικά σε διάφορες περιοχές της Αθήνας με αντίστοιχα προβλήματα.
Πέρα, όμως, από τον «Δρομέα», τους δύο φίλους ένωσε η αγάπη για την Αίγινα. Ο Σταύρος Ξαρχάκος εξηγεί πώς επέλεξε ο ίδιος τον γείτονά του στο νησί, πείθοντας τον Βαρώτσο να αποκτήσει το διπλανό οικόπεδο. Μιλάει για τις «σιωπηλές διαφωνίες» τους, για την αυστηρή κριτική που του ασκεί, για το lockdown που πέρασαν «εγκλωβισμένοι» στο νησί, για μια σχέση βαθιά, απαιτητική και δημιουργική – που έμελλε να γίνει οικογενειακή, αφού βάφτισε την κόρη του Βαρώτσου, Χριστίνα.

«Η Ζωή Σου Όλη» στα social media:

Twitter: @izoisouoliskai
Facebook: izwisouoli
Instagram: @izoisouoli.skai
TikTok: @izoisouoli.skai
 

Πηγή: skai.gr
73 0 Bookmark

Απόρρητο