Ιδιαίτερα απασχολημένη κρατούσε τη βρετανική κυβέρνηση και το διπλωματικό της δυναμικό κατά το 1982 η Ελλάδα και ακριβέστερα ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Ο όγκος και το περιεχόμενο των διαβαθμισμένων εγγράφων από το αρχείο του Φόρεϊν Όφις που αφορούν στην Ελλάδα, τα οποία αποχαρακτηρίζονται με καθυστέρηση δύο ετών, δείχνουν πόσο προβλημάτιζαν το Λονδίνο οι πολιτικές κινήσεις του τότε πρωθυπουργού.

Το βασικό ενδιαφέρον των Βρετανών, πέρα από την καθιερωμένη ανάλυση του χαρακτήρα και των κινήτρων του πολιτικού άνδρα, συγκέντρωναν οι επιπτώσεις των ενεργειών του στις διμερείς σχέσεις, στη λειτουργία της ΕΟΚ και κυρίως στη συνοχή της νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Ανησυχία προκαλούσε η ένταση στις σχέσεις με την Τουρκία, η οποία διακρίθηκε το 1982 από διακυμάνσεις. Οι Βρετανοί έφτασαν στο σημείο να ετοιμάσουν ένα σχέδιο δήλωσης εγγύησης της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ, όπως ζητούσε ο Παπανδρέου. Η δήλωση πάντως δεν κυκλοφόρησε όταν το Λονδίνο διαπίστωσε πως δεν υπήρχε στήριξη από τα άλλα μεγάλα μέλη της Συμμαχίας.

Με το πέρασμα των μηνών πάντως οι Βρετανοί διαπίστωναν ότι οι κινήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου δεν συμφωνούσαν με την πιο ριζοσπαστική ρητορική του και ότι οι κινήσεις του υπαγορεύονταν από «ρεαλισμό» χωρίς να απειλούν τελικά τα συμφέροντα της Δύσης.

Ο «ταραχοποιός» Παπανδρέου και η άπειρη κυβέρνησή του

Στις αρχές του έτους (13/1) ο πρέσβης στην Αθήνα Ίαν Σάδερλαντ επιχείρησε μία αποτίμηση της μέχρι τότε πορείας της νέας κυβέρνησης, που είχε αναλάβει την εξουσία μόλις πριν από τρεις μήνες. Ο έμπειρος Βρετανός διπλωμάτης μιλούσε για «αβέβαιη αρχή» την οποία απέδιδε στην υπουργική απειρία και την ενασχόληση με την αυτή καθαυτή τη διαδικασία αλλαγής στην κυβέρνηση. Εκτιμούσε παρ’ όλα αυτά ότι βρισκόταν εν εξελίξει «μια βαθιά πολιτική αλλαγή».

Η αίσθηση ότι η Ελλάδα υπό τον Παπανδρέου δε θα ήταν εύκολος εταίρος διέπνεε όλες τις διπλωματικές αναφορές σχετικά με την εξωτερική πολιτική της νέας κυβέρνησης. «Υπό αυτή την κυβέρνηση η Ελλάδα θα είναι πάντα ένας διστακτικός σύμμαχος, αλλά ο Παπανδρέου βλέπει τα μειονεκτήματα της αποχώρησης από το ΝΑΤΟ όσο η Τουρκία είναι μέλος», σχολίαζε ο Σάδερλαντ. Θεωρούσε ότι φιλοδοξία του Παπανδρέου ήταν να μπει η Ελλάδα στο διεθνές πολιτικό προσκήνιο, ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως θα προσλάμβανε κυρίως στους κόλπους της Συμμαχίας ρόλο «ταραχοποιού». Ο ίδιος πάντως πρόσθετε ότι ήδη στο πρώτο τρίμηνο διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ υπήρχε «οξεία αλλαγή τόνου και ουσίας, ιδίως ως προς τις σχέσεις της Ελλάδας με τον αραβικό κόσμο και το ΝΑΤΟ».

Στο ίδιο επίπεδο ανάλυσης αναφερόταν μεταξύ άλλων στον Κώστα Σημίτη, τότε υπουργό Γεωργίας: «Έχει εμπεδώσει γρήγορα το χαρτοφυλάκιό του αλλά ίσως είναι πολύ θεωρητικός για το πόστο». Χαρακτήρισε τον υπουργό Εξωτερικών Γιάννη Χαραλαμπόπουλο «αίνιγμα», απόλυτα ικανό να κωλυσιεργεί εκ μέρους του Παπανδρέου. Σε μεταγενέστερη έκθεση έκριναν ότι ο υπουργός Εξωτερικών υπολειπόταν σε ικανότητες και υπόβαθρο. «Ξεχωρίζει ο υπουργός Εσωτερικών Γιώργος Γεννηματάς για την ετοιμότητά του όταν ανέλαβε το ρόλο του και την ενέργειά του», έγραφε ο Σάδερλαντ, με ιδιαίτερη αναφορά στην προώθηση του νομοσχεδίου για αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.

Η «ρεαλιστική» πολιτική στροφή του Παπανδρέου

Σε μια ανασκόπηση του κυβερνητικού έργου σχεδόν ένα χρόνο μετά την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ, ο διάδοχος του Σάδερλαντ Βρετανός πρέσβης Πέρι Ρόουντς ανέφερε προς τον υπουργό Εξωτερικών Φράνσις Πιμ (που είχε διαδεχθεί τον λόρδο Κάρινγκτον) ότι ο Παπανδρέου προσπαθούσε «να ισορροπήσει μη ρεαλιστικές και οικονομικά καταστροφικές οικονομικές δεσμεύσεις με την πραγματικότητα».

Σε ό,τι αφορούσε την εξωτερική του πολιτική η εκτίμηση ήταν ότι είχε εξελιχθεί «ικανοποιητικά» για τη Δύση. «Έχει μετατοπιστεί προς ρεαλιστική στάση σε ό,τι αφορά το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ και τις σχέσεις με τους Αμερικανούς. Ενώ έχει δεσμευτεί να καταστήσει προτεραιότητα το Κυπριακό, μοιάζει να έχει συνειδητοποιήσει τους κινδύνους της πολύ στενής ανάμιξής του».

Σε έγγραφο που αναφερόταν στην εικόνα που είχε σχηματίσει η γερμανική πολιτική ηγεσία για τον Παπανδρέου, την οποία συμμερίζονταν οι Βρετανοί διπλωμάτες, παρατηρούσαν πως «κατ’ ιδίαν είναι πολύ πιο πραγματιστής και νουνεχής από όσο στις δημόσιες εμφανίσεις του».

Σε ό,τι αφορά τις ελληνοβρετανικές σχέσεις, ο πρέσβης παρατηρούσε ότι υπήρχαν πολλοί διμερείς δεσμοί, αλλά με έλλειψη ζεστασιάς και περιεχομένου. «Δεν υπάρχει βιώσιμη εναλλακτική της συνεργασίας με τον Παπανδρέου», σημείωνε. «Πρέπει να αναπτύξουμε σχέσεις ώστε να δημιουργήσουμε μία ατμόσφαιρα στην οποία θα μπορούμε να επηρεάσουμε τις ελληνικές θέσεις. Για αυτό είναι αναγκαίο να αποφύγουμε να εμφανιστούμε αδιάφοροι απέναντι σε αυτές».

Συμφέρον της Δύσης η ανοχή της ελληνικής αναστάτωσης

Γενική ήταν η διαπίστωση στο Φόρεϊν Όφις ότι ήταν προς το συμφέρον της Δύσης να διατηρήσει την Ελλάδα στην ΕΟΚ και ακόμα περισσότερο στη Βορειοατλαντική Συμμαχία. Σε επιστολή με ημερομηνία 12/11 από τον πρέσβη στην Αθήνα προς το Φόρεϊν Όφις ενόψει της επίσκεψης Χαραλαμπόπουλου στο Λονδίνο στις αρχές του Δεκέμβρη αναφερόταν: «Στόχος μας είναι να κρατήσουμε τους Έλληνες στη Συμμαχία και τη δυτική οικογένεια. Θα έπρεπε να ξέρουμε ότι θα υπήρχε τίμημα να πληρώσουμε για τα πολιτικά και (έμμεσα) αμυντικά οφέλη της ένταξής τους. Δεν θέλω να πω πως πρέπει να αποδεχθούμε την ελληνική συμμετοχή στους δυτικούς θεσμούς ανεξαρτήτως του κόστους. Προφανώς δεν μπορούμε. Αλλά πρέπει να εξετάσουμε πολύ προσεκτικά τον πολιτικό και ψυχολογικό αντίκτυπο για τη Συμμαχία και την Κοινότητα σε περίπτωση διολίσθησης της Ελλάδας προς την έξοδο. Αυτός θα προστίθετο στο ευθύ πλήγμα στα αμυντικά μας συμφέροντα, (δηλαδή) τη συνεχιζόμενη παρουσία των αμερικανικών βάσεων».

Η άβολη συνύπαρξη στο ΝΑΤΟ

Η δύσκολη συνύπαρξη της Ελλάδας με τους εταίρους της στη Βορειοατλαντική Συμμαχία και με τη Βρετανία αποτυπώθηκε έντονα κατά την απόφαση της κυβέρνησης Παπανδρέου να ακυρώσει τη Νατοϊκή άσκηση APEX Express II τον Νοέμβριο. Η βρετανική κυβέρνηση δεν έκρυβε την έντονη ενόχλησή της και οι διπλωμάτες του Φόρεϊν Όφις (έγγραφο με ημερομηνία 9/11) εκτιμούσαν ότι μέσω της ακύρωσης της άσκησης οι Έλληνες ήθελαν να πιέσουν τους συμμάχους να πάρουν θέση στη διένεξη με την Τουρκία.

Αιτία για την ακύρωση της άσκησης ήταν η μη συμπερίληψη της Λήμνου στον σχεδιασμό της. Η ελληνική πλευρά υποστήριζε ότι η Συνθήκη του Μοντρέ του 1936 είχε άρει το καθεστώς αποστρατικοποιημένης ζώνης από το νησί, που είχε επιβάλλει 13 χρόνια νωρίτερα η Συνθήκη της Λωζάννης. Η τουρκική πλευρά αμφισβητούσε τη θέση αυτή. Οι Βρετανοί διπλωμάτες τόνιζαν ότι έπρεπε «να συνεχίσουν να αποφεύγουν να πάρουν θέση». Πάντως, κατόπιν νομικών συμβουλών και εξέτασης του κειμένου της Συνθήκης του Μοντρέ είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι Έλληνες στην προκειμένη περίπτωση είχαν δίκιο.

Η Λήμνος αντιμετωπιζόταν ως ένα (αρκετά ανησυχητικό) επεισόδιο στη μακρά λίστα των πτυχών των ελληνοτουρκικών διαφορών, στις οποίες είναι αφιερωμένοι πολλοί φάκελοι των αρχείων. Οι απρόβλεπτες κινήσεις του νέου Έλληνα πρωθυπουργού υποχρέωναν το Φόρεϊν Όφις να εξετάζει ακόμα και αντιδράσεις που δεν ήταν επιθυμητές. Μια τέτοια περίπτωση είναι η έντονη δραστηριότητα που αναπτύχθηκε μετά το μόνιμο εκείνη την περίοδο αίτημα του Ανδρέα Παπανδρέου για παροχή εγγύησης από το ΝΑΤΟ κατά των απειλών, δηλαδή της Τουρκίας, για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.

Σε επιστολή της 26/3 από τον επικεφαλής του Τμήματος Νότιας Ευρώπης του Φόρεϊν Όφις Γουίλσον προς τη βρετανική πρεσβεία στη Γερμανία ενημέρωνε ότι το Λονδίνο είχε κάνει προχωρήσει στην «εσωτερική» σύνταξη μιας πιθανής δήλωσης εγγύησης στα πρότυπα αυτού που ζητούσε ο Παπανδρέου. Ο Βρετανός διπλωμάτης τόνιζε παράλληλα ότι οι Τούρκοι με την ανάδειξη του Παπανδρέου στην εξουσία και τους ελιγμούς του είχαν γίνει πιο καχύποπτοι απέναντι στις κινήσεις του ΝΑΤΟ που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ικανοποίηση ελληνικών απαιτήσεων σε βάρος της Άγκυρας. «Επομένως, αν και έχουμε κάνει καλή προετοιμασία εσωτερικά για μια πιθανή μορφή εγγύησης, δεν έχουμε καμία επιθυμία να δυσαρεστήσουμε τους Τούρκους αχρείαστα».

Οι Βρετανοί είχαν σπεύσει να δουν αν και πώς θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την απαίτηση Παπανδρέου για νατοϊκή εγγύηση με αμοιβαία αποδεκτή από Έλληνες και Τούρκους φρασεολογία «ώστε να αποφευχθούν ελληνικές παρεμποδίσεις στο μέλλον», αλλά και λόγω της εκμυστήρευσης του γ.γ. του ΝΑΤΟ Λουνς προς τον λόρδο Κάρινγκτον στις 16/2 ότι η Βόννη «εργάζονταν επί μιας φόρμουλας για τη διατύπωση μιας τέτοιας δήλωσης». Τελικά η πληροφορία του Λουνς αποδείχθηκε λανθασμένη, με τους Βρετανούς διπλωμάτες να προσπαθούν να αποφύγουν να εκτεθούν: «Αν επανέλθει το θέμα να μη δοθεί στους Γερμανούς η αίσθηση ότι προωθούμε το ζήτημα», ήταν η εντολή προς τη διπλωματική αντιπροσωπεία στη Βόννη από τον Γουίλσον.

Ενδεικτικά ο πρέσβης στη Βόννη είχε αναφέρει στο Λονδίνο πως αξιωματούχοι του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών είχαν σχολιάσει σχετικά πως «χρειαζόμαστε προβλήματα με τους Τούρκους όσο μια τρύπα στο κεφάλι!» Παράλληλα έρχονταν και οι ενημερώσεις από την πρεσβεία στην Άγκυρα ότι οι Τούρκοι προειδοποιούσαν πως θα αρνούνταν καν να συζητήσουν οποιαδήποτε κίνηση βασιζόταν στην υπόνοια τουρκικής απειλής κατά της Ελλάδας. «Δυστυχώς το τουρκικό μήνυμα ήταν πιο αυστηρό από όσο ανέμενα», ανέφερε στις 26/3 ο πρέσβης στην Άγκυρα Πίτερ Λώρενς.

Μεγαλύτερη απογοήτευση και αμηχανία προκάλεσε στο Λονδίνο και η ενημέρωση από την πρεσβεία τους στην Ουάσινγκτον ότι οι Αμερικανοί δεν είχαν ασχοληθεί τόσο έντονα με το αίτημα δήλωσης εγγύησης της ελληνικής εδαφικής ακεραιότητας. Οι Αμερικανοί δε θεωρούσαν «συνετό» να φανεί πως η τακτική του Παπανδρέου απέδιδε, καθώς θα μπορούσαν να προκύψουν «μπελάδες» με τους Τούρκους.

Ελληνικές «πολιτικές εκκεντρικότητες»

Οι διπλωμάτες του Φόρεϊν Όφις συνέταξαν στα τέλη Νοεμβρίου λίστα με τις «ελληνικές πολιτικές εκκεντρικότητες» για «χρήση» από τον υπουργό Εξωτερικών Φράνσις Πιμ κατά τη συνάντησή του με τον Έλληνα ομόλογό του στις 2/12, κατά την επίσκεψη Χαραλαμπόπολου στο Λονδίνο.

Αρχικά αναφερόταν ότι ενώ οι υπόλοιποι εννέα υπουργοί Εξωτερικών της Κοινότητας είχαν τηρήσει απόλυτα κοινή στάση στην καταδίκη της επιβολής στρατιωτικού νόμου στην Πολωνία από τον Γιαρουζέλσκι (στις 4/1), η Ελλάδα αποτελούσε την εξαίρεση.

Αίσθηση είχε προκαλέσει στο Λονδίνο η αποπομπή του υφυπουργού Εξωτερικών Ασημάκη Φωτήλα κατά την πτήση επιστροφής στην Αθήνα λόγω της αποδοχής του κειμένου της κοινής διακήρυξης για την Πολωνία. Ο Παπανδρέου θεωρούσε ότι η τελική διατύπωση ήταν πιο αυστηρή από όσο επιθυμούσε και έλεγε ότι ο Φωτήλας όφειλε πρώτα να έχει διαβουλευθεί με την Αθήνα.

Μιλώντας αργότερα με τον τότε ηγέτη των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών Βίλυ Μπραντ για την υπόθεση ο Παπανδρέου είχε πει ότι είχε λυπηθεί αλλά έπρεπε να διώξει τον Φωτήλα για να αποκαταστήσει την τάξη στο υπουργικό συμβούλιο. Πάντως οι Βρετανοί θεωρούσαν ότι ο αποπεμφθείς υπουργός ήταν σε διαφορετικό μήκος κύματος από την ηγεσία ως προς την απόδοση ευθυνών στη Σοβιετική Ένωση για την Πολωνία και ότι οι Παπανδρέου και Χαραλαμπόπουλος αναζητούσαν αφορμή να τον διώξουν. «Παράλληλα η απόφαση είναι μια ένδειξη κυριαρχίας του Παπανδρέου και προειδοποίηση προς άλλους υπουργούς να τον συμβουλεύονται σε κάθε βήμα» σχολιαζόταν.

Σε προγενέστερο έγγραφο από τον πρέσβη Σάδερλαντ γινόταν λόγος για προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να αποκτήσει η Ελλάδα ατομική φωνή στο διεθνές σκηνικό, με θέσεις «πιο αριστερές, πιο λαϊκιστικές, αντιαμερικανικές». Κατά τον πρέσβη, που γενικά επιδείκνυε κατανόηση για τις ελληνικές ενέργειες, «η ενόχλησή μας για όλα αυτά είναι ένα τίμημα που πρέπει να πληρωθεί μέχρι αυτή η κυβέρνηση να σταθεί στα πόδια της και να πείσει ότι είναι σοβαρή».

Παρόλα αυτά, από την αρχή του χρόνου η εντύπωση που είχαν όλοι οι Βρετανοί διπλωμάτες που ασχολούνταν με την Ελλάδα ήταν πως ο Παπανδρέου δεν είχε τελικά πρόθεση εξόδου από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ και κάθε απαίτηση, έστω υπερβολική κατά την άποψη του Λονδίνου, εκλαμβανόταν ως απόδειξη αυτής της απόφασης παραμονής στους κόλπους της Δύσης.

Κυπριακό

Στη συνάντηση που είχε στην Αθήνα με τον προερχόμενο από διακοπές και συναντήσεις στην Κύπρο Βίλυ Μπραντ (5/1) ο Ανδρέας Παπανδρέου εξέθεσε τις θέσεις του στο Κυπριακό. Όπως αναφέρει βασιζόμενος σε πληροφορίες από Γερμανούς συναδέλφους του στέλεχος της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα, ο Παπανδρέου είπε ότι απαιτείται οπωσδήποτε αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων. Η Ελλάδα ήταν έτοιμη να απομακρύνει τη δική της στρατιωτική παρουσία στο νησί και να παράσχει οποιαδήποτε εγγύηση ασφαλείας για τους Τουρκοκύπριους σε αντάλλαγμα. Στόχος του Έλληνα πρωθυπουργού ήταν μια ανεξάρτητη Κύπρος, που θα είχε τη μορφή ομοσπονδίας «αλλά θα μπορούσε να ήταν και συνομοσπονδία αν επέμεναν οι Τουρκοκύπριοι, αλλά με βελτιώσεις στην ελεύθερη μετακίνηση και στους οικονομικούς δεσμούς».

Ο Βρετανός διπλωμάτης σχολιάζει ότι οι θέσεις Παπανδρέου υπογράμμιζαν την «εμμονή» του με την Τουρκία και με την αντιμετώπιση των πάντων ως μέρος της ελληνοτουρκικής διένεξης. Παράλληλα, πάντα κατά τη βρετανική εκτίμηση, έδειχναν το περιορισμένο ενδιαφέρον του για τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων. «Είναι πιθανό να αναγνωρίζει ότι βραχυπρόθεσμα η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων είναι εντελώς μη ρεαλιστικός στόχος και ίσως αφήνει την ένταση να αυξηθεί ώστε μακροπρόθεσμα να υπάρξει διεθνής πίεση για αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων». Όλα αυτά κατά τον Βρετανό διπλωμάτη αποκάλυπταν τη βασική αδυναμία της ελληνικής πλευράς στο Κυπριακό, ότι επεδίωκε μεγάλες τουρκικές παραχωρήσεις χωρίς τα μέσα να τις πετύχει.

«Οι Έλληνες πιστεύουν ότι είναι ξεχωριστοί»

Χρήσιμη για το πώς έβλεπαν οι Βρετανοί γενικότερα το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα και τους Έλληνες είναι αναφορά (21/9/82) του Πέρι Ρόουντς στην πρεσβεία στην Αθήνα με τίτλο «Εντυπώσεις από την Ελλάδα» προς τον υπουργό Εξωτερικών.

Χαρακτηρίζει την πολιτική στην Ελλάδα «περισσότερο παιχνίδια εξουσίας μεταξύ ηγετών παρά ζήτημα πολιτικής», κάτι που όπως σχολιάζει ισχύει από την Επανάσταση του 1821. «Οι Έλληνες έχουν την ισχυρή αίσθηση ότι είναι ξεχωριστοί. Πάσχουν από ελλιπή αυτοπεποίθηση ως αποτέλεσμα της σκλαβιάς, των εισβολών και της καταπίεσης που έχουν υποστεί και αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον αυξημένο εγωισμό τους. Ο ένας Έλληνας ανταγωνίζεται τον άλλον για το όποιο πλεονέκτημα, με αποτέλεσμα κανείς να μην προοδεύει».

Ο Ρόουντς αναφέρεται επίσης σε τάση των Ελλήνων να αποδίδουν αλλού την ευθύνη για δικά τους λάθη, ενώ σχολιάζει πως «η Ελλάδα στην οποία ζουν είναι ένα χάλι». Εξηγεί ότι η βεβιασμένη, άναρχη ανάπτυξη και κερδοφορία των τελών του ‘60 και των αρχών του ‘70 είχαν συμβάλλει στα τότε οικονομικά προβλήματα. «Χρειάζονται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να αλλάξουν βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες».

Ο φόβος απέναντι στη Μελίνα

Το 1982, μετά την οξεία επίθεση της Μελίνας Μερκούρη κατά της Βρετανίας για την παραμονή των Γλυπτών του Παρθενώνα σε διεθνές πολιτιστικό συνέδριο στο Μεξικό, οι Βρετανοί διπλωμάτες άρχισαν να ασχολούνται εκτενώς με το ζήτημα.

Στις 20/10 διεξήχθη συνάντηση στο Φόρεϊν Όφις με συμμετοχή διπλωματών, κυρίως από το Τμήμα Πολιτιστικών Σχέσεων του Φόρεϊν Όφις, του Βρετανικού Μουσείου και της πρεσβείας στην Αθήνα, «για τον συντονισμό της απάντησης στις ελληνικές εκκλήσεις».

Αυτό που συμφωνήθηκε ήταν ότι βρετανική πολιτική ήταν «να διασφαλιστεί πως η άρνηση για την επιστροφή των γλυπτών δε θα γινόταν σοβαρός λόγος τριβών στις σχέσεις με την Ελλάδα». Ο πρέσβης Ρόουντς πίστευε ότι αυτό θα επιτυγχανόταν με τη μη ενεργή εμπλοκή της Βρετανίας στις ελληνικές προσεγγίσεις, που «αναμφίβολα θα συνεχίζονταν». Ο πρέσβης ένιωθε ότι δε χρειαζόταν να γίνει προσφορά για παροχή αντιγράφων στην Ελλάδα, όπως πρότεινε το Φόρεϊν Όφις. «Ας κρατήσουμε την προσφορά στο μανίκι για την ώρα. Είναι καλύτερο να μην κάνουμε καμία κίνηση», πρότεινε.

Ο πρέσβης μάλιστα επέπληξε ευγενικά το Φόρεϊν Όφις διότι στο περιθώριο του άτυπο συμβουλίου των υπουργών Πολιτισμού της ΕΟΚ στη Νάπολι είχε διατυπωθεί προς την ελληνική πλευρά η πρόταση διμερών συζητήσεων. Ο πρέσβης σημείωνε ότι για τους Έλληνες αυτό σήμαινε περιθώριο ελιγμών, ενώ ο ίδιος νωρίτερα είχε ξεκαθαρίσει στη Μελίνα Μερκούρη πως δεν ήταν διαπραγματεύσιμη η παραμονή των «Ελγινείων» στο Λονδίνο. Συμφωνήθηκε να διευκρινιστεί στους Έλληνες, όταν θα επανέρχονταν στο ζήτημα, ότι οι συζητήσεις που είχαν προταθεί ήταν τεχνικού περιεχομένου και γύρω από τη γενικότερη συνεργασία στη συντήρηση αρχαίων μνημείων και τίποτα περισσότερο. Πάντως η βρετανική προσφορά είχε πετύχει να «μετριάσει» τις αναφορές της Μελίνας Μερκούρη στο ζήτημα κατά την ομιλία της.

Η θέση που είχε διατυπώσει ο πρέσβης και που ήταν η θέση της βρετανικής πλευράς ήταν πως τα γλυπτά ήταν «περιουσία, νόμιμα κεκτημένη, της διοίκησης του Βρετανικού Μουσείου». Η Μερκούρη του είχε απαντήσει στη συζήτησή τους (13/9) Μερκούρη ότι δε θεωρούσε νόμιμες τις ενέργειες του Έλγιν και ότι η επιστροφή τους θα ήταν μία εξαίρετη ηθική χειρονομία που θα συνέβαλε στη φιλία των δύο λαών. Πάντως ο υφυπουργός Εξωτερικών, σύμφωνα με την αναφορά του πρέσβη Ρόουντς, είχε «ψιθυρίσει φεύγοντας» μετά τη δική τους κουβέντα πως ακόμα και αν επέστρεφαν τα γλυπτά οι Έλληνες «δε θα ήξεραν τι να τα κάνουν».

Ενδεικτική της αίσθησης που είχε προκαλέσει η ομιλία Μερκούρη στο Μεξικό ήταν ότι οι Βρετανοί διπλωμάτες μιλούσαν για «έκπληξη» και «απογοήτευση» από τη σφοδρή επίθεση. Η πρεσβεία στην Πόλη του Μεξικού μάλιστα σχολίαζε ότι η ομιλία ήταν «εύκολα η πιο δημοφιλής» στη διάσκεψη της ΟΥΝΕΣΚΟ και η ενθουσιώδης υποδοχή της στην αίθουσα είχε δείξει πως είχε πετύχει το σκοπό της, δηλαδή την ηθική στήριξη στο ελληνικό αίτημα.

Μάλιστα, ενόψει του συμβουλίου της Νάπολι ο αρμόδιος Βρετανός υπουργός Τέχνης Πολ Τσάνον δήλωνε στο Φόρεϊν Όφις «ανήσυχος» σχετικά με την προοπτική συνάντησης με τη Μελίνα Μερκούρη στη Νάπολι. Μάλιστα από τα έγγραφα φαίνεται ότι είχε προς στιγμήν εξεταστεί ακόμα και η πιθανότητα αναβολής ή ματαίωσης του συμβουλίου υπό το φόβο των όσων θα έλεγε η Ελληνίδα υπουργός.

Πηγή: Θανάσης Γκαβός, Λονδίνο