Πώς να «λύσεις» ένα εμπορικό χάος που δημιούργησες μόνος σου

Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει τη γεωργία σαν ζήτημα εθνικής ασφάλειας, που πρέπει να προστατευθεί με κάθε κόστος, αντί ως μια ακόμη βιομηχανία

O Τραμπ με αντιπροσωπεία αγροτών

Η εβδομάδα ξεκίνησε με μια ματιά στο πώς διαμορφώνονται στην πράξη οι σκληρές λεπτομέρειες της προστατευτικής εμπορικής πολιτικής. Και δεν ήταν καθόλου όμορφη.

Οι Αμερικανοί αγρότες βρίσκονται σε μια ολοένα και πιο επισφαλή κατάσταση, καθώς οι εισαγωγές τους έχουν γίνει ακριβότερες και οι εξαγωγές τους λιγότερο επιθυμητές, χάρη στους εμπορικούς πολέμους που ξεκίνησε ο Ντόναλντ Τραμπ. Αντιλαμβανόμενος την πολιτική του ευαλωτότητα, ο πρόεδρος πραγματοποίησε μια συνάντηση στρογγυλής τραπέζης με αγρότες στον Λευκό Οίκο, για να ανακοινώσει το πολυαναμενόμενο πακέτο διάσωσης ύψους 12 δισ. δολαρίων για τη γεωργία των ΗΠΑ.

Οι δασμοί του Τραμπ αύξησαν το κόστος των εισροών για τους αγρότες. Οι τιμές των λιπασμάτων εκτοξεύθηκαν. Oρισμένα κοστίζουν 100 δολάρια ανά τόνο περισσότερο από ό,τι πριν από έναν χρόνο. Ο Τραμπ έχει αναγνωρίσει μερικές από τις αρνητικές συνέπειες και γι' αυτό αφαίρεσε τον περασμένο μήνα τους εισαγωγικούς φόρους σε ορισμένα λιπάσματα.

Ήταν οι απόπειρες κεντρικού σχεδιασμού και μικροδιαχείρισης που φόρτωσαν στους αγρότες υψηλότερα κόστη εξαρχής. Πουθενά αυτό δεν είναι πιο εμφανές απ’ ό,τι στη σόγια. Πρώτα, ο Τραμπ έκοψε τους αγρότες από τον μεγαλύτερο πελάτη τους, την Κίνα, όταν εισήγαγε «αντισταθμιστικούς δασμούς» την άνοιξη, μειώνοντας τις εξαγωγές τους σχεδόν στο μηδέν. Οι εξαγωγές προς την Κίνα μόνο έπεσαν σχεδόν 40% μεταξύ του πρώτου εξαμήνου του 2024 και του 2025. Έπειτα, βέβαιος ότι μπορούσε να υπαγορεύσει στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας πώς να ξοδεύει τα χρήματά του, ο Τραμπ κατάφερε η Κίνα να συμφωνήσει να αγοράσει 12 εκατ. μετρικούς τόνους σόγιας φέτος και 25 εκατ. για τα επόμενα τρία χρόνια, με αντάλλαγμα την άρση του μεγαλύτερου μέρους των υπόλοιπων εισαγωγικών φόρων. Αναμενόμενα, η Κίνα δεν τήρησε τον λόγο της, αγοράζοντας μόνο το 20% από αυτό που είχε συμφωνηθεί για φέτος.

Οι λεπτομέρειες του πακέτου ενίσχυσης των 12 δισ. δολαρίων αναμένονταν εδώ και μήνες, καθυστερημένες λόγω του μεγαλύτερου σε διάρκεια λουκέτου της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στην ιστορία. Αυτό που ορισμένοι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι θα μπορούσε να είναι μια ζημιά 44 δισ. δολαρίων για ολόκληρο τον κλάδο φέτος θα αντισταθμιστεί μόνο εν μέρει από αυτή τη διάσωση. Ο χαμένος εδώ είναι ο Αμερικανός φορολογούμενος, που κάθε χρόνο ενισχύει οικονομικά τους αγρότες μέσω άμεσων πληρωμών από την Υπηρεσία Γεωργικών Προγραμμάτων (Farm Service Agency).

Τίποτα από αυτά δεν αντιμετωπίζει το θεμελιώδες πρόβλημα, αλλά είναι τυπικό της αυθαίρετης προσέγγισης του Τραμπ στην πολιτική: Η παραγωγός ρυζιού Μέριλ Κένεντι επαίνεσε τους δασμούς, αλλά παραπονέθηκε ότι η Ινδία, η Ταϊλάνδη και η Κίνα «ξεφορτώνουν ρύζι» στη χώρα. Ο Τραμπ ζήτησε από τον Υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να το εξετάσει περαιτέρω. Κι αυτός απάντησε:«Μάλιστα, κύριε».

Με άλλα λόγια, η πολιτική δασμών για το ρύζι διαμορφώνεται από έναν συνδυασμό κολακείας και αναζήτησης προνομίων. Όσο για το «ντάμπινγκ», το ρύζι που έρχεται από τις προαναφερθείσες χώρες είναι κυρίως αρωματικές ποικιλίες που δεν καλλιεργούνται εγχώρια. Αυτό τις καθιστά παρόμοιες με τους κόκκους καφέ και τις μπανάνες, για τα οποία ο πρόεδρος αντέστρεψε τους δασμούς τον περασμένο μήνα επειδή δεν μπορούν να παραχθούν τοπικά τουλάχιστον χωρίς τεράστια θερμοκήπια.

Ο τοξικός συνδυασμός εγγυημένης ανακούφισης από τους φορολογούμενους και προστατευτικών ενστίκτων, υπονομεύει την αμερικανική αγροτική βιομηχανία από πριν ακόμη γεννηθεί ο Τραμπ. Όπως και στη δεκαετία του 1930, οι επιδοτήσεις αντικατοπτρίζουν τον βαθμό στον οποίο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προσπαθεί να ελέγξει και να εξαναγκάσει την αγορά: κατώτατες τιμές, υπερβολική γραφειοκρατία, επιλογή νικητών και εξαναγκασμός των φορολογουμένων να πληρώνουν για να κρατηθεί το σύστημα όρθιο.

Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη γεωργία σαν ζήτημα εθνικής ασφάλειας που πρέπει να προστατευθεί με κάθε κόστος, αντί ως μια ακόμη βιομηχανία, η οποία θα έπρεπε να επιτυγχάνει ή να αποτυγχάνει με βάση την αξία του προϊόντος της. Ό,τι σπέρνουμε θερίζουμε, και αυτό σημαίνει υψηλότερες τιμές τροφίμων και λιγότερες επιλογές, αφήνοντας πολλούς Αμερικανούς αγρότες, ακόμη και μετά τα επιδόματα, σε χειρότερη κατάσταση από ό,τι θα βρίσκονταν αν δεν είχαν επιβληθεί ποτέ οι δασμοί.

Πηγή: skai.gr
9 0 Bookmark