Του James Stavridis*
Ως πρώην ανώτατος διοικητής του ΝΑΤΟ, ποτέ δεν είχα φανταστεί την ιδέα οι ΗΠΑ να εγκαταλείψουν τη σημαντικότερη συμμαχία ασφαλείας στον κόσμο. Ωστόσο, η κρίση γύρω από την κυριαρχία της Γροιλανδίας τις τελευταίες δύο εβδομάδες με κάνει να σκέφτομαι σοβαρά πώς θα ήταν το ΝΑΤΟ χωρίς το πιο σημαντικό του μέλος.
Το ΝΑΤΟ σχηματίστηκε από τις στάχτες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από δώδεκα χώρες, δέκα ευρωπαϊκές και δύο βορειοαμερικανικές. Ο Lord Ismay, ο πρώτος γενικός γραμματέας, είχε πει ότι το ΝΑΤΟ υπήρχε για να «κρατά τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα και τους Γερμανούς χαμηλά». Αντιλήφθηκε την εκδήλωση του Ψυχρού Πολέμου, την απειλή που αποτελούσε η Σοβιετική Ένωση για τη Δυτική Ευρώπη και τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης Γερμανίας. Ήξερε επίσης ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επαναλάβουν το λάθος που έκαναν μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο: απλώς να αποχωρήσουν από την ήπειρο με το τέλος των μαχών.
Από το 1949 μέχρι σήμερα, η συμμαχία έχει σε μεγάλο βαθμό τηρήσει τους στόχους του Ismay, μέσα από τον Ψυχρό Πόλεμο, την κατάρρευση του κομμουνισμού και την επανένωση της Γερμανίας, τις ατέλειωτες διαμάχες για το μοίρασμα του βάρους και την αποστολή του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν μετά την 11η Σεπτεμβρίου, την οποία διοίκησα για τέσσερα χρόνια. Παρά τις πολλές εσωτερικές διαφωνίες, η συμμαχία έχει επεκταθεί σε 32 χώρες και παραμένει κρίσιμη για την ασφάλεια όχι μόνο στη Δυτική Ευρώπη, αλλά και στα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή, την Αρκτική και τα ύδατα γύρω από την Ευρώπη και την Αφρική.
Όμως, η διαμάχη για τη Γροιλανδία είναι εξίσου τεταμένη με οποιαδήποτε προηγούμενη ρήξη στη συμμαχία. Σχεδόν 10 ευρωπαϊκές χώρες έστειλαν μικρές στρατιωτικές δυνάμεις στο νησί τις τελευταίες δύο εβδομάδες, φαινομενικά για να αξιολογήσουν την άμυνα απέναντι σε ρωσικές και κινεζικές παρεμβάσεις, αλλά κυρίως για να αποτρέψουν την απειλή στρατιωτικής παρέμβασης των ΗΠΑ. Μέχρι στιγμής, έχει επικρατήσει η λογική, αλλά το ζήτημα δεν έχει τελειώσει και υπάρχουν πολλά άλλα θέματα όπου η ομάδα Τραμπ φαίνεται έτοιμη να απειλήσει την διατλαντική ενότητα.
Αξίζει να αναρωτηθούμε: Πώς θα ήταν το ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ;
Η Ουάσιγκτον διαθέτει μακράν τον μεγαλύτερο στρατιωτικό προϋπολογισμό στη συμμαχία, φτάνοντας περίπου τα 900 δισ. δολάρια, με τον Τραμπ να προτείνει πρόσφατα την αύξησή του στα 1,5 τρισ. δολάρια. Ωστόσο, ο συλλογικός αμυντικός προϋπολογισμός της Ευρώπης είναι επίσης σημαντικός – ο δεύτερος μεγαλύτερος στον κόσμο – περίπου στα 400 δισ. δολάρια. Συγκρητικά, η Ρωσία διαθέτει περίπου 140 δισ. δολάρια και η Κίνα περίπου 250 δισ. δολάρια. Επιπλέον, με τις νέες δεσμεύσεις των ευρωπαϊκών χωρών να φτάσουν το 5% του ΑΕΠ (3,5% σε καθαρή στρατιωτική δαπάνη και 1,5% σε υποδομές και δυνατότητες κυβερνοάμυνας), δαπανάται σημαντικό ποσό για την άμυνα σε όλο τον Ατλαντικό.
Μια ακόμη μεγάλη απώλεια για τη συμμαχία σε περίπτωση αποχώρησης των ΗΠΑ θα ήταν η μείωση της αμυντικής βιομηχανικής βάσης και όλων των συναφών τεχνολογικών δυνατοτήτων. Οι Lockheed Martin, Northrop Grumman, Boeing, General Dynamics και RTX (πρώην Raytheon) είναι αμυντικοί κολοσσοί, και περίπου οι μισές από τις 25 κορυφαίες αμυντικές εταιρείες παγκοσμίως βρίσκονται στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η Ευρώπη διαθέτει μια αρκετά ισχυρή βιομηχανική βάση, με οκτώ από τις 25 κορυφαίες εταιρείες, όπως οι BAE (ΗΒ), Leonardo (Ιταλία), Airbus (Γαλλία/Γερμανία), Thales (Γαλλία), Saab (Σουηδία) και Rheinmetall (Γερμανία).
Οι ΗΠΑ έχουν τα υψηλότερα επίπεδα τεχνολογίας, περιλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος των stealth μαχητικών πέμπτης γενιάς όπως το F-35, τα καλύτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη για αναγνώριση και πλήγματα, τα κορυφαία αντιαεροπορικά συστήματα, όπως τα Patriot και THAAD, καθώς και πιο εξελιγμένους δορυφόρους, που είναι κρίσιμοι για τη συλλογή πληροφοριών. Παρ’ όλα αυτά, η Ευρώπη κατασκευάζει πολεμικά πλοία και υποβρύχια πιο γρήγορα και με αντίστοιχες δυνατότητες με αυτά των ΗΠΑ. Επιπλέον, χάρη στην πρόσφατη υποστήριξή τους στην Ουκρανία, οι Ευρωπαίοι ξεπερνούν γρήγορα τις ΗΠΑ στην παραγωγή τανκς, οβιδοβόλων και πυρομαχικών.
Η Ευρώπη θα μπορούσε να καλύψει γρήγορα τα κενά σε χαμηλότερης τεχνολογίας συστήματα, όπως μη επανδρωμένα αεροσκάφη μικρής εμβέλειας, μικρά όπλα, ελικόπτερα και μεταγωγικά αεροσκάφη, καθώς και μικρότερης εμβέλειας αντιαεροπορικά συστήματα και πυραύλους επιφανείας-εδάφους. Πόσο γρήγορα θα μπορούσαν οι ευρωπαϊκές εταιρείες να αναπαράγουν την τεχνολογία των ΗΠΑ; Πιθανότατα σε πέντε χρόνια ανάπτυξης.
Όσον αφορά τη στρατιωτική ισχύ, ενώ οι ΗΠΑ βασίζονται σε έναν στρατό εθελοντών, πολλά ευρωπαϊκά μέλη της συμμαχίας είναι εξοικειωμένα με κάποια μορφή υποχρεωτικής θητείας. Εννέα χώρες την εφαρμόζουν ήδη, περιλαμβανομένων και των δύο Σκανδιναβικών μελών, ενώ η Γερμανία ετοιμάζεται να την επαναφέρει.
Υπάρχει φυσικά το μεγάλο πρόβλημα της πυρηνικής ασπίδας. Αν και το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία διαθέτουν μικρές (αλλά καλά εκπαιδευμένες) δυνάμεις στο πυρηνικό τομέα, η Ευρώπη δεν θα είχε πλέον τη στρατηγική ομπρέλα που παρέχει η Ουάσιγκτον. Έτσι, τα ευρωπαϊκά κράτη μπορεί να αναγκαστούν να αναπτύξουν τις δικές τους δυνατότητες, με τη Γερμανία και την Πολωνία πιθανώς να εντάσσονται στον πυρηνικό κλαμπ. Εναλλακτικά, θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν ένα πλαίσιο με τις ΗΠΑ για να διατηρήσουν μια κοινή πυρηνική δύναμη για κάποιο διάστημα.
Ένας σημαντικός παράγοντας υπέρ της Ευρώπης είναι ότι ένα ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ δεν θα είχε τις παγκόσμιες ευθύνες – καθοδηγούμενες από τις αμερικανικές προτεραιότητες – που οδήγησαν τη συμμαχία σε πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να επικεντρωθεί πολύ περισσότερο στη γειτονιά του, ιδιαίτερα στην προστασία της Ουκρανίας, η οποία είναι πιο πιθανό να ενταχθεί τελικά σε ένα ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ. Η συμμαχία θα διατηρούσε επίσης έξι κράτη στην Αρκτική.
Αν οι ΗΠΑ εστιάσουν στο Δυτικό Ημισφαίριο – όπως αναφέρεται τόσο στη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας όσο και στη Στρατηγική Εθνικής Άμυνας – υποψιάζομαι ότι οι υπόλοιπες 31 χώρες του ΝΑΤΟ θα τα πάνε τελικά πολύ καλά. Η ένταξη της Ουκρανίας – με 40 εκατομμύρια κατοίκους και έναν έμπειρο στρατό – θα επαναφέρει τη συμμαχία στα 32 μέλη.
Ας ελπίσουμε ότι οι ΗΠΑ θα παραμείνουν πιστές στις δεσμεύσεις τους, αλλά υποψιάζομαι ότι οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να σκέφτονται άλλες επιλογές για την άμυνά τους. Οι άνθρωποι με ρωτούν συνεχώς: «Ποιος θα κερδίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία – οι Ρώσοι ή οι Ουκρανοί;». Οι πραγματικά κερδισμένοι θα μπορούσαν να είναι οι Ευρωπαίοι – αν ενώσουν τις δυνάμεις τους και δημιουργήσουν μια ισχυρότερη πανευρωπαϊκή άμυνα. Ας ελπίσουμε ότι αυτό θα γίνει εντός του ΝΑΤΟ και μαζί με τις ΗΠΑ. Αλλά αν χρειαστεί, πιστεύω ότι θα μπορούσαν να τα καταφέρουν και μόνοι τους.
*Ο James Stavridis αρθρογραφεί για τη στήλη Bloomberg Opinion
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.