Η ΕΚΤ φαίνεται να βάζει «φρένο» στα επιτόκια μετά τη σημερινή αύξηση

Μετά την νέα αύξηση κατά 0,25% το βασικό επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ διαμορφώνεται στο 4% και αυτό για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης στο 4,5%.

«Φρένο» φαίνεται να βάζει η ΕΚΤ μετά και την σημερινή -δέκατη κατά σειρά- αύξηση των επιτοκίων. Μετά την νέα αύξηση κατά 0,25% το βασικό επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ διαμορφώνεται στο 4% και αυτό για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης στο 4,5%.

Όπως ανέφερε η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, αλλάζοντας την ρητορική που είχε χρησιμοποιήσει κατά το πρόσφατο παρελθόν, «τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ πλέον έχουν διαμορφωθεί σε επίπεδα τα οποία, αν διατηρηθούν για επαρκώς μακρό χρονικό διάστημα, θα έχουν σημαντική συμβολή στην έγκαιρη επαναφορά του πληθωρισμού στον στόχο».

Είναι ενδεικτικό ότι μετά την ανακοίνωση της ΕΚΤ, η ΙNG σε ανάλυση της με τίτλο «η ΕΚΤ ανακοινώνει την τελική αύξηση των επιτοκίων», επισημαίνει ότι «...ο υψηλότερος πληθωρισμός και οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό μοιάζουν με τους κύριους μοχλούς της αύξησης. Η ανακοίνωση της ΕΚΤ είναι σαφής: σήμερα ήταν η τελευταία αύξηση στον τρέχοντα κύκλο».

Αναφορικά με τα επόμενα βήματα στο μέτωπο των επιτοκίων η επικεφαλής της ΕΚΤ εξήγησε ότι οι μελλοντικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου θα διασφαλίσουν ότι τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ θα διαμορφωθούν σε επαρκώς περιοριστικά επίπεδα για όσο διάστημα κρίνεται απαραίτητο. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεχίσει να ακολουθεί μια προσέγγιση που εξαρτάται από τα στοιχεία για τον καθορισμό του κατάλληλου επιπέδου και της κατάλληλης διάρκειας της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου για τα επιτόκια πολιτικής θα εξακολουθήσουν να βασίζονται στην αξιολόγηση που διενεργεί όσον αφορά τις προοπτικές για τον πληθωρισμό υπό το πρίσμα των εισερχόμενων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών στοιχείων, τη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και την ένταση με την οποία μεταδίδεται η νομισματική πολιτική.

Η σημερινή απόφαση αυτή του Δ.Σ, όπως αναφέρει η σχετική ανακοίνωση αντανακλά την αξιολόγηση του Δ.Σ για τις προοπτικές για τον πληθωρισμό παρά την σημαντική επιδείνωση της αναπτυξιακής προοπτικής της οικονομίας. Συγκεκριμένα οι μακροοικονομικές προβλέψεις του Σεπτεμβρίου της ΕΚΤ για τη ζώνη του ευρώ ανεβάζουν τον μέσο πληθωρισμό στο 5,6% το 2023 (από 5,4% που προέβλεπαν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ τον Ιούνιο), σε 3,2% το 2024 (από 3% που ήταν τον Ιούνιο) και 2,1% (2,2% τον Ιούνιο) το 2025. Πρόκειται για αναθεώρηση προς τα πάνω για το 2023 και το 2024 και προς τα κάτω για το 2025. Η αναθεώρηση προς τα πάνω και το 2024 αντικατοπτρίζει κυρίως μια υψηλότερη πορεία για τις τιμές της ενέργειας. Οι υποκείμενες πιέσεις τιμών παραμένουν υψηλές, παρόλο που οι περισσότεροι δείκτες έχουν αρχίσει να υποχωρούν.

Αναφορικά με τις προβλέψεις της για την οικονομική ανάπτυξη, η ΕΚΤ εκτιμά πλέον ότι η οικονομία της ζώνης του ευρώ θα αναπτυχθεί κατά 0,7% το 2023 (από 0,9%), κατά 1,0% (από 1,5%) το 2024 και 1,5% (από 1,6%) το 2025. Πιο συγκεκριμένα, η οικονομία είναι πιθανό να παραμείνει υποτονική τους επόμενους μήνες, καθώς η χαμηλότερη ζήτηση για τις εξαγωγές της ζώνης του ευρώ και ο αντίκτυπος των αυστηρών συνθηκών χρηματοδότησης περιορίζουν την ανάπτυξη, μεταξύ άλλων, μέσω χαμηλότερων επενδύσεων σε κατοικίες και επιχειρήσεις. Ο τομέας των υπηρεσιών, που μέχρι τώρα ήταν ανθεκτικός, τώρα αποδυναμώνεται επίσης. Με την πάροδο του χρόνου, η οικονομική δυναμική αναμένεται να ενισχυθεί, καθώς τα πραγματικά εισοδήματα αναμένεται να αυξηθούν, υποστηριζόμενα από την πτώση του πληθωρισμού, την αύξηση των μισθών και την ισχυρή αγορά εργασίας, και αυτό θα στηρίξει τις καταναλωτικές δαπάνες.

Η ΕΚΤ ζητά από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών να ανακαλέσουν έκτακτα μέτρα που είχαν εφαρμόσει με το ξέσπασμα της ενεργειακής κρίσης, καθώς αυτή αρχίζει πλέον να υποχωρεί. Τούτο όπως εξηγεί η Κεντρική Τράπεζα είναι απαραίτητο για να αποφευχθεί η αύξηση των μεσοπρόθεσμων πληθωριστικών πιέσεων, οι οποίες διαφορετικά θα απαιτούσαν μια ακόμη ισχυρότερη απάντηση στη νομισματική πολιτική. Οι δημοσιονομικές πολιτικές πρέπει να σχεδιαστούν για να κάνουν την οικονομία πιο παραγωγική και να μειώνουν σταδιακά το υψηλό δημόσιο χρέος.

Αναφορικά με τις εξελίξεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα η Κριστίν Λαγκάρντ ανέφερε ότι τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 2,2% τον Ιούλιο, ενώ τα δάνεια προς τα νοικοκυριά αυξήθηκαν επίσης, λιγότερο έντονα, κατά 1,3%, μετά το 1,7% τον Ιούνιο. Σε ετησιοποιημένους όρους με βάση τα στοιχεία του τελευταίου τριμήνου, τα δάνεια των νοικοκυριών υποχώρησαν κατά 0,8%, που είναι η μεγαλύτερη συρρίκνωση από την έναρξη του ευρώ.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ