«Θα παίζω το παιχνίδι της ναυτιλίας μέχρι να πεθάνω»: Ο ιδρυτής της DryShips Γιώργος Οικονόμου μιλά για την άνοδο και την πτώση της

«Άλλοτε κερδίζεις, άλλοτε χάνεις» - Η επιχείρηση του άνοιξε τις πύλες για τους ανταγωνιστές στις κεφαλαιαγορές των ΗΠΑ. Το πάρτι δεν μπορούσε να διαρκέσει

Γιώργος Οικονόμου

Έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε που ο Γιώργος Οικονόμου κατέκτησε τη Νέα Υόρκη, και μίλησε εκ βαθέων στο TradeWinds για την άνοδο και την πτώση της εμβληματικής ναυτιλιακής εταιρείας DryShips.

Ο ιδρυτής της πιο διάσημης -αναμφίβολα- εισηγμένης ναυτιλιακής εταιρείας στην ιστορία, άνοιξε τις πύλες των χρηματιστηριακών αγορών σε έναν ολόκληρο τομέα πλοιοκτητών χύδην ξηρού φορτίου. 

Επί χρόνια δε αποτελούσε το αγαπημένο «golden boy» των αγορών, μέχρι τη στιγμή που η DryShips βγήκε από τα χρηματιστηριακά ταμπλό των ΗΠΑ το 2019.

Κάποιοι θα υποστήριζαν ότι κανείς δεν είχε κάνει περισσότερα για να αμαυρώσει την εικόνα της ναυτιλίας στις κεφαλαιαγορές των ΗΠΑ, δεδομένης της τάσης του να δοκιμάζει τα όρια των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης.

Ο Γιώργος Οικονόμου συναντήθηκε πρόσφατα με την TradeWinds στο Μανχάταν, ενώ βρισκόταν στην πόλη για το άλλο του πάθος: την τέχνη.

Πίνοντας καφέ στο πολυτελές ξενοδοχείο Upper East Side, το οποίο αποτελεί για δεκαετίες τη «βάση του μακριά από το σπίτι», συμφώνησε να μιλήσει για τα πρώτα βήματα της DryShips και όλα όσα ακολούθησαν.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι αποδέχθηκε τα εύσημα για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραμάτισε στην άνοδο της αγοράς, αλλά απέρριψε την ευθύνη για τη βουτιά της.

«Το 2004, ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι η αγορά χύδην ξηρού φορτίου επρόκειτο να εκτοξευτεί», είπε ο Οικονόμου αναφερόμενος στην προετοιμασία της αρχικής δημόσιας προσφοράς της Dryships τον Φεβρουάριο του 2005 στη Νέα Υόρκη.

«Είμαι άνθρωπος των μαθηματικών. Κοίταξα τους αριθμούς. Είδα την προσφορά και τη ζήτηση. Είδα την Κίνα να αναπτύσσεται με 9% ή 10%», λέει.

Το success story της Κίνας αποτελούσε το θέμα της εποχής, αλλά ο Οικονόμου ήταν ο πρώτος που έδρασε. Άλλωστε δεν ήταν «παρθένος» στις κεφαλαιαγορές των ΗΠΑ.

Είχε εκμεταλλευτεί την αγορά των ομολόγων υψηλής απόδοσης με την έκδοση αυτής της κατηγορίας τίτλων από την Alpha Shipping το 1998, η οποία γρήγορα χρεοκόπησε. Το εγείρημα είχε άσχημη κατάληξη για τους επενδυτές. Όχι όμως για τον Οικονόμου, ο οποίος επαναγόρασε τους τίτλους στα 30 σεντς ανά δολάριο.

Ωστόσο, ήταν ακόμα άπειρος όσον αφορά τις μετοχές.

Η DryShips διέθεται έξι πλοία μεταφοράς χύδην φορτίου, με μέσο όρο ηλικίας 18 ετών. Ο Οικονόμου τα παρουσίασε στην αγορά και εκτιμά ότι έκανε 80 συναντήσεις με επενδυτές.

Για να καταστεί σαφής η διορατικότητά του, εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν εταιρείες πλοίων χύδην ξηρού φορτίου εισηγμένες στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.

Η «προσφορά» του Οικονόμου ουσιαστικά «πούλησε σαν ζεστό ψωμί» προσελκύοντας, όπως υπενθυμίζει σήμερα ο ίδιος, ισχυρότατο επενδυτικό ενδιαφέρον και τη ζήτηση να ξεπερνά κατά 10 φορές τον αριθμό των προς διάθεση μετοχών.

Όμως, υπήρχε ένα πρόβλημα. Η DryShips είναι στόχο να αντλήσει 120 εκατομμύρια δολάρια. Σύμφωνα με τους κανόνες του χρηματιστηρίου, θα μπορούσε να «ανεβάσει» την προσφορά το μέγιστο κατά 20%.

«Υπήρχε τόσο πολύ χρήμα. Είπα ότι πρέπει να βγάλω περισσότερα. Ρώτησα τον ανάδοχο: "Τι μπορούμε να κάνουμε;"».

«Είπε: "Μπορείτε να αποσύρετε την προσφοράμ να υποβάλετε εκ νέου αίτηση και στη συνέχεια να αντλήσετε περισσότερα. Αλλά οι επενδυτές μπορεί να αποσύρουν το ενδιαφέρον τους. Παρακαλώ μην το κάνετε"», θυμάται ο Οικονόμου γελώντας.

DryShips

Photo: DryShips

«Είπα: "Ας το κάνουμε". Επανήλθαμε με νέα προσφορά. Συγκεντρώσαμε 240 εκατομμύρια δολάρια».

Έτσι γεννήθηκε η DryShips. Αλλά το αποτέλεσμα δεν αφορούσε μόνο την DryShips.

Η επιτυχημένη αρχική δημόσια προσφορά της εταιρείας άνοιξε τις χρηματιστηριακές πύλες και στους ανταγωνιστές του στην αγορά χύδην ξηρού φορτίου.

Έως το τέλος του 2005, υπήρχαν πλέον έξι εισηγμένες εταιρείες χύδην ξηρού φορτίου στη Νέα Υόρκη: όπως η Diana Shipping, η Eagle Bulk Shipping και η Genco Shipping & Trading.

Συνολικά, 12 νέοι πλοιοκτήτες εισήλθαν στην αγορά της Νέας Υόρκης καθ' όλη τη διάρκεια του 2005, «σηκώνοντας» συνολικά κεφάλαια 2,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων, καθιστώντας το 2025 τη καλύτερη χρονιά της ναυτιλίας στην ιστορία των κεφαλαιαγορών. 

Μέχρι την έναρξη του ετήσιου φόρουμ Marine Money Week στη Νέα Υόρκη τον Ιούνιο, ο ενθουσιασμός ήταν πρωτοφανής, και η DryShips αποτελούσε «την 'ναυαρχίδα' του στόλου».

Ένας δημοσιογράφος του TradeWinds, κατά τη διάρκεια εκείνης της εκδήλωσης, μπήκε σε ένα ταξί και είπε στον οδηγό ότι πάει στο συνέδριο που αφορούσε τη ναυτιλία. Ο ταξιτζής ρώτησε αμέσως για την DryShips, λέγοντας ότι μόλις είχε αγοράσει μετοχές.

Ο Οικονόμου γέλασε καθώς άκουγε την ιστορία, γνωρίζοντας πού πήγαινε.

Ήταν ο διάσημος βιομήχανος Τζον Ντάβισον Ροκφέλερ, που κάποτε είπε ότι αντιλήφθηκε πως ήταν ώρα να πουλήσει μια μετοχή όταν ο λούστρος του άρχισε να την προτείνει. Καθώς οι λούστροι εξαφανίστηκαν, τον ρόλο τους ανέλαβαν οι οδηγοί ταξί.

«Ο γιος μου ψώνιζε από το Barneys εκείνη την εποχή και είπε στην πωλήτρια ότι είναι από την Ελλάδα. Του είπε: "Ω, πρέπει να αγοράσεις DryShips"», θυμήθηκε ο Οικονόμου.

Η ρήση του Ροκφέλερ ήταν ορθή, αλλά μόνο μέχρι ενός σημείου.

Η αγορά ξηρού φορτίου επιβραδύνονταν, και οι αρχικές δημόσιες προσφορές (IPO) γίνονταν ολοένα και πιο δύσκολες για τους εκδότες όσο το καλοκαίρι προχωρούσε.

Οι επενδυτές που συμμετείχαν στην IPO της DryShips, καταβάλλοντας 18 δολάρια ανά μετοχή τον Φεβρουάριο είδαν τις μετοχές τους να υποχωρούν στα 12,62 δολάρια μέχρι τον Δεκέμβριο.

Αλλά ο Οικονόμου είχε «κολλήσει το σίδερο στη βράση», χρησιμοποιώντας τα έσοδα από την αρχική δημόσια προσφορά για να ξεκινήσει τη δημιουργία ενός στόλου που έφτασε τα 65 πλοία μεταφοράς χύδην φορτίου έως το 2007.

Και ο ανοδικός κύκλος δεν είχε τελειώσει ακόμα. Παρά την αστάθεια, το ξηρό φορτίο βρισκόταν ακόμα σε έναν «υπερκύκλο» που επεκτάθηκε μέχρι το 2008, οπότε ο Δείκτης Baltic Dry έφτασε στο ιστορικό υψηλό των 11.793 μονάδων στις 20 Μαΐου εκείνου του έτους.

«Μια ημέρα είδαμε μετοχές αξίας άνω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων, σε δολαριακούς όρους, να αλλάζουν χέρια - ήταν περισσότερες από τις μετοχές της Google εκείνη την ημέρα», θυμήθηκε ο Οικονόμου.

Όποιος αγόρασε μετοχές της DryShips στην αρχική δημόσια προσφορά της εταιρείας, είδε την απόδοσή του τρία χρόνια αργότερα θα φτάνει το 268%.

Η μετοχή σκαρφάλωσε στο ιστορικό υψηλό των 131,34 δολαρίων τον Σεπτέμβριο του 2007.

Αλλά το πάρτι ποτέ δεν διαρκεί για πάντα. 

Ο Οικονόμου είπε ότι είχε διαβλέψει την ύφεση της αγοράς να έρχεται ήδη από τον Ιούνιο του 2007, κατά τη διάρκεια του συνεδρίου Nor-Shipping.

Μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, το βιβλίο παραγγελιών είχε συρρικνωθεί και αντιστοιχούσε στο 70% του υπάρχοντος στόλου.

Ο Οικονόμου έδωσε εντολή στο προσωπικό να αρχίσει να πουλάει πλοία με έκπτωση.

«Αλλά όταν οι τιμές είναι υψηλές, δεν είναι εύκολο να πουλήσεις. Καταφέραμε να πουλήσουμε 15. Τα υπόλοιπα διατέθηκαν για χρονοναύλωση».

«Μέχρι τον Ιούλιο του 2008, είχαμε συνάψει τετραετείς, πενταετείς και δεκαετείς συμβάσεις χρονοναύλωσεις για 50 πλοία», είπε ο Οικονόμου.

Αυτές οι κινήσεις βοήθησαν να εξομαλυνθούν οι πιέσεις, αλλά ήταν φανερό ότι η DryShips είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της, τόσο ως εισηγμένη εταιρεία όσο και ως ιδιοκτήτρια πλοίων μεταφοράς χύδην φορτίου.

«Νόμιζα ότι είχαμε μια καλή πορεία στο ξηρό (φορτίο), πρέπει να κάνουμε κάτι άλλο. Ας ασχοληθούμε με κάτι πιο σταθερό. Αρχίσαμε να εξετάζουμε την offshore αγορά».

Αυτό που συνέβη την επόμενη δεκαετία έγραψε το δεύτερο μέρος της ιστορίας της DryShips. Εκείνο που οδήγησε ορισμένους να υποστηρίξουν ότι ο Οικονόμου τελικά έκανε τις κεφαλαιαγορές να πιστέψουν ότι «το γάλα ξίνισε».

Άλλωστε, ο Οικονόμου δεν ήταν ποτέ υπόδειγμα όσον αφορά τη συμμόρφωση με τους κανόνες περί διακυβέρνησης, ακόμη και κατά τις πρώτες ημέρες.

Το αρχικό ενημερωτικό δελτίο της DryShips περιέγραφε αυτό που ένας αρθρογράφος του TradeWinds χαρακτήρισε ως μια «ιλιγγιώδης σειρά συγκρούσεων» με τα ιδιωτικά ναυτιλιακά συμφέροντά του.
Εκ των υστέρων, εκείνες οι αποκαλύψεις φαίνονται συγκρατημένες σε σύγκριση με τα όσα ακολούθησαν.

Ο Οικονόμου παραδέχθηκε στη συνέντευξή μας ότι η στροφή προς την υπεράκτια ναυτιλία μέσω της απόσχισης της OceanFreight που εισήχθη στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης σήμαινε ότι έφυγαν χρήματα από την DryShips, έως και 2 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η αρχική επιτυχία του υπεράκτιου εγχειρήματος εξελίχθηκε τελικά σε «βαρίδι» εν μέσω της πτώσης των διεθνών τιμών του πετρελαίου, ενώ και η DryShips υπέφερε επίσης.

Αυτό ήταν το πρώτο στάδιο της πτώσης.

Έως το 2016, ο Οικονόμου, μέσω του μακροπρόθεσμου επενδυτικού τραπεζίτη Άντονι Αργυρόπουλου και του οικονομικού διευθυντή Άντονι Κανδυλίδη, είχε δεχθεί ως επενδυτή στην εταιρεία το καναδικό hedge fund Murchinson και το επενδυτικό του όχημα Kalani Investments.

Η Kalani παρουσίασε ένα σχέδιο πώλησης μετοχών που τελικά απέφερε 700 εκατομμύρια δολάρια στα ταμεία της DryShips, ενώ παράλληλα «βύθισε» την τιμή της μετοχής, σύμφωνα με νομικά έγγραφα.

Το πρόγραμμα κόστισε στους μετόχους της DryShips περισσότερο από το 99,99% της τιμής της μετοχής, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal.

To hedge fund Murchinson και ο επικεφαλής επενδύσεων Μαρκ Μπίρστισερ πλήρωσαν τελικά πρόστιμο 8,15 εκατομμυρίων δολαρίων στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ για φερόμενες παραβιάσεις των κανόνων συναλλαγών, ανέφερε η Wall Street Journal.

Ο Οικονόμου, ο οποίος σήμερα είναι επενδυτής σε εισηγμένες ναυτιλιακές εταιρείες και σφοδρός επικριτής των πρακτικών διακυβέρνησης, δεν κατηγορήθηκε ποτέ για εκείνη την υπόθεση. 

«Χρειαζόταν να συγκεντρώσουμε κεφάλαια», είπε. «Δεν θα ήταν δυνατό από τις μεγάλες τράπεζες. Δεν συγκεντρώναμε σημαντικό ποσό'».

«Ανέκαθεν κάναμε τα πάντα νόμιμα. Μέχρι τότε, οι μετοχές βρίσκονταν στα χέρια ιδιωτών επενδυτών».

Αλλά από άποψη εταιρικής διακυβέρνησης, η DryShips κατατασσόταν στον πάτο της λίστας «κατάταξης όσον αφορά την εταιρική διακυβέρνηση» του αναλυτή μετοχών Μάικλ Ουέμπερ από το 2016 έως το 2019.

Η DryShips, το πάλαι ποτέ «αστέρι» της ναυτιλίας στα μάτια των επενδυτών, είχε χάσει τη λάμψη της.

Ο Οικονόμου άρχισε να κάνει κινήσεις για την έξοδο της εταιρείας από το ταμπλό, κάτι που πέτυχε το 2019 στο 80% της καθαρής αξίας ενεργητικού και με premium στην τιμή διαπραγμάτευσης.

Ο συγχρονισμός του ήταν άψογος. Όπως επεσήμανε ο διαδικτυακός σχολιαστής Τζέιμς Λάιτμπερν αυτόν τον μήνα, ο Δείκτης Baltic Dry αυξήθηκε κατά 217% μεταξύ 2019 και 2021.

Η «καυτή» αγορά IPO στην οποία εισήλθε ο Οικονόμου το 2005 ήταν «νεκρή» από το 2015, όταν ο Πίτερ Γεωργιόπουλος μόλις που κατάφερε να εισαγάγει στο χρηματιστήριο την εταιρεία δεξαμενόπλοιων Gener8 Maritime.

Η μόνη IPO που ολοκληρώθηκε κανονικά έκτοτε ήταν της ισραηλινής ναυτιλιακής εταιρείας Zim τον Ιανουάριο του 2021. 

Παρότι οι λόγοι πίσω από την «ξηρασία» IPO είναι περίπλοκοι, ως αιτίες αυτής υποδεικνύονται εν μέρει οι κανόνες περί εταιρικής διακυβέρνησης και ο ρόλος του Οικονόμου ως παραβάτη αυτών.

Είναι μια κριτική που ο μεγιστάνας απορρίπτει κατηγορηματικά. 

«Αυτές είναι δικαιολογίες. Οι άνθρωποι αρέσκονται να χρησιμοποιούν δικαιολογίες», είπε ο Οικονόμου.

«Χρειάστηκαν 10 χρόνια στους Αμερικανούς επενδυτές για να διαπιστώσουν ότι η ναυτιλία δεν είναι εύκολο να αποφέρει υπεραποδόσεις. Η μέση απόδοση πολλών ετών είναι 7%. Στους Αμερικανούς επενδυτές δεν αρέσει αυτό και θέλουν ταχύτερες εξόδους» (αποεπενδύσεις).

«Οι επικριτές μπορούν να λένε ό,τι θέλουν, αλλά κάνουν λάθος. Δεν μπορώ να καταστρέψω μια αγορά. Προκαλούν ντόρο, με δικαιολογίες. Από ανθρώπους που δεν είναι ενημερωμένοι για το πώς λειτουργούν τα πράγματα».

Σήμερα, η σχέση του Οικονόμου με τις χρηματιστηριακές αγορές είναι έμμεση και περιορίζεται σε επενδυτικές συμμετοχές που διαθέσει σε μια ομάδα κυρίως Ελλήνων πλοιοκτητών, τους οποίους, κατά ειρωνικό τρόπο, έχει κατηγορήσει για παραβιάσεις των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης.

Έχει αποσυρθεί από ορισμένες από αυτές, ενώ όσον αφορά κάποιες άλλες έχει κινηθεί νομικά: «Άλλοτε κερδίζεις, άλλοτε χάνεις», παρατήρησε. 

Σήμερα, ο Οικονόμου δραστηριοποιείται επίσης ως ιδιώτης πλοιοκτήτης μέσω του ομίλου TMS, ο οποίος διαχειρίζεται όχι μόνο δεξαμενόπλοια - όπου διαθέτει έναν στόλο 16 νεότευκτων πλοίων - και χύδην φορτίου πλοία, αλλά και πλοία μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου και μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.

Ενώ τα πρώτα εξακολουθούν να ναυλώνοντας σε μεγάλο βαθμό σε τιμές spot, τα πλοία LNG και τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων έχουν συνάψει μακροπρόθεσμα συμβόλαια ναύλωσης.

«Οι αποδόσεις είναι μικρότερες, αλλά έτσι πρέπει να παίζεται το παιχνίδι, κατά τη γνώμη μου», είπε.

Όταν ρωτήθηκε για πόσο καιρό ακόμα θέλει να παίζει το «παιχνίδι της ναυτιλίας», ο Οικονόμου γέλασε.

«Μέχρι να αρρωστήσω βαριά ή να πεθάνω», αποκρίθηκε.

Πηγή: skai.gr
11 0 Bookmark