Μέριλιν Μονρόε: Ηχογραφήσεις αποκαλύπτουν σεξουαλικές εμμονές και σχέσεις με γυναίκες

Το υλικό, που βασίζεται σε εκατοντάδες ώρες συνεντεύξεων, αδημοσίευτες επιστολές και προσωπικά ημερολόγια, παρουσιάζεται με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή της

Μέριλιν Μονρόε

Νέες, άγνωστες μέχρι σήμερα ηχογραφήσεις και μαρτυρίες ανθρώπων που γνώρισαν από κοντά τη Μέριλιν Μονρόε έρχονται να «φωτίσουν» ξανά τη ζωή της πιο πολυσυζητημένης σταρ του Χόλιγουντ. Το υλικό, που βασίζεται σε εκατοντάδες ώρες συνεντεύξεων, αδημοσίευτες επιστολές και προσωπικά ημερολόγια, παρουσιάζεται με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή της, την 1η Ιουνίου.

Μέριλιν Μονρόε

Πίσω από τη λάμψη, την ακαταμάχητη εικόνα και τον μύθο που εξακολουθεί να συγκινεί, οι φωνές ανθρώπων από το περιβάλλον της περιγράφουν μια γυναίκα βαθιά πληγωμένη, με μια σχεδόν απελπισμένη ανάγκη να αγαπηθεί. Ο πρώτος της ατζέντης, Χάρι Λίπτον, θυμόταν πως «ήθελε να τη θέλουν» και πως πίστευε ότι, αν γινόταν σταρ του κινηματογράφου, θα την αγαπούσαν. Την ίδια εικόνα μετέφερε και ο φίλος της, ποιητής Νόρμαν Ρόστεν, λέγοντας ότι η Μέριλιν αναζητούσε διαρκώς την απόδειξη πως λατρεύεται, σαν να προσπαθούσε να «σβήσει» τον φόβο της εγκατάλειψης.

Στο κέντρο αυτής της ανασφάλειας βρισκόταν, όπως φαίνεται, η σχέση της με τον βιολογικό της πατέρα, Τσαρλς Στάνλεϊ Γκίφορντ, ο οποίος επιβεβαιώθηκε μέσω εξέτασης DNA το 2022. Η Μέριλιν δεν τον γνώρισε ποτέ πραγματικά, όμως η ανάγκη να τον βρει εξελίχθηκε σε εμμονή. Ο πρώτος της σύζυγος, Τζιμ Ντόχερτι, είχε περιγράψει πως η τότε Νόρμα Τζιν κατάφερε κάποτε να βρει τον αριθμό του και να του τηλεφωνήσει. Μόλις του είπε ποια ήταν, εκείνος της έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο Τσαρλς Στάνλεϊ Γκίφορντ

Ο Τσαρλς Στάνλεϊ Γκίφορντ

Η απόρριψη επαναλήφθηκε και αργότερα, όταν η Μέριλιν ταξίδεψε στο Χέμετ, κοντά στο Παλμ Σπρινγκς, όπου ο Γκίφορντ είχε αγοράσει φάρμα. Μαζί της ήταν ο δημοσιογράφος και φίλος της Σίντνεϊ Σκόλσκι. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο πατέρας της αρνήθηκε να τη δεχτεί, λέγοντάς της ότι ήταν παντρεμένος, είχε παιδιά και δεν ήθελε να του δημιουργήσει προβλήματα. Λίγες εβδομάδες μετά, η Μέριλιν προσπάθησε ξανά, αυτή τη φορά με τη δασκάλα υποκριτικής Νατάσα Λάιτες, όμως και πάλι εκείνος αρνήθηκε να τη δει.

Η Λάιτες είχε περιγράψει τον Γκίφορντ ως «αγενή και απαίσιο», ενώ υποστήριξε ότι όταν έδωσε το ακουστικό στη Μέριλιν, εκείνος της μίλησε με χυδαίο τρόπο. Παρά την ταπείνωση, η ηθοποιός επέμενε να του δώσει τα στοιχεία της στο Λος Άντζελες, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα επικοινωνούσε μαζί της. Δεν το έκανε ποτέ.

Μέριλιν Μονρόε

Χρόνια αργότερα, το φθινόπωρο του 1961, η ιστορία φάνηκε να γυρίζει ανάποδα. Ο στενός της φίλος και μασέρ Ραλφ Ρόμπερτς βρισκόταν στο διαμέρισμά της στη Νορθ Ντόχεϊ Ντράιβ, όταν τηλεφώνησε η κόρη του Γκίφορντ. Ο πατέρας της ήταν στο νοσοκομείο και ήθελε να μιλήσει με τη Μέριλιν. Εκείνη, ακόμη πληγωμένη από τις παλιές του απορρίψεις, απάντησε ψυχρά ότι μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της μέσω του δικηγόρου της, Μίκι Ρούντιν, και έκλεισε το τηλέφωνο.

Η πληγή αυτή φαίνεται πως εξηγεί, τουλάχιστον εν μέρει, την έλξη της προς ισχυρές ανδρικές φιγούρες. Η ίδια αποκαλούσε τους δύο πρώτους συζύγους της «μπαμπά» ή «πατέρα», ενώ ο Τζο ΝτιΜάτζιο υπέγραφε τα γράμματά του προς εκείνη ως «Πα». Σε μία από τις πιο σκοτεινές μαρτυρίες, ο επιχειρηματίας Χένρι Ρόζενφελντ θυμήθηκε ένα παιχνίδι σε πάρτι, όπου οι καλεσμένοι έλεγαν τι θα ήθελαν περισσότερο στον κόσμο. Η Μέριλιν, σύμφωνα με τον ίδιο, είπε πως θα ήθελε να φορέσει μια μαύρη περούκα, να συναντήσει τον πατέρα της σε ένα μπαρ, να τον κάνει να την ερωτευτεί και ύστερα να του αποκαλύψει ποια ήταν. 

Μέριλιν Μονρόε

Οι νέες μαρτυρίες αγγίζουν και τις φήμες που ακολουθούσαν για χρόνια τη Μέριλιν σχετικά με τις σχέσεις της με γυναίκες. Στη βιογραφία του 1984, ο Φρεντ Λόρενς Γκάιλς είχε γράψει ότι η Τζόαν Κρόφορντ, έχοντας πιει, έκανε ερωτική κίνηση προς τη Μέριλιν, με αποτέλεσμα η φιλία τους να τελειώσει απότομα. Ο βιογράφος της Κρόφορντ, Ντέιβιντ Μπρετ, αντιμετώπισε με σκεπτικισμό την ιστορία, επικαλούμενος τις τεράστιες διαφορές των δύο γυναικών στην προσωπική υγιεινή.

Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η μαρτυρία της Άντζελα Άλεν, script supervisor στην ταινία «Οι Αταίριαστοι», η οποία υποστήριξε ότι η Μέριλιν είχε εμμονή με τη γυμνότητα και δεν φορούσε ποτέ εσώρουχα, ακόμη και σε συνθήκες έντονης ζέστης στα γυρίσματα. 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχέση της Μέριλιν με την εκπρόσωπο Τύπου της, Πατ Νιούκομπ. Οι δυο τους είχαν έρθει πολύ κοντά, όμως προς το τέλος της ζωής της η Μέριλιν άρχισε να τη βλέπει με καχυποψία. Ο ψυχίατρός της, δρ Ραλφ Γκρίνσον, είχε καταγράψει πως η σταρ έγινε έξαλλη όταν η Νιούκομπ επέστρεψε από το κομμωτήριο με μια πλατινέ τούφα στα μαλλιά, στο ίδιο χρώμα με τα δικά της. Η Μέριλιν την κατηγόρησε ότι προσπαθούσε να της κλέψει το πιο πολύτιμο χαρακτηριστικό της.

Σύμφωνα με τον Γκρίνσον, η Μέριλιν εμφάνιζε ζήλια απέναντι στη Νιούκομπ και είχε βαθύτερες συγκρούσεις γύρω από την ομοφυλοφιλία. Φέρεται να φοβόταν ότι οι ομοφυλόφιλοι άνδρες και γυναίκες δεν την επιθυμούσαν απλώς, αλλά ήθελαν με κάποιον τρόπο να γίνουν εκείνη. Ο γιατρός της προσπάθησε να αναλύσει αυτούς τους φόβους, όμως η ηθοποιός αντέδρασε πολύ άσχημα, θεωρώντας πως και εκείνος την απέρριπτε.

Το υλικό αγγίζει και τις τελευταίες ώρες της ζωής της, πέρα από τις θεωρίες συνωμοσίας που για δεκαετίες συνέδεαν τον θάνατό της με τους αδελφούς Κένεντι, τη μαφία ή δολοφονικά σενάρια. Η Πατ Νιούκομπ, σε αδημοσίευτη συνέντευξη του 1974, αποκάλυψε ότι την ημέρα που πέθανε η Μέριλιν είχαν τσακωθεί επειδή η ίδια είχε καταφέρει να κοιμηθεί όλη τη νύχτα, ενώ η σταρ είχε μείνει ξάγρυπνη και περιφερόταν στο σπίτι. Η Νιούκομπ παραδέχτηκε επίσης ότι είχε πάρει ένα από τα υπνωτικά χάπια της Μέριλιν. 

Ο σκηνοθέτης Τζον Χιούστον, που συνεργάστηκε μαζί της στους «Αταίριαστους», είχε δώσει ίσως την πιο απλή απάντηση όταν ρωτήθηκε γιατί το ενδιαφέρον για εκείνη παραμένει τόσο δυνατό. «Απλώς», είχε πει, «επειδή είναι ακόμη ζωντανή».

Πηγή: skai.gr
65 0 Bookmark