Ένας ελληνικός θησαυρός ιστορίας θαμμένος στα χαλάσματα της Μαριούπολης

Ένας ελληνικός θησαυρός ιστορίας θαμμένος στα χαλάσματα της Μαριούπολης

Του Μίλτου Σακελλάρη

Τα ρουμαίικα γράμματα, η λογοτεχνία δηλαδή των Ελλήνων της Αζοφικής, αρχικά ήταν προφορικά και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ενιαίας ελληνικής δημοτικής ποιητικής παράδοσης. Κατά διαστήματα πολλοί ήταν εκείνοι, οι οποίοι επιχείρησαν να καταγράψουν την ιστορία των Ελλήνων στη Μαριούπολη και τα γύρω χωριά. Να συγκεντρώσουν την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Άλλοι να ακούσουν τραγούδια και ποιήματα από ανθρώπους που πάλευαν καθημερινά για τη ζωή τους. Τα γραπτά μένουν. Αυτός ήταν και ο λόγος που αρκετοί άρχισαν τουλάχιστον τα τελευταία 60 χρόνια να γράφουν τους δικούς τους προσωπικούς θησαυρούς. 

Ένας τέτοιος θησαυρός ιστορίας παραμένει «θαμμένος» κατά πάσα πιθανότητα κάτω από τα χαλάσματα σε ένα διαμέρισμα στη Μαριούπολη. Δυστυχώς, οι απώλειες σε έναν πόλεμο είναι αρκετές. Δεν περιορίζονται μόνο στους ανθρώπους. Ο πόλεμος πολλές φορές, παρά το γεγονός πως θα γραφτεί σε ιστορικά βιβλία, καταστρέφει την ίδια την ιστορία, την κληρονομιά, αλλά και τα συναισθήματα που αποτύπωσαν οι άνθρωποι του παρελθόντος πάνω σε ένα χαρτί ή τραγούδησαν γράφοντας μία μελωδία σε μία κιθάρα ή στο πιάνο. Εν καιρώ ειρήνης.

Η πατρική στοργή για την κληρονομιά

Το 1979 ο Έντουαρντ Χατζηνόβ άφησε την τελευταία του πνοή. Ήταν ένας σπουδαίος Έλληνας λαογράφος. Είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο του Κιέβου, όπου έκανε τη διατριβή του, την οποία δυστυχώς δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Η κληρονομιά του; Ασυναγώνιστη. Άφησε στην κόρη του Αθηνά Χατζηνόβα αλλά και στην σύζυγό του μία τεράστια συλλογή με ποιήματα, παροιμίες, τραγούδια, ιστορίες και βιβλία. Πολλοί συνέχιζαν να στέλνουν τα ποιήματά τους για χρόνια στην κόρη του, η οποία τα συγκέντρωνε με στοργή. Σαν την πατρική φροντίδα που ένιωσε μεγαλώνοντας πριν χάσει τον αγαπημένο της μπαμπά.  

«Είχε ενώσει αυτούς τους ανθρώπους για να γράψουν τα ποιήματά τους στη διάλεκτο. Εκείνη την εποχή είχε αναπτυχθεί πάρα πολύ αυτό το κίνημα των ποιητών. Έγραφαν πάρα πολλά ποιήματα. Μετέφραζαν Ουκρανούς ποιητές. Εξέδιδαν βιβλία. Όλοι οι ποιητές αφού σέβονταν ιδιαίτερα το έργο του πατέρα μου του έκαναν δώρο τα δαχτυλογραφημένα βιβλία τους με τις υπογραφές τους. Έχουμε σχεδόν όλα τα χειρόγραφα όλων των ποιητών που έγραφαν εκείνη την εποχή», ανέφερε η Αθηνά Χατζηνόβα για το αρχείο του πατέρα της.

Η κάτοικος της Μαριούπολης, η οποία γλίτωσε από την φρίκη του πολέμου και μαζί με τους αγαπημένους και κατάφερε να φύγει από την βομβαρδισμένη πόλη, ακόμη και σήμερα έχει αγωνία για το τι έχει συμβεί με το αρχείο του πατέρα της. Μέρος του είχε αποθηκευτεί ηλεκτρονικά, αλλά ήταν τέτοιος ο όγκος του που κανένας σκληρός δίσκος δεν μπορούσε να το χωρέσει ολόκληρο. Στη βιβλιοθήκη του σπιτιού της μητέρας της είναι γύρω στα 300 CD με τραγούδια των Ελλήνων. «Όλο αυτό το υλικό είναι στο σπίτι. Όλα τα άρθρα τα βιβλία αλλά και τα ποιήματα. Σε σκληρούς δίσκους και σε χειρόγραφα. Επίσης έχουμε πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Κάποια έργα τέχνης ζωγράφων ελληνικής καταγωγής που είχαμε στο σπίτι μας», λέει συγκινημένη καθώς θυμάται τον πατέρα της να της διηγείται πως πήγαινε πόρτα- πόρτα σε κάθε χωριό της Αζοφικής. Καταγράφοντας ιστορίες και συναισθήματα. Δεν άφηνε τίποτα να πάει χαμένο.

Η ζωή ανάμεσα στις οβίδες και το δίλημμα του θανάτου

Όταν ξημέρωσε το πρωινό της 24ης Φεβρουαρίου η Αθηνά μίλησε με τη μητέρα της. Την αγκάλιασε και της είπε ότι πάει στη δουλειά.  Εκείνη την ημέρα της έδωσε ένα δυνατό φιλί. Ήταν διαφορετικό γιατί αυτή τη φορά εμπεριείχε μεγάλη αγωνία. Εργαζόταν ως διερμηνέας για ένα ελληνικό κανάλι. Τότε ήλπιζε πως ο πόλεμος δεν θα διαρκούσε πολύ. Οι Ρώσοι εισέβαλαν στην Ουκρανία, ενώ στρατεύματα έφτασαν και από την Κριμαία. Είχε φροντίσει να προμηθευτεί με κονσέρβες, αρκετό σαλάμι, ρύζι, δημητριακά, καφέ και τσάι. Η Μαριούπολη άρχισε να βομβαρδίζεται με μανία από τις ρωσικές δυνάμεις. Κάποιες μέρες, όπως είπε, χρειάστηκε να κοιμηθούν στον προθάλαμο του διαμερίσματός γιατί «φοβόμασταν μήπως βομβαρδιστούμε. Φοβόμασταν ότι θα πεθάνουμε».

Οι επικοινωνίες και το δίκτυο χάθηκαν. Μετά από λίγες ημέρες το ρεύμα και το νερό κόπηκαν. Πήγε σε ένα πηγάδι. Η αναμονή για λίγο νερό ξεπερνούσε τις δύο ώρες. Δίπλα της ήταν εκατοντάδες κάτοικοι της Μαριούπολης. Ξαφνικά άρχισε να ακούει το σφύριγμα. Ήταν ο ήχος του θανάτου. «Οι οβίδες όταν πέφτουν σφυρίζουν λόγω της ταχύτητας», ανέφερε λέγοντας πως τότε κινδύνευσε αρκετά και αναγκάστηκε να πέσει στο έδαφος να καλυφθεί. Όπως και όλοι όσοι ήταν δίπλα της. Τότε γύρισε σπίτι. Μία φιλική οικογένεια τους είπε πως είχε βρει έναν δρόμο που ήταν «καθαρός» και ότι θα μπορούσαν να διαφύγουν από εκεί. Η Αθηνά σκεφτόταν: «Αν φύγουμε και μας σκοτώσουν δεν θα μας αναγνωρίσει κανείς δεν θα μας βρει κανείς. Αν πεθάνουμε στο σπίτι μας τουλάχιστον θα ξέρουν ποιοι είμαστε». Σκεφτείτε το δίλημμα. Είναι μαύρο, γεμάτο θάνατο. Είναι η στιγμή που πρέπει να πάρεις μία απόφαση. Ίσως τη σημαντικότερη της ζωής σου.

Η Αθηνά Χατζηνόβα πήρε την απόφασή της και σώθηκε. Πλέον θέλει να γυρίσει πίσω. Να δει σε τι κατάσταση είναι το σπίτι όπου μεγάλωσε. Το ίδιο και η μητέρα της. Παρά το γεγονός πως είναι 83 ετών της λέει κάθε μέρα με έμφαση πως «θέλω να ζήσω τόσο πολύ για να δω τον θάνατο του Πούτιν».

Πηγή: skai.gr