Κλείσιμο

Μετά τις διορθωτικές κινήσεις του Δεκεμβρίου όλες οι ελληνικές τράπεζες περνούν το test

Μετά τις διορθωτικές κινήσεις του Δεκεμβρίου όλες οι ελληνικές τράπεζες περνούν το test
ΑΤΕ και Eurobank απέτυχαν στο στρες τεστ της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής, αναφέρει το Bloomberg. Ωστόσο, με βάση τα στοιχεία από 31/12/10 και σύμφωνα με τις διορθωτικές κινήσεις και τα μέτρα που έχουν πάρει, όλες οι ελληνικές τράπεζες περνάνε τα stress test. Με βάση τα στοιχεία του Δεκεμβρίου περνάνε 8 στις 10 ευρωπαϊκές τράπεζες . Τα τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής έλαβαν ως δεδομένα τα στοιχεία που εμφάνισαν οι ελληνικές τράπζες στις 31 Δεκμβρίου του 2010 και συνυοπλόγισαν μόνο τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που είχαν πραγματοποιηθεί έως την 30η Απριλίου του 2011.

Συγκεκριμένα, με βάση το δυσμενές σενάριο (δηλαδή χωρίς τις διορθωτικές κινήσεις που ήδη έχουν πραγματοποιηθεί) η ΑΤΕ εμφανίζει δείκτη Tier1 0,8, ενώ η Eurobank οριακά χαμηλότερο από το 5%. Αν, ωστόσο, ληφθούν υπ' όψιν οι διορθωτικές κινήσεις των δύο τραπεζών, η βαθμολογία της ΑΤΕ διαμορφώνεται στο 6% ενώ της Eurobank στο 7,6%.

Όπως ανακοίνωσε η Τράπεζα της Ελλάδος, τα φετινά στρες τεστ είχαν δύο βασικές διαφορές με τα περσινά. Πρώτον, το όριο αναφοράς διαμορφώθηκε σε 5% για τους σκοπούς της φετινής άσκησης, έναντι 6% της περσινής άσκησης. Δεύτερον, ο ορισμός του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που χρησιμοποιήθηκε στη φετινή άσκηση ήταν αυτός των Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (Core Tier 1), έναντι των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (Tier 1) της περσινής άσκησης. Τα σενάρια διαμορφώθηκαν από την EKT και καλύπτουν χρονικό ορίζοντα δύο ετών (2011-2012). Το δυσμενές σενάριο αντανακλά ακραίους υποθετικούς κινδύνους (τύπου ‘what if’). Μια επιπλέον σημαντική διαφορά από την περσινή άσκηση είναι ότι οι απαιτήσεις έναντι κεντρικών κυβερνήσεων που περιέχονται στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο των πιστωτικών ιδρυμάτων (banking book) αντιμετωπίζονται με μεθοδολογία αντίστοιχη εκείνης των λοιπών δανειακών χαρτοφυλακίων που ενέχουν πιστωτικό κίνδυνο (επιχειρηματικά, στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια). Σημείο εκκίνησης απετέλεσαν τα στοιχεία ισολογισμού της 31.12.2010.
 

Τα αποτελέσματα από την εφαρμογή του δυσμενούς σεναρίου της άσκησης παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα (1):

 

Τράπεζα

(1)

Δείκτης Core Tier 1 την 31.12.2012

(υπό το δυσμενές σενάριο)

(2)

Δείκτης Core Tier 1 την 31.12.2012

(υπό το δυσμενές σενάριο, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων μέτρων βελτίωσης του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας)

Εθνική Τράπεζα

7,7%

9,7%

Alpha Bank

7,4%

8,2%

Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο

5,5%

7,1%

Τράπεζα Πειραιώς

5,3%

6,3%

Eurobank EFG

4,9%

7,6%

Αγροτική Τράπεζα

-0,8%

6,0%

Συνολικό πλεόνασμα κεφαλαίων έναντι του ορίου αναφοράς 5%

 

€2,44 δις ευρώ

 

€5,05 δις ευρώ

 

Στη στήλη 1 του πίνακα, ο Δείκτης Core Tier 1 υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη μέτρα που έχουν ληφθεί έως 30.4.2011. Τα μέτρα αυτά αποτελούνται αποκλειστικά από εγκεκριμένες αυξήσεις κεφαλαίων, κρατικές ενισχύσεις και υποχρεωτικά σχέδια αναδιάρθρωσης εγκεκριμένα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στα αποτελέσματα που παρατίθενται στη στήλη1 δεν λαμβάνονται υπόψη γενικές προβλέψεις που έχουν ήδη σχηματίσει οι τράπεζες και δράσεις που έλαβαν ή ανακοίνωσαν μετά τις 30 Απριλίου 2011.

Με βάση τα αποτελέσματα της άσκησης (στήλη 1 του πίνακα), συνολικά για τους 6 τραπεζικούς ομίλους στο τέλος του 2012 διαμορφώνεται καθαρό πλεόνασμα κεφαλαίων ύψους € 2,44 δις, έναντι του ποσού που αντιστοιχεί στο όριο 5% του δείκτη Core Tier 1.

Υπό το δυσμενές σενάριο, όταν δεν ληφθούν υπόψη τα πρόσθετα μέτρα, από τις 6 ελληνικές τράπεζες, οι τέσσερις βρίσκονται άνω του ορίου αναφοράς 5% (Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Τράπεζα Πειραιώς), η μία βρίσκεται οριακά κάτω του ορίου αναφοράς 5% (EFG Eurobank) και μία βρίσκεται σημαντικά κάτω του ορίου 5% (ΑΤΕbank).

Στη στήλη 2 δίνεται μια πιο αντιπροσωπευτική εικόνα της κεφαλαιακής θέσης των τραπεζών, καθώς ο Δείκτης Core Tier 1 υπολογίζεται λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη:

(α) πρόσθετα μέτρα που ήδη υλοποιούνται ή έχουν δρομολογηθεί (π.χ. πωλήσεις ή απορροφήσεις θυγατρικών εταιριών, έκδοση μετατρέψιμων ομολόγων, αποεπενδύσεις κ.λ.π.), καθώς και

(β) τις γενικές προβλέψεις που έχουν ήδη σχηματιστεί για κάλυψη μελλοντικών ζημιών


Ενθαρρυντικά χαρακτήρισε τα αποτελέσματα των στρες τεστ για τις ελληνικές τράπεζες ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, τονίζοντας ότι οι τράπεζες δρομολόγησαν εγκαίρως και παρά τις δυσκολίες τις κατάλληλες επιχειρηματικές κινήσεις ώστε να ενδυναμώσουν τη θέση τους.

Η διοίκηση της Eurobank εμφανίστηκε καθησυχαστική, τονίζοντας ότι έχουν ληφθεί όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μην χρειαστεί ούτε καν αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.

Από την πλευρά της η ΑΤΕ,  η οποία μόλις ολοκλήρωσε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά 1,26δισ. ευρώ, τόνισε ότι οι δείκτες κεφαλαιακής της επάρκειας ξεπερνούν το 10%.

Συνολικά, οκτώ από τις ενενήντα τράπεζες που έλαβαν μέρος στο τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής απέτυχαν, πέφτοντας κάτω από το όριο κεφαλαιακής επάρκειας του 5% (CT1R) και εμφανίζοντας συνολικό έλλειμμα 2,5δισ. ευρώ.

Εκτός από τις δύο ελληνικές, οι τράπεζες που απέτυχαν ήταν η αυστριακή Oesterreichische Volksbanken AG (VBPS) και οι ισπανικές Banco Pastor SA (PAS), Caja de Ahorros del Mediterraneo (CAM), Banco Grupo Caja3, CatalunyaCaixa και Unnim. 

Όλες οι τράπεζες της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας που συμμετείχαν στα στρες τεστ πέρασαν.

Βάσει των αποτελεσμάτων αυτών, η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή εξέδωσε επίσημη σύσταση ώστε οι τοπικές ρυθμιστικές αρχές να απαιτήσουν από τις τράπεζες που έπεσαν κάτω από το όριο του 5% να προχωρήσουν σε άμεση ανακεφαλαιοποίηση. Επίσης, συνιστά στις τράπεζες που περάσαν, όμως βρίσκονταν κοντά στο όριο του 5%, να προχωρήσουν σε βήματα που θα οδηγήσουν σε ενίσχυση των κεφαλαίων τους.

Νωρίτερα, το ΔΝΤ είχε προειδοποιήσει την Ευρώπη ότι καθυστερεί σημαντικά να αναδιαμορφώσει το τραπεζικό της σύστημα, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που έχουν κάνει πολλά βήματα από την αρχή της οικονομικής κρίσης. Παράλληλα, ο φόβος για μετάδοση της ελληνικής κρίσης χρέους σε μεγαλύτερες χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία αποθαρρύνει τους επενδυτές οδηγώντας σε ιστορικά χαμηλή απόδοση των ευρωπαϊκών τραπεζικών μετοχών.


Πηγή: skai.gr