Οι σύγχρονοι λαϊκιστές ανά τον κόσμο φαίνεται να μοιράζονται ένα κοινό γνώρισμα: ένα χαρακτηριστικό που τελικά εξυπηρετεί περισσότερο τις δικές τους επιδιώξεις παρά τους ψηφοφόρους τους οποίους ισχυρίζονται ότι υπερασπίζονται. Όπως σημειώνει το CNN σε ανάλυσή του, κάθε φορά που ξεσπά ένα σκάνδαλο, το αντιμετωπίζουν ως ακόμη μία επιβεβαίωση της δικής τους αυτοεκπληρούμενης αφήγησης: Ότι μια ύποπτη κλίκα ισχυρών παραγόντων του «βαθέος κράτους», που επιδιώκει να περιορίσει τη δημοκρατία, έχει βάλει στο στόχαστρο τους ίδιους.
Και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, οι πολιτικοί έδειξαν αυτή την εβδομάδα να θέτουν στον εαυτό τους το ίδιο ερώτημα: «Τι θα έκανε ο Τραμπ;».
Στο Μέιν, ο πρώην υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία Γκράχαμ Πλάτνερ ισχυρίστηκε ότι η εκστρατεία του κατέρρευσε εξαιτίας των καταγγελιών για σεξουαλική επίθεση και βίαιη συμπεριφορά σε σχέση - τις οποίες ο ίδιος αρνείται -, κατηγορώντας παράλληλα κομματικά στελέχη ότι επιχείρησαν να ανακόψουν το προοδευτικό του εγχείρημα.
Στη Βρετανία, ο ηγέτης της εκστρατείας του Brexit, Νάιτζελ Φάρατζ, παραιτήθηκε από τη βουλευτική του έδρα, εν μέσω ερωτημάτων σχετικά με την προσωπική του χρηματοδότηση, τα οποία ο ίδιος απέρριψε ως τέχνασμα του «κατεστημένου». Ο Φάρατζ θα αφήσει την κρίση για τη στάση του στους «πολίτες» μέσω μιας ειδικής εκλογικής αναμέτρησης, η οποία έχει λάβει σουρεαλιστικές διαστάσεις, καθώς ο βασικός αντίπαλός του ενδέχεται να είναι ένας άνδρας ντυμένος ως κάδος απορριμμάτων.
Στη Γαλλία, η επικεφαλής της γαλλικής ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν επιμένει ότι θα διεκδικήσει την προεδρία την επόμενη χρονιά, ακόμη και φορώντας ηλεκτρονικό βραχιολάκι, μετά την επικύρωση της καταδίκης της για την υπόθεση υπεξαίρεσης εκατομμυρίων ευρώ από δημόσια χρήματα. Στην ίδια υπόθεση, η Λεπέν, το κόμμα της Εθνική Συσπείρωση και 11 κορυφαία στελέχη του κρίθηκαν ένοχοι για τη χρήση ευρωπαϊκών κονδυλίων προκειμένου να πληρώνονται κομματικοί υπάλληλοι στη Γαλλία. Όπως και ο Ντόναλντ Τραμπ, η Λεπέν παρουσιάζει τις κατηγορίες ως «κυνήγι μαγισσών» από τις κρατικές αρχές.
Το δελεαστικό υπονοούμενο της λαϊκιστικής ρητορικής είναι ότι οι ίδιες οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν αποτελούν, κατά την άποψή τους, απόδειξη ότι έχουν δίκιο: ότι προτείνουν μια τόσο ριζική ανατροπή της πολιτικής εξουσίας, ώστε σκοτεινές δυνάμεις μέσα στους θεσμούς δεν θα διστάσουν μπροστά σε τίποτα προκειμένου να τους εξοντώσουν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κατηγορίες για ανάρμοστη ή παράνομη συμπεριφορά μπορούν μάλιστα να λειτουργήσουν υπέρ τους, ενισχύοντας την εικόνα τους ως πολιτικών που αμφισβητούν και παραβιάζουν τους παραδοσιακούς κανόνες.
Αξιοποιώντας την οργή των ψηφοφόρων
Δεν είναι ότι οι λαϊκιστές ηγέτες αυτοί δεν κατάφεραν να αγγίξουν γνήσια πολιτικά αισθήματα και υπαρκτές κοινωνικές ανησυχίες, σε μια εποχή παγκόσμιας αβεβαιότητας. Ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε την πιο χαρακτηριστική διατύπωση της προσωπικής του λαϊκιστικής ταυτότητας στην πρώτη του ομιλία ως προέδρου, τον Ιανουάριο του 2017.
«Για πάρα πολλά χρόνια, μια μικρή ομάδα στην πρωτεύουσα της χώρας μας καρπωνόταν τα οφέλη της κυβέρνησης, ενώ οι πολίτες πλήρωναν το τίμημα», είχε δηλώσει. «Η Ουάσιγκτον άνθισε αλλά ο λαός δεν είχε μερίδιο σε αυτή την ευημερία. Οι πολιτικοί πλούτιζαν, όμως οι θέσεις εργασίας χάνονταν και τα εργοστάσια έκλειναν».
Οι σύγχρονοι λαϊκιστές εκμεταλλεύονται όλοι ένα ρεύμα κοινωνικής δυσαρέσκειας, υποστηρίζοντας ότι οι παγκοσμιοποιητικές δυνάμεις δημιούργησαν μια νέα κατηγορία αδρά αμειβόμενων ελίτ, ενισχύοντας περαιτέρω ένα ήδη στημένο παιχνίδι υπέρ των ισχυρών. Στη δεξιά πλευρά του πολιτικού φάσματος, η Μαρίν Λεπέν, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Νάιτζελ Φάρατζ μετέτρεψαν επίσης τη δυσαρέσκεια για τη μετανάστευση σε πολιτικό εργαλείο. Οι τρεις τους καλλιέργησαν επί χρόνια τα κινήματά τους και διέγνωσαν έγκαιρα τη δύναμη των αντισυστημικών πολιτικών συνθημάτων, ενώ οι κεντρικές κυβερνήσεις παρέμεναν αδρανείς.
Το σύγχρονο κύμα λαϊκισμού, που σηματοδοτήθηκε από την απόφαση της Βρετανίας να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2016 και υποχώρησε μετά την ήττα του Τραμπ το 2020, επιστρέφει τώρα δυναμικά στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, έχοντας την ανοιχτή υποστήριξη από τις Ηνωμένες Πολιτείες ηγετικών προσώπων όπως ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς. Η τάση αυτή ενισχύεται από την αίσθηση πολλών ψηφοφόρων στις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Γερμανία ότι οι κεντρώοι πολιτικοί του κατεστημένου, οι οποίοι επανειλημμένα υπόσχονται αλλαγές, αποτυγχάνουν διαρκώς να τις υλοποιήσουν.
Ωστόσο, η ταχύτητα με την οποία οι λαϊκιστές ηγέτες μετατρέπουν προσωπικές πολιτικές περιπέτειες σε μια αφήγηση θυματοποίησης - καθώς υποστηρίζουν ότι κάθε κατηγορία για παρατυπίες δεν αποτελεί παρά μια επιχείρηση εξουδετέρωσής τους από τις ελίτ - γεννά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν τα κινήματα που έχουν δημιουργήσει. Κινούνται πράγματι αποκλειστικά από την πρόθεση να θεραπεύσουν το βαθύ αίσθημα απογοήτευσης που επικρατεί μεταξύ των ψηφοφόρων τους; Ή μήπως εκμεταλλεύονται κυνικά την οργή απέναντι στα πολιτικά συστήματα, ώστε να καλύψουν τις δικές τους αδυναμίες και να συγκεντρώσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσωπική ισχύ;
Ο Τραμπ έδειξε τον τρόπο
Όπως απέδειξε ο Τραμπ, η οικοδόμηση μιας αφήγησης περί πολιτικής δίωξης μπορεί να λειτουργήσει ως «καύσιμο» για μια προεκλογική εκστρατεία. Το 2024, ενώ αντιμετώπιζε πολλαπλές ποινικές και αστικές κατηγορίες - τις οποίες όλες αρνήθηκε - και μετά την καταδίκη του στην υπόθεση με την καταβολή χρημάτων για την αποσιώπηση υπόθεσης, ο Τραμπ παρουσίασε τον εαυτό του ως εκφραστή της οργής των ψηφοφόρων του απέναντι σε όσους κατέχουν την εξουσία. Η κίνηση αυτή συσπείρωσε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα γύρω του και οδήγησε στην ουσιαστική λήξη της εσωκομματικής προεδρικής κούρσας υπέρ του, αφού αρχικά φαινόταν ότι η βάση του κόμματος είχε περιορισμένο ενδιαφέρον για την επιστροφή του στην εξουσία.
«Εγώ θα είμαι η δικαίωσή σας απέναντι σε όσους σας αδίκησαν», δήλωσε ο Τραμπ στο συνέδριο της Συντηρητικής Πολιτικής Δράσης τον Μάρτιο του 2023.
Ο Φάρατζ επίσης αρνείται οποιαδήποτε παράνομη ή ανάρμοστη συμπεριφορά. Ο επικεφαλής του Reform UK έχει ήδη αναδειχθεί σε πιθανό διεκδικητή της πρωθυπουργίας μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, οι οποίες θα πραγματοποιηθούν έως τον Αύγουστο του 2029. Αν το πετύχει, θα πρόκειται για μια θεαματική άνοδο ενός πολιτικού αμφισβητία, ο οποίος καλλιέργησε επί χρόνια την εικόνα του απλού ανθρώπου, του τύπου που πίνει μια μπύρα σε μια τοπική παμπ.
Όμως τώρα ο Φάρατζ βρίσκεται αντιμέτωπος με καταγγελίες ότι δεν δήλωσε δωρεές και παροχές αξίας εκατομμυρίων λιρών από πλούσιους υποστηρικτές. Ο ίδιος αρνείται οποιαδήποτε παρανομία, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα από την αρμόδια κοινοβουλευτική αρχή εποπτείας δεοντολογίας.
Σχεδιάζει να πείσει τους ψηφοφόρους της εργατικής παράκτιας εκλογικής του περιφέρειας ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια συνωμοσία εναντίον του. «Αυτή θα είναι μια εκλογική αναμέτρηση ανάμεσα στον λαό και το κατεστημένο», είπε σε βίντεό του. Η νέα εκλογική αναμέτρηση, σύμφωνα με τον Φάρατζ, αποτελεί «μια ευκαιρία να υψώσουμε δύο δάχτυλα απέναντι σε ολόκληρο το κατεστημένο και, για να το πούμε ξεκάθαρα, να τους πούμε πού να πάνε». Μιμούμενος τη ρητορική του Τραμπ το 2024, έκλεισε λέγοντας: «Αν κερδίσω εγώ, κερδίζετε κι εσείς».
Όπως ο Φάρατζ, έτσι και η Λεπέν υποστηρίζει ότι ο γαλλικός λαός θα πρέπει να έχει τον «τελευταίο λόγο» για την τύχη της. Και όπως ο Τραμπ, επιχειρεί να παρουσιάσει μια σύνδεση ανάμεσα στη δική της μεταχείριση και σε έναν πληθυσμό που, όπως υποστηρίζει, έχει πέσει θύμα της αδιαφορίας και των παραλείψεων του κράτους. «Υπάρχουν πολλοί Γάλλοι που περνούν δύσκολες στιγμές, και εμείς περνάμε επίσης δύσκολες στιγμές», δήλωσε η Λεπέν σε συνέντευξή της σε ώρα υψηλής τηλεθέασης στο τηλεοπτικό δίκτυο TF1. «Πιστεύω ότι αυτές οι δοκιμασίες μάς έχουν ενισχύσει».
Η Λεπέν υπήρξε προτού εμφανιστεί ο Τραμπ πρωτοπόρος του λαϊκιστικού ρεύματος και έχει προσπαθήσει να εξομαλύνει τις πιο ακραίες πλευρές του ακροδεξιού κινήματος που είχε ιδρύσει και ηγηθεί ο πατέρας της, ο εκλιπών Ζαν-Μαρί Λεπέν. Ετοιμάζεται για την τέταρτη προσπάθειά της να κερδίσει την προεδρία και ίσως αυτή να είναι η καλύτερη ευκαιρία της για να αποκτήσει την ανώτατη πολιτική εξουσία στη Γαλλία.
Υπάρχει ένα ακόμη σημείο στο οποίο η Λεπέν μοιάζει με τον Τραμπ: σε περίπτωση νίκης της στις εκλογές του επόμενου έτους, οι δικαστικές εκκρεμότητες που ενδεχομένως θα εξακολουθούν να την ακολουθούν θα μπορούσαν να τεθούν αμέσως στο περιθώριο, λόγω της προεδρικής ασυλίας.
Οι επερχόμενες εκλογές στη Βρετανία και τη Γαλλία θα κρίνουν αν ο Φάρατζ και η Λεπέν μπορούν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Τραμπ και να μετατρέψουν τις πολιτικές τους περιπέτειες σε πλεονέκτημα.
Στην πρώτη του ομιλία ως πρόεδρος, το 2017, ο Τραμπ είχε κατηγορήσει το κατεστημένο λέγοντας ότι «προστάτευσε τον εαυτό του, αλλά όχι τους πολίτες της χώρας μας».
Ωστόσο, μια δεκαετία αργότερα, οι αντιπαραθέσεις, τα σκάνδαλα και οι καταγγελίες που περιβάλλουν τους νέους λαϊκιστές δημιουργούν μια ειρωνική συγκυρία, καθώς αυτοί πλησιάζουν όλο και περισσότερο στην εξουσία. Οι επικριτές τους υποστηρίζουν ότι αξιοποιούν τα κινήματά τους όχι για να υπερασπιστούν εκείνους που έχουν αγνοηθεί ή αδικηθεί από το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, αλλά για να εξασφαλίσουν τη δική τους προστασία και επιβίωση.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.