Πρόσφατα ο πρωθυπουργός προανήγγειλε για μια ακόμα φορά συνταγματική αναθεώρηση για αλλαγή στο άρθρο 86Σ «περί ευθύνης υπουργών», στον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, στο άρθρο 16Σ, χωρίς να αποκλείεται η εξέταση άλλων διατάξεων, όπως η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων σε συνδυασμό με τη μερική άρση της μονιμότητα τους.
Κατά τα φαινόμενα η διαδικασία της αναθεώρησης θα αρχίσει εντός του 2026, ώστε η επομένη Βουλή να είναι αναθεωρητική.
Σύμφωνα με τη διαδικασία και τις πλειοψηφίες που προβλέπονται από το άρθρο 110Σ, μπορεί να αποφασιστεί από την Ολομέλεια της Βουλής η αναθεώρηση διατάξεων, που σύμφωνα με το Σύνταγμα, μπορούν να αναθεωρηθούν. Φυσικά για την αναθεώρηση κάθε άρθρου απαιτούνται αυξημένες πλειοψηφίες είτε στην πρώτη φάση από την παρούσα Βουλή είτε στη δεύτερη φάση της διαδικασίας από την επομένη αναθεωρητική Βουλή, που είναι ζήτημα πολιτικών συγκυριών και συναινέσεων.
Σαφώς η αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ανώτατη ιδιωτική εκπαίδευση, μετά την ψήφιση του νόμου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια σχεδόν από όλες τις πολιτικές παρατάξεις, έχει εξασφαλίσει την υπερψήφιση της.
Η κυβέρνηση ανάγγειλε την αναθεώρηση του άρθρου 86Σ «περί ευθύνης υπουργών», που αποτελεί επίσης πρόταση της κ. Καρυστινού και του υπό ίδρυση κόμματός της, και του άρθρου 90Σ για τον τρόπο εκλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων χωρίς να διατυπώσει συγκεκριμένες προτάσεις, μολονότι για τα θέματα υπάρχει μεγάλη επιστημονική προεργασία και προτάσεις πολιτικών κομμάτων.
Προσωπικά πιστεύω ότι πρέπει να αναθεωρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 85 και 86Σ για την ποινική ευθύνη των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και να δικάζονται από το Ειδικό Δικαστήριο μόνο για τις πολιτικές ευθύνες τους, ενώ για τις λοιπές άδικες πράξεις, ακόμα και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, να δικάζονται από τα κοινά δικαστήρια χωρίς προηγούμενη άδεια της Βουλής. Επίσης, πρέπει να αναθεωρηθούν ριζικά τα άρθρα 61 και 62Σ για τη βουλευτική ασυλία, που στην πράξη καλύπτει όλες τις μη νόμιμες δραστηριότητες των βουλευτών.
Φοβάμαι όμως ότι ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των δικαστηρίων δεν πρόκειται να αλλάξει, γιατί ο συγκεκριμένος τρόπος, μολονότι αμφισβητείται από την εισαγωγή του με το Σύνταγμα του 1951, με συζητήσεις, συνέδρια και άρθρα και παρά τις αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις του Συντάγματος, δεν κατέστη δυνατόν να αλλάξει, αλλά ούτε προτάθηκε πιο αξιόπιστος τρόπος, θα ήταν όμως λάθος να εκλέγονται μόνο από τους ίδιους τους δικαστές για ευνόητους λόγους.
Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 καθορίστηκε ότι οι ανώτατοι δικαστές αποχωρούν με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους. Έκτοτε οι βιολογικές συνθήκες έχουν αλλάξει και πρέπει να οριστεί ότι οι ανώτατοι δικαστές αποχωρούν με τη συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας τους, όπως ίσχυε πριν την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1975, οι δε κατώτεροι δικαστές με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους, όπως ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους.
Με το άρθρο 87 παρ.3Σ. ορίζεται ότι οι δικαστές επιθεωρούνται από δικαστές ανώτερου βαθμού. Ο τρόπος αυτός επιθεώρησης των δικαστών δεν απόδωσε ικανοποιητικά αποτελέσματα, αν όμως προστεθεί στην παραπάνω παράγραφο ότι επιθεωρούνται και από δικαστικούς σχηματισμούς, οπότε τα ανώτερα δικαστήρια που κατόπιν ενδίκων μέσων δικάζουν αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων, να μπορούν μαζί με την εξέταση της απόφασης να βαθμολογούν με βάση αντικειμενικά κριτήρια και τους δικαστές, που εκδώσαν την απόφαση.
Τέλος, πρέπει να κατοχυρωθεί συνταγματικά ο προληπτικός έλεγχος των δημοσιονομικών δαπανών από το Ελεγκτικό Συνέδριο, που καταργήθηκε το 2017 αδόκιμα.
* Ο Λέανδρος Τ. Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης ε.τ.