Η Κωνσταντινούπολη και η μνήμη

Η Κωνσταντινούπολη δεν υπήρξε μία οποιαδήποτε πόλη, αλλά επί αιώνες πρωτεύουσα αυτοκρατορίας, σημείο τομής Ανατολής και Δύσης, κέντρο θεολογίας, διπλωματίας, δικαίου, εμπορίου, τέχνης και κρατικής οργάνωσης

Κωνσταντινούπολη

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου προέδρου, σύμφωνα με τις οποίες η Άλωση της Κωνσταντινούπολης δήθεν «έσωσε» την Πόλη και την Αγία Σοφία, συνιστούν χωρίς αμφιβολία μία συνειδητή απόπειρα αντιστροφής της ιστορικής μνήμης, μία προσπάθεια να παρουσιαστεί η κατάκτηση ως λύτρωση, η βία ως αποκατάσταση και η απώλεια ενός κορυφαίου κέντρου του παγκόσμιου πολιτισμού ως δήθεν πράξη σωτηρίας.

Η Κωνσταντινούπολη δεν υπήρξε μία οποιαδήποτε πόλη, αλλά επί αιώνες πρωτεύουσα αυτοκρατορίας, σημείο τομής Ανατολής και Δύσης, κέντρο θεολογίας, διπλωματίας, δικαίου, εμπορίου, τέχνης και κρατικής οργάνωσης. Υπήρξε η Νέα Ρώμη, η Βασιλεύουσα, το πολιτικό και πνευματικό εργαστήριο μέσα στο οποίο διασώθηκε, μετασχηματίστηκε και μεταβιβάστηκε μεγάλο μέρος της ελληνορωμαϊκής και χριστιανικής κληρονομιάς. Η Αγία Σοφία, ειδικότερα, δεν είναι απλώς ένας ναός, αλλά ένα αρχιτεκτονικό και συμβολικό επίτευγμα οικουμενικής εμβέλειας, μία σύνθεση πίστης, γεωμετρίας, αυτοκρατορικής ιδέας και πνευματικής υπέρβασης.

Η διατύπωση, λοιπόν, του κ. Ερντογάν περί μετάβασης, μέσω της Άλωσης, από το σκοτάδι στο φως, είναι ψυχολογικά αποκαλυπτική. Πίσω από την ανάγκη απαξίωσης της βυζαντινής Κωνσταντινούπολης διακρίνεται ένα βαθύτερο σύμπλεγμα απέναντι στο μεγαλείο της. Η σημερινή τουρκική κρατική αφήγηση δεν αρκείται στο να τιμά τη δική της οθωμανική ιστορική διαδρομή, αλλά επιθυμεί να εμφανίσει την προϋπάρχουσα ρωμαίικη και χριστιανική παρουσία ως παρακμή, ως ερείπιο, ως κάτι που δήθεν περίμενε τον κατακτητή για να αναστηθεί. Προφανώς, αυτό δεν είναι δείγμα αυτοπεποίθησης, αλλά δείγμα ανασφάλειας μεταμφιεσμένης σε θριαμβολογία.

Ένα κράτος που αισθάνεται ιστορικά ασφαλές δεν χρειάζεται να παρουσιάζει την κατάκτηση ως φιλανθρωπία, και μία πολιτική ηγεσία που έχει συμφιλιωθεί με την πολυπλοκότητα της Ιστορίας δεν επιχειρεί να εμφανίσει την Άλωση ως μετάβαση «από το σκοτάδι στο φως». Οι δηλώσεις του Τούρκου προέδρου, βέβαια, δεν μας προκαλούν εντύπωση· αντίθετα, αποκαλύπτουν την ανάγκη ενός πολιτισμού που δεν είναι βέβαιος για το βάθος του. Γιατί, αν ήταν βέβαιος, δεν θα είχε ανάγκη να μειώσει τον πολιτισμό που προηγήθηκε.

Η Ιστορία, όμως, δεν διορθώνεται και δεν αλλάζει με επετειακές δηλώσεις. Γνωρίζει πολύ καλά ο Τούρκος πρόεδρος ότι η Κωνσταντινούπολη δεν απέκτησε τη σημασία της το 1453. Την είχε ήδη. Δεν έγινε παγκόσμιο σύμβολο επειδή κατακτήθηκε. Κατακτήθηκε ακριβώς επειδή ήταν παγκόσμιο σύμβολο. Η οθωμανική της περίοδος αποτελεί βεβαίως μέρος της ιστορίας της, αλλά δεν μπορεί να ακυρώσει τη βυζαντινή της ταυτότητα, όπως και καμία νεότερη πολιτική εξουσία δεν μπορεί να διαγράψει τα βαθύτερα στρώματα μνήμης ενός τόπου. Ακόμη περισσότερο, η Αγία Σοφία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως λάφυρο ιδεολογικής χρήσης. Η μετατροπή της σε πεδίο πολιτικού συμβολισμού δεν πλήττει μόνο την ελληνική ή τη χριστιανική μνήμη, αλλά και την ίδια την έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς ως κοινού αγαθού της ανθρωπότητας. Όταν ένα μνημείο τέτοιας ακτινοβολίας επιστρατεύεται για να υπηρετήσει εθνικιστικές αφηγήσεις, τότε δεν μεγαλώνει το κράτος που το κατέχει, αλλά μικραίνει η πολιτική ηγεσία που το εργαλειοποιεί.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να «χωνέψει» την Ιστορία, όπως υπαινίσσεται ο Τούρκος πρόεδρος. Τη γνωρίζει, την πονά και τη μελετά. Η διαφορά είναι ότι η ώριμη ιστορική συνείδηση δεν ταυτίζεται με την επιθυμία ανατροπής του παρόντος και η μνήμη της Κωνσταντινούπολης δεν είναι πρόσκληση σε αναθεωρητισμό, αλλά υπενθύμιση πολιτισμού. Είναι μνήμη διάρκειας, όχι σχέδιο εκδίκησης· στοιχείο ταυτότητας και όχι πρόγραμμα σύγκρουσης.

Η ρητορική του κ. Ερντογάν χρειάζεται διαρκώς έναν αντίπαλο, έναν «άλλο» που δήθεν δεν αποδέχεται την πραγματικότητα, προκειμένου να ανανεώνει το εσωτερικό αφήγημα της κατάκτησης. Όμως η εξωτερική πολιτική του 21ου αιώνα δεν μπορεί να θεμελιώνεται στη γλώσσα των αυτοκρατορικών φαντασιώσεων, και η διεθνής νομιμότητα, η ειρηνική συνύπαρξη, ο σεβασμός των μνημείων και η ιστορική αλήθεια δεν είναι εμπόδια στην εθνική υπερηφάνεια. Είναι προϋποθέσεις πραγματικής ισχύος.

Η Τουρκία και ο πρόεδρός της έχουν κάθε δικαίωμα να μελετούν, να τιμούν και να ερμηνεύουν τη δική τους ιστορική διαδρομή. Δεν έχουν, όμως, δικαίωμα να μετατρέπουν την Ιστορία σε εργαλείο προσβολής, ούτε να παρουσιάζουν την καταστροφή μιας χιλιετούς αυτοκρατορικής πρωτεύουσας ως πράξη πολιτιστικής σωτηρίας. Η κατάκτηση μπορεί να αποτελεί μέρος της οθωμανικής μνήμης· δεν μπορεί, όμως, να βαπτίζεται «διάσωση» χωρίς να προσβάλλει τη λογική, την ιστοριογραφία και την ίδια την αξιοπρέπεια της μνήμης.

Η Κωνσταντινούπολη υπήρξε μεγάλη πριν από τους Τούρκους, πριν από εμάς, πριν από κάθε σύγχρονο κράτος που επιχειρεί να την εντάξει αποκλειστικά στη δική του αφήγηση. Ίσως ακριβώς αυτό είναι που δυσκολεύει όσους θέλουν να την περιορίσουν σε ένα μονοδιάστατο εθνικό αφήγημα. Η Πόλη υπερβαίνει τους κατακτητές της, τους διαχειριστές της και τους σημερινούς πολιτικούς της χρήστες.

Όποιος αισθάνεται πράγματι κληρονόμος μίας μεγάλης ιστορίας δεν φοβάται την ιστορική αλήθεια. Τη σέβεται.

* Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος είναι Διεθνολόγος

16 0 Bookmark