O Διαματάρης έφυγε, το πρόβλημα λύθηκε;

Του Παναγιώτη Καρκατσούλη*

Το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τον κ. Διαματάρη αντιμετωπίστηκε, ιδίως, ως πρόβλημα ηθικής τάξεως (που ήταν) και ως πρόβλημα νομιμότητας των πράξεων και παραλείψεών του που αφορούσαν την προσωπική και επαγγελματική του κατάσταση (που, επίσης, ήταν). Η παραίτησή του ήταν μονόδρομος, από πολιτικής απόψεως, και η προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος εξαντλήθηκε στο να προστατεύσει τον Πρωθυπουργό από τις εξ αντανακλάσεως αρνητικές συνέπειες του βίου και της πολιτείας του συνεργάτη του.  

Ήταν, όμως, αυτό, όλο κι όλο, το πρόβλημα; Ήταν μια πολιτική αστοχία που διορθώθηκε με την αποπομπή του υπευθύνου; Όσοι πιστεύουν ότι ήταν, δεν έχουν παρά να περιμένουν την επόμενη. Όπως συνέβη και με την προηγούμενη αστοχία του υπερήλικου διοικητή νοσοκομείου. Κι εκεί θεωρήθηκε ότι η επιλογή του κ. Πατέρα ήταν μια κακή επιλογή. 

Το πρόβλημα που απωθήθηκε και στις δύο περιπτώσεις συνοψίζεται στην ερώτηση: «Πώς επιλέγουμε και αξιολογούμε τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς στη χώρα μας;». Μέχρι τώρα- και παρά τα κατά καιρούς εξαγγελόμενα, ακόμη και θεσμοθετούμενα-, οι κρατικοί αξιωματούχοι επιλέγονται με βάση την κομματική είτε προσωπική τους εγγύτητα με τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να δείξει ότι ήταν διαφορετικός από τους προηγούμενους (βλ.  ν. 4369/2016) δημιουργώντας (στα χαρτιά) νέες διαδικασίες και δομές επιλογής. Η υπονόμευση των αποφάσεών του από τον ίδιο οδήγησε όχι μόνον στην εδραίωση ενός αριστερού πελατειασμού αλλά και στην ακώλυτη επαν-εμφάνιση του δεξιού. Η κυβέρνηση της ΝΔ προχώρησε, μάλιστα, στην αναδιοργάνωση του πρωθυπουργικού γραφείου, ώστε να υπάρχει ακόμη πιο στενός έλεγχος των κομματικών τοποτηρητών – και γι’ αυτό, ορθώς, οι επιλογές τόσο του κ. Πατέρα όσο και του κ. Διαματάρη χρεώθηκαν στον ίδιο τον Πρωθυπουργό.  

Υπάρχει, όμως, περιθώριο αλλαγών και βελτιώσεων τόσο όσον αφορά την πρόσληψη όσο και την αξιολόγηση της επίδοσης καθενός εκ των κρατικών αξιωματούχων. Σήμερα, οι εκλεκτοί ούτε επιλέγονται ούτε αξιολογούνται μ’ έναν σύγχρονο τρόπο. Ενώ, σ’ άλλες χώρες, υπάρχουν δημόσια περιγράμματα των επίζηλων κρατικών θέσεων και χρησιμοποιούνται για την κάλυψή τους οι πιο σύγχρονες μέθοδοι και τεχνικές, στη χώρα μας επιλέγονται μέσα από μια διαδικασία διάτρητη σ’ όλα της τα στάδια από την πρόσκληση ενδιαφέροντος μέχρι την ενδιάμεση και τελική αξιολόγηση. Δεν υπάρχουν ούτε ασφάλειες αξιοκρατικής κρίσης ούτε μια ανεξάρτητη δομή που θα τους επιλέγει. Η διαδικασία των κοινοβουλευτικών ακροάσεων δεν εισφέρει σημαντικά στην ενδυνάμωση της αξοκρατίας, αφού δεν υπάρχουν ιδιαίτερα πρωτόκολλα εξέτασης των υποψηφίων και εναπόκειται στον κάθε βουλευτή να συμφωνήσει η να διαφοροποιηθεί από την κομματική γραμμή, κατά την κρίση του.      

Αφού ο εκλεκτός επιλεγεί, περιπίπτει σε μια ιδιότυπη αφάνεια. Εάν κάνει καλά «τη δουλειά», τότε, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα ξανακούσει κανείς τίποτα γι’ αυτόν. Θα αμειφθεί για την ευπείθιά του, την επόμενη φορά, με την τοποθέτησή του σε μια άλλη πολιτική-κρατική-κομματική θέση. Σημειώστε ότι ο εκλεκτός δεν αξιολογείται. Κατέχει δημόσια θέση αλλά δεν ελέγχεται δημοσίως. Σκεφθείτε να υπήρχε μια θεσμοθετημένη αξιολόγηση του έργου του, μια φορά στο τέλος κάθε χρόνου, όπως ισχύει στη Μ. Βερετανία για πολλά νομικά πρόσωπα και οργανώσεις του δημοσίου. Η αξιολόγηση θα μπορούσε να γίνεται είτε από την κοινωνία πολιτών είτε από εξειδικευμένους επιστήμονες με βάση την στοχοθεσία και τα αποτελέσματα που έχει πετυχει. 

Εάν γίνονταν αυτά, τότε θα υποχρεωνόταν κσι η αντιπολίτευση να τοποθετείται στην ουσία του έργου των διοικητών και υπουργών κι όχι στις ιδιότητες των προσώπων. Αυτό που γίνεται, σήμερα, αποτελεί ένα εύκολο πεδίο αντιπολίτευσης, αφού αποκλείεται να μην εμφανιστούν στην περίοδο μιας διακυβέρνησης κάποιες περιπτώσεις αστοχιών.  
Είναι κοινός τόπος ότι οι επιλογές των κομμάτων αντανακλούν, σε μεγάλο βαθμό, τις αξίες και τη στάση της κοινωνίας μας απέναντι στα προβλήματα που αναφέρουμε. Και είναι επίσης γνωστό ότι η κοινωνία μας αρέσκεται σε μια επιδερμική διαχείριση των θεμάτων του κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού βίου. Οι αιτίες της επιπόλαιης αυτής στάσης απέναντι στα πολλά και ποικίλα προβλήματα της χώρας και της Διακυβέρνησης έχουν, κατά καιρούς, επισημανθεί από επαϊοντες και μη. Ακόμη πιο αραιά και ασυστηματοποίητα έχουν συζητηθεί κάποιες  προτάσεις για την επίλυσή τους. Αυτές εξικνούνται από την ριζική αλλαγή μοντέλου εκπαίδευσης, αρχόμενης από το δημοτικό, περνάνε μέσα από την αδυναμία παροχής εξειδικευμένης γνώσης από την τροτοβάθμια και την μεταπτυχιακή κατάρτιση  και καταλήγουν σε ανοιχτές  διαβουλευτικές διαδικασίες που επιτρέπουν την ευρεία συμμετοχή ακόμη και σε θέματα τα οποία, εκ της φύσεώς τους, δεν επιδέχονται περισσότερες οπτικές και εναλλακτικές.  

Διότι πρέπει, επιτέλους να παραδεχτούμε ότι τα προβλήματα της Διακυβέρνησης δεν είναι ούτε αμιγώς ιδεολογικο-πολιτικά ούτε αμιγώς τεχνικά. Έχοντας χάσει το τραίνο της «δημόσιας πολιτικής» και του «δημόσιου μάνατζμεντ» στο ελληνικό δημόσιο, μας μένει η επιλογή της άμεσης και καθολικής εφαρμογής της αξιοκρατίας και της ευνομίας. Η αυτές θα εφαρμοστούν, πάραυτα, ή η επιστροφή στην πεπατημένη του πελατειασμού προεξοφλεί, με μέγιστη βεβαιότητα, την επόμενη κρίση μας.   

* Δρ. Παναγιώτης Καρκατσούλης - Ινστιτούτο Έρευνας Ρυθμιστικών Πολιτικών - Στέλεχος του Κινήματος Αλλαγής