JF-17 και χρέος: Όταν η «ηθική της ισχύος» αντικαθιστά το διεθνές δίκαιο

Η οικονομική πίεση που αντιμετωπίζει το Πακιστάν και η σταδιακή αναθεώρηση των αμυντικών επιλογών της Σαουδικής Αραβίας διαμορφώνουν ένα νέο πεδίο σύγκλισης συμφερόντων

JF-17

Η οικονομική πίεση που αντιμετωπίζει το Πακιστάν και η σταδιακή αναθεώρηση των αμυντικών επιλογών της Σαουδικής Αραβίας διαμορφώνουν ένα νέο πεδίο σύγκλισης συμφερόντων. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το πρακτορείο Reuters, το Ριάντ εξετάζει τη μετατροπή περίπου 2 δισ. δολαρίων από υφιστάμενα δάνεια προς το Ισλαμαμπάντ σε εξοπλιστική συμφωνία που περιλαμβάνει την προμήθεια μαχητικών αεροσκαφών JF-17, τα οποία έχουν αναπτυχθεί από κοινού από το Πακιστάν και την Κίνα. 

Αν και η συμφωνία παρουσιάζεται ως μια διμερής διευθέτηση που θα ανακουφίσει τα δημόσια οικονομικά του Πακιστάν και θα προσφέρει στη Σαουδική Αραβία μια οικονομικότερη εναλλακτική έναντι των δυτικών μαχητικών, αναλυτές επισημαίνουν ότι αντανακλά έναν ευρύτερο κινεζικό υπολογισμό: την έμμεση επανένταξη σε αγορές που στο παρελθόν είχαν δείξει επιφυλακτικότητα απέναντι σε κινεζικά οπλικά συστήματα, με το Πακιστάν να λειτουργεί ως πολιτικά αποδεκτός ενδιάμεσος.

Σε αυτό το πλαίσιο, δημοσίευμα των Asia Times τον Ιανουάριο του 2026 σημειώνει ότι η φόρμουλα «χρέος έναντι οπλικών συστημάτων» εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια του Πακιστάν να αξιοποιήσει την αμυντική του βιομηχανία ως εργαλείο οικονομικής διεξόδου, την ώρα που η Σαουδική Αραβία επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις αεροπορικές της επιλογές πέρα από τους παραδοσιακούς δυτικούς προμηθευτές. Παράλληλα, το συνολικό πακέτο της συμφωνίας θα μπορούσε να αγγίξει τα 4 δισ. δολάρια, εφόσον συμπεριληφθούν οπλικά συστήματα, εκπαίδευση, προσομοιωτές πτήσης, ανταλλακτικά και πολυετής τεχνική υποστήριξη.

Σε πρώτη ανάγνωση, η συμφωνία μοιάζει με μια κλασική ανταλλαγή χρέους με όπλα. Ωστόσο, η εξαγωγική ιστορία του JF-17 εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Πριν από σχεδόν μια δεκαετία, η Κίνα προώθησε επιθετικά το αεροσκάφος ως χαμηλού κόστους, πολλαπλών ρόλων μαχητικό σε χώρες όπως το Μπανγκλαντές, η Σρι Λάνκα, η Μιανμάρ και η Σαουδική Αραβία. 

Οι περισσότερες από αυτές τις χώρες αποχώρησαν από τις διαπραγματεύσεις. Η Μιανμάρ υπήρξε ο μοναδικός αγοραστής, όμως έως το 2023 η πλειονότητα των αεροσκαφών της φαίνεται να είχε καθηλωθεί λόγω χρόνιων προβλημάτων σε κινητήρες, ηλεκτρονικά συστήματα, ραντάρ και δομική κόπωση, πλήττοντας σοβαρά την αξιοπιστία της πλατφόρμας.

Ως συνέπεια αυτής της εμπειρίας, η περίπτωση της Μιανμάρ είχε ευρύτερες επιπτώσεις. Περιόρισε δραματικά τη δυνατότητα της Κίνας να προωθήσει απευθείας μαχητικά αεροσκάφη σε μια σειρά αγορών και έθεσε υπό αμφισβήτηση το αφήγημα τεχνολογικής ωριμότητας που το Πεκίνο επιδιώκει να καλλιεργήσει. Για κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής που κινούνται προσεκτικά ανάμεσα στη Δύση και την Κίνα, αυτή η συνθήκη αυτή λειτούργησε αποτρεπτικά.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αιφνίδια «έκρηξη» πακιστανικών ανακοινώσεων για εξαγωγές JF-17 γεννά εύλογο σκεπτικισμό. Τον τελευταίο χρόνο, το Ισλαμαμπάντ έχει αφήσει να διαρρεύσουν πληροφορίες για συμφωνίες που εκτείνονται από τη Βόρεια Αφρική έως τη Νότια και Ανατολική Ασία: μια υποτιθέμενη αμυντική συμφωνία ύψους 4 δισ. δολαρίων με τη Λιβύη, συνομιλίες σε προχωρημένο στάδιο με το Μπανγκλαντές και, πλέον, επαφές με τη Σαουδική Αραβία — μια χώρα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σταθερά ενταγμένη στο δυτικό αεροπορικό οικοσύστημα. 

Η γεωγραφική διασπορά αυτών των κινήσεων δεν είναι τυχαία· αποκαλύπτει μια σαφώς πιο φιλόδοξη στρατηγική: την επιδίωξη του Πακιστάν να αναδειχθεί σε αμυντικό κόμβο ενός άτυπου άξονα ισλαμικών κρατών, που εκτείνεται από τη Μέση Ανατολή έως την Ανατολική Ασία.

Στο ίδιο στρατηγικό πλαίσιο, το JF-17 προβάλλεται όχι μόνο ως ένα οικονομικά προσιτό μαχητικό αεροσκάφος, αλλά και ως μια πολιτικά «ουδέτερη» επιλογή για χώρες που επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από δυτικούς προμηθευτές, χωρίς να στραφούν απευθείας προς την Κίνα ή τη Ρωσία. 

Πίσω όμως από αυτή τη στρατηγική αφήγηση αναδύεται ένα σαφές δομικό πρόβλημα: το Πακιστάν δεν διαθέτει τη βιομηχανική βάση που απαιτείται για την ταυτόχρονη υλοποίηση μεγάλων, πολυεθνικών παραγγελιών εντός σύντομου χρονικού ορίζοντα. Η κλίμακα που προϋποθέτουν τέτοιες συμφωνίες καθιστά, σχεδόν αναπόφευκτη, την εμπλοκή ενός τρίτου παίκτη.

Σε αυτό το σημείο καθίσταται εμφανής η στρατηγική της κινεζικής «πίσω πόρτας». Σύμφωνα με αναλυτές, το Πεκίνο προμηθεύει αθόρυβα είτε ολόκληρα αεροσκάφη είτε κρίσιμα υποσυστήματα, ενώ το Πακιστάν προβάλλεται ως ο επίσημος εξαγωγέας. Η διάταξη αυτή επιτρέπει στην Κίνα να αποφεύγει την πολιτική αντίσταση που συχνά συνοδεύει τις άμεσες κινεζικές εξαγωγές οπλικών συστημάτων, να παρακάμπτει τη δυτική πίεση και να επανεξετάζει αγορές που στο παρελθόν είχαν κλείσει. Παράλληλα, λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας της φήμης της, καθώς ενδεχόμενες επιχειρησιακές αστοχίες δεν αποδίδονται απευθείας στο Πεκίνο.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι επιπτώσεις της σύμπραξης αυτής υπερβαίνουν κατά πολύ το στενό πλαίσιο της διμερούς σχέσης Κίνας–Πακιστάν. 

Για την Ευρώπη, το συγκεκριμένο μοντέλο υπονομεύει την ικανότητά της να επιβάλλει πολιτικούς και κανονιστικούς όρους στις εξαγωγές οπλικών συστημάτων, προσφέροντας σε τρίτες χώρες εναλλακτικές οδούς προμήθειας που παρακάμπτουν περιορισμούς και αιρέσεις. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η έμμεση διείσδυση κινεζικής αμυντικής τεχνολογίας σε κράτη φιλικά προς τη Δύση γεννά ανησυχίες που αφορούν τη λειτουργικότητα, την ασφάλεια δεδομένων και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική ευθυγράμμιση.

Τελικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν περιορίζεται στο κατά πόσον το JF-17 θα αποδειχθεί ένα αξιόπιστο μαχητικό αεροσκάφος. Το ουσιαστικό διακύβευμα αφορά το νέο μοντέλο γεωπολιτικής διείσδυσης που διαμορφώνεται: ένα σύστημα έμμεσων εξαγωγών, πολιτικά φιλτραρισμένων και στρατηγικά καλυμμένων, το οποίο θολώνει τα όρια μεταξύ εμπορίου οπλικών συστημάτων και άσκησης γεωπολιτικής επιρροής. Τα αεροσκάφη μπορεί να φέρουν πακιστανικά διακριτικά, όμως το στρατηγικό αποτύπωμα πίσω από τις συμφωνίες καθίσταται ολοένα και πιο εμφανώς κινεζικό.

Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, για την Ευρώπη η σύμπραξη Κίνας–Πακιστάν στον τομέα των εξοπλισμών συνιστά μια έμμεση αλλά ουσιαστική πρόκληση για τη στρατηγική της επιρροή. Το μοντέλο της «κινεζικής τεχνολογίας μέσω πακιστανικού μεσολαβητή» υπονομεύει τις ευρωπαϊκές προσπάθειες να συνδέσουν τις αμυντικές εξαγωγές με κανονιστικά και πολιτικά κριτήρια — όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η τελική χρήση και η διαφάνεια. 

Κράτη της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και της Νότιας Ασίας αποκτούν έτσι εναλλακτικές διαδρομές προμήθειας, απαλλαγμένες από ευρωπαϊκούς περιορισμούς, αποδυναμώνοντας την «ήπια ισχύ» των Βρυξελλών στον τομέα της ασφάλειας. 

Παράλληλα, η έμμεση κινεζική διείσδυση διαβρώνει τη θέση των ευρωπαϊκών αμυντικών βιομηχανιών σε αγορές όπου ο ανταγωνισμός δεν αφορά πλέον μόνο το κόστος, αλλά και την πολιτική αξιοπιστία, μετατρέποντας την Ευρώπη από ρυθμιστή σε παθητικό παρατηρητή ενός νέου, λιγότερο ελεγχόμενου μοντέλου εξαγωγών όπλων.

Αντίστοιχα, για τις Ηνωμένες Πολιτείες η σύμπραξη Κίνας–Πακιστάν αγγίζει τον πυρήνα της στρατηγικής τους για την ανάσχεση της κινεζικής επιρροής. Η αξιοποίηση του Πακιστάν ως ενδιάμεσου επιτρέπει στο Πεκίνο να διευρύνει το αμυντικό του αποτύπωμα χωρίς να ενεργοποιεί άμεσα τις αμερικανικές «κόκκινες γραμμές», περιορίζοντας έτσι την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων, της πολιτικής πίεσης και της διπλωματικής αποτροπής. 

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο έστω και έμμεσης κινεζικής τεχνολογικής παρουσίας σε αεροπορικές δυνάμεις κρατών που διατηρούν στενές σχέσεις με την Ουάσινγκτον, όπως η Σαουδική Αραβία. Ζητήματα ασφάλειας δεδομένων και μελλοντικής στρατηγικής ευθυγράμμισης αναδεικνύονται με μεγαλύτερη ένταση σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ επιδιώκουν να οικοδομήσουν συμπαγή μπλοκ ασφαλείας τόσο στον Ινδο-Ειρηνικό όσο και στη Μέση Ανατολή. 

Το μοντέλο της κινεζικής «πίσω πόρτας» καταδεικνύει ότι ο ανταγωνισμός με την Κίνα δεν διεξάγεται πλέον αποκλειστικά μέσω συμμαχιών, αλλά και στις γκρίζες ζώνες της αμυντικής διπλωματίας.

Τέλος, η αμερικανική διάσταση της υπόθεσης αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ιδωθεί υπό το πρίσμα της πολιτικής στάσης του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο διεθνές δίκαιο και της δηλωμένης προθυμίας του να το υποτάξει σε μια προσωπική αντίληψη ισχύος και «ηθικής». Η ρητορική του για τη Γροιλανδία —όταν υποστήριξε ότι αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στη δική του ηθική κρίση παρά στο διεθνές δίκαιο— δεν συνιστά απλώς μια ιδιοσυγκρασιακή παρέκκλιση, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική επεκτατισμού, η οποία, αν παγιωθεί, διαβρώνει τα ίδια τα θεμέλια της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης. 

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στους άμεσους στόχους της αμερικανικής πολιτικής, αλλά επιστρέφουν ως γεωπολιτικό ντόμινο: η διάβρωση του διεθνούς δικαίου από τις Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργεί το προηγούμενο που επιτρέπει και σε άλλες δυνάμεις να πράξουν το ίδιο.

Υπό αυτή την έννοια, ο αμερικανικός επεκτατισμός δεν αποδυναμώνει μόνο μακροπρόθεσμα τη θέση της Ουάσινγκτον, αλλά διευκολύνει και την Κίνα να νομιμοποιήσει τη δική της αυταρχική επέκταση στην Ασία. 

Παρά τις ιδεολογικές διαφορές, ο πυρήνας τόσο του σύγχρονου κινεζικού κομμουνισμού όσο και του αμερικανικού αυταρχισμού εδράζεται στην ίδια λογική απόλυτης ισχύος, όπου το κράτος ή ο ηγέτης υπερέχει κάθε θεσμικού ή νομικού περιορισμού. Αυτή η λογική —που ιστορικά προσιδιάζει περισσότερο στον φασισμό παρά σε οποιαδήποτε συνεκτική ιδεολογία δικαίου— αντιβαίνει εκ φύσεως σε κάθε μορφή διεθνούς νομιμότητας. 

Έτσι, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες υπονομεύουν το σύστημα κανόνων που οι ίδιες οικοδόμησαν, ανοίγουν τον δρόμο ώστε και η Κίνα να πληρώσει, αργά αλλά αναπόφευκτα, το τίμημα της δικής της επεκτατικής στρατηγικής σε μια Ασία όπου το δίκαιο αντικαθίσταται ολοένα και περισσότερο από τη γλώσσα της ισχύος.

9 0 Bookmark