Η Ημέρα της Δημοκρατίας της Ινδίας τιμά την υιοθέτηση ενός συντάγματος που υποσχέθηκε δικαιοσύνη, ελευθερία και ισότητα. Ωστόσο, φέτος, μια άλλη παρουσία αιωρούνταν πάνω από τη μεγαλειώδη παρέλαση της 26ης Ιανουαρίου, παρά το ότι δεν είχε φυσική παρουσία: ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump).
Η επιστροφή του στην εξουσία των ΗΠΑ έχει κλονίσει τις ευρωπαϊκές παραδοχές περί διατλαντικής σταθερότητας και έχει επιταχύνει την αναζήτηση αξιόπιστων εταίρων. Η απόπειρα του Τραμπ να αποκτήσει τη Γροιλανδία δείχνει ότι οι Ευρωπαίοι δεν θα μείνουν εκτός στη φιλοδοξία του να ελέγξει το Δυτικό Ημισφαίριο. Κατά συνέπεια, η Ινδία έχει αποκτήσει νέα στρατηγική σημασία.
Της Rana Ayyub
Βρέθηκα στις Βρυξέλλες τις ημέρες πριν από την Ημέρα της Δημοκρατίας, συνομιλώντας με φορείς χάραξης πολιτικής και δημοσιογράφους, καθώς η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ετοιμαζόταν να ταξιδέψει στο Νέο Δελχί ως επίτιμη προσκεκλημένη των εορτασμών. Στις δημόσιες δηλώσεις της, η φον ντερ Λάιεν μίλησε για ανανέωση της πίστης στην πολυμέρεια σε έναν κατακερματισμένο κόσμο και για ενίσχυση των δεσμών με τη μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου.
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική στηριζόταν σε μια άνετη σύμπλευση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η βεβαιότητα έχει φθαρεί. Στις Βρυξέλλες, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μιλούν πλέον ανοιχτά για ένα μέλλον στο οποίο η Ευρώπη θα πρέπει να βασίζεται λιγότερο στην Ουάσινγκτον και περισσότερο σε ένα δίκτυο στρατηγικών συνεργασιών.
Η Ινδία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αναπροσαρμογής. Είναι η πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο, μια ταχέως αναπτυσσόμενη οικονομία και μια καθοριστική δύναμη στον Ινδο-Ειρηνικό. Η ιστορική συμφωνία ελεύθερου εμπορίου που επιτεύχθηκε τον περασμένο μήνα μεταξύ Ινδίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αφορά απλώς δασμούς ή εφοδιαστικές αλυσίδες. Αφορά τη θεμελίωση της ευρωπαϊκής παρουσίας στην Ασία σε μια περίοδο μεταβαλλόμενων παγκόσμιων συσχετισμών. Η συμφωνία με την Ε.Ε. ήρθε σε μια ευνοϊκή στιγμή για τον Ινδό πρωθυπουργό, Ναρέντρα Μόντι. Η στάση του, με την οποία προβάλλει την Ινδία ως αναδυόμενο ηθικό και στρατηγικό ηγέτη, έχει δεχθεί κριτική στο εσωτερικό, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να υποστηρίζουν ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας αποφέρει ολοένα και λιγότερα οφέλη.
Εν τω μεταξύ, η Ινδία και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εμβαθύνει τις δικές τους εμπορικές σχέσεις. Έπειτα από σχεδόν έναν χρόνο απειλών για επιβολή δασμών στην Ινδία, ο Τραμπ ανακοίνωσε στις 2 Φεβρουαρίου εμπορική συμφωνία που μειώνει τον δασμό 50% στα εισαγόμενα από την Ινδία αγαθά στο 18%. Σε ανάρτησή του στο Truth Social, δήλωσε ότι η Ινδία θα δεσμευτεί να αγοράσει αμερικανικά προϊόντα αξίας 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Έγραψε επίσης ότι ο Μόντι «συμφώνησε να σταματήσει να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο και να αγοράζει πολύ περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες και, ενδεχομένως, από τη Βενεζουέλα».
Ινδοί βουλευτές τίμησαν τον Μόντι με γιρλάντες, επαινώντας τον για την ιστορική εμπορική συμφωνία, αν και δεν υπήρχε σαφήνεια σχετικά με το σχέδιο εφαρμογής της.
Η Ινδία δεν έχει ακόμη απαντήσει στους ισχυρισμούς του Τραμπ ότι θα σταματήσει να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο στο πλαίσιο της συμφωνίας. Το 33% των εισαγωγών πετρελαίου της Ινδίας το 2025 προερχόταν από τη Ρωσία, γεγονός που οδήγησε την ινδική αντιπολίτευση να διερωτηθεί εάν η χώρα αντάλλαξε την αυτονομία της με τον Τραμπ.
Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας υπενθύμισε στους συνομιλητές της στο Νέο Δελχί ότι οι δεσμοί μεταξύ Ρωσίας και Ινδίας εξακολουθούν να «ρίχνουν σκιά» στη συνεργασία μεταξύ Ε.Ε. και Ινδίας.
Για την Ευρώπη, η αίσθηση του επείγοντος έπαψε ξαφνικά να είναι θεωρητική. Εάν η Ουάσινγκτον και το Νέο Δελχί έρθουν πιο κοντά οικονομικά και στρατηγικά, οι Βρυξέλλες κινδυνεύουν να βρεθούν στο περιθώριο μιας από τις πιο καθοριστικές σχέσεις του 21ου αιώνα. Υπό αυτό το πρίσμα, η παρουσία της φον ντερ Λάιεν στην Ημέρα της Δημοκρατίας δεν ήταν απλώς τελετουργική διπλωματία. Ήταν στρατηγικός συγχρονισμός. Η Ευρώπη δεν αναζητεί μόνο εταίρους πέρα από την Ουάσινγκτον, αλλά προσπαθεί επίσης να διασφαλίσει ότι δεν θα παραγκωνιστεί καθώς οι ΗΠΑ και η Ινδία ενισχύουν την ευθυγράμμισή τους, ακόμη κι αν αυτή η σύγκλιση διαμορφώνεται με τους όρους του Τραμπ.
Κι όμως, αυτή η προσέγγιση συνοδεύεται από μια αξιοσημείωτη σιωπή. Όπως ο Βίκτορ Όρμπαν της Ουγγαρίας, έτσι και ο Μόντι, συνδέεται με την άνοδο ενός δεξιού εθνικολαϊκισμού και εθνοεθνικισμού που η Ε.Ε. υποτίθεται ότι αποδοκιμάζει.
Την τελευταία δεκαετία, η Ινδία έχει δεχθεί κριτική από διεθνείς οργανισμούς παρακολούθησης για τη διάβρωση της ελευθερίας του Τύπου, τη χρήση κρατικών θεσμών κατά πολιτικών αντιπάλων και την αυξανόμενη ευαλωτότητα των μειονοτήτων.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν αγνοούν αυτή την αντίφαση. Σε ιδιωτικές συζητήσεις, οι ανησυχίες αυτές αναγνωρίζονται. Δημοσίως, σπανίως τονίζονται. Η Ε.Ε. έχει στραφεί αισθητά προς τα δεξιά τα τελευταία δύο χρόνια, και η αμηχανία για τη σύναψη συμφωνιών με αυταρχικούς ηγέτες ίσως μειώνεται, ιδίως όταν αυτοί οι ηγέτες αποτελούν εναλλακτική στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η προσέγγιση της Ευρώπης προς την Ινδία αντανακλά μια μετατόπιση από μια εξωτερική πολιτική βασισμένη σε αξίες προς μια πολιτική που διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από στρατηγική αναγκαιότητα. Για χρόνια, η Ε.Ε. έβλεπε τον εαυτό της ως κανονιστική δύναμη, προβάλλοντας τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου ως θεμέλια της διεθνούς της δράσης. Αυτή η στάση είναι δυσκολότερο να διατηρηθεί σε έναν κόσμο που ορίζεται από την άνοδο της Κίνας, την επιθετικότητα της Ρωσίας και την απρόβλεπτη φύση της αμερικανικής πολιτικής.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η Ινδία δεν αξιολογείται πλέον πρωτίστως ως δημοκρατία που οφείλει να ανταποκρίνεται σε κοινά ιδεώδη. Αξιολογείται ως εταίρος που μπορεί να συμβάλει στην εξισορρόπηση μιας νέας παγκόσμιας τάξης. Με άλλα λόγια, η γεωπολιτική συρρικνώνει τις ηθικές φιλοδοξίες.
Η Ευρώπη χρειάζεται την Ινδία ως αγορά, ως στρατηγικό εταίρο στον Ινδο-Ειρηνικό και ως μέρος της προσπάθειάς της να μειώσει την εξάρτηση από την Κίνα. Η Ευρώπη δεν περιορίζεται πλέον στο να αντισταθμίζει την αμερικανική αβεβαιότητα, αλλά ανταγωνίζεται και για τη διατήρηση της σημασίας της, σε μια σχέση όπου η Ουάσινγκτον συχνά καθορίζει τον ρυθμό.
Υπό αυτή την έννοια, ο Τραμπ ήταν το «φάντασμα» στην παρέλαση της Ημέρας της Δημοκρατίας στην Ινδία, όχι επειδή απουσίαζε, αλλά επειδή η αβεβαιότητα που εκπροσωπεί, ήδη αναδιαμορφώνει τις συμμαχίες.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.