Η Σύνοδος για το Κλίμα, COP30, διεξάγεται στη Βραζιλία σε ένα κλίμα βαθιάς αβεβαιότητας. Αν και με διαφορετικούς τρόπους, οι παραδοσιακοί «οδηγοί» των παγκόσμιων πολιτικών για το κλίμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες, μειώνουν τις φιλοδοξίες τους.
H τρέχουσα δυναμική
Χρόνο με τον χρόνο, οι εκπομπές σε όλο τον κόσμο συνεχίζουν να αυξάνονται. Τα τελευταία 30 χρόνια, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν ξεπεράσει αυτές που καταγράφηκαν τα προηγούμενα 100.
Φυσικά, υπάρχει κάποια σημαντική πρόοδος. Τη δεκαετία του 2000, οι εκπομπές είχαν αυξηθεί κατά 30%, ενώ τα τελευταία δέκα χρόνια η αύξηση επιβραδύνθηκε στο 9%. Ωστόσο, σύμφωνα με τα κλιματικά μοντέλα, ακόμη και αν συμπεριληφθούν όλες οι αξιόπιστες υποσχέσεις που έχουν δοθεί από τις κυβερνήσεις μέχρι σήμερα, η θερμοκρασία της γης μέχρι το τέλος του αιώνα θα είναι μεταξύ 2,2°C και 3,4°C υψηλότερη από τον προβιομηχανικό μέσο όρο. Οι επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων θα είναι κρίσιμες, γεγονός του οποίου έχουμε ήδη γεύση.
Σήμερα, η Κίνα είναι μακράν η χώρα με τις μεγαλύτερες εκπομπές στον κόσμο, με σχεδόν 12 δισ. τόνους CO₂ ετησίως, το οποίο είναι περισσότερο από το διπλάσιο από το άθροισμα των εκπομπών των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακολουθεί η Ινδία, η οποία έχει ήδη ξεπεράσει την ΕΕ και θα μπορούσε να φτάσει τις ΗΠΑ μέσα σε μια δεκαετία.
Ο κύριος λόγος έγκειται στο ενεργειακό μείγμα. Η Κίνα και η Ινδία εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον άνθρακα, το ορυκτό καύσιμο που παράγει τις περισσότερες εκπομπές ανά μονάδα παραγόμενης ενέργειας, αλλά είναι το φθηνότερο.
Υπάρχει όμως και ένα θετικό σημείο το οποίο προέρχεται από την ένταση χρήσης του άνθρακα. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη και (πιο πρόσφατα) ακόμη και η Κίνα, παρήγαγαν αυξανόμενο πλούτο με τις ίδιες εκπομπές.
Από το 1980, η ένταση χρήσης άνθρακα της ΕΕ και των ΗΠΑ έχει μειωθεί περισσότερο από το μισό, ενώ της Κίνας, μετά από αύξηση κατά την πρώτη δεκαετία του 2000, μειώνεται ραγδαία. Μόνο η Ινδία υστερεί.
Η Κίνα παραμένει ο μεγαλύτερος καταναλωτής άνθρακα στον κόσμο, συντηρώντας την οικονομική ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της. Ο άνθρακας εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει σχεδόν το 60% του ενεργειακού μείγματος της Κίνας, σε σύγκριση με λιγότερο από 10% στην ΕΕ και τις ΗΠΑ. Ωστόσο, είναι επίσης η χώρα που επενδύει περισσότερο στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, των οποίων ο ρόλος στο μείγμα έχει υπερτριπλασιαστεί μέσα σε 20 χρόνια. Ως εκ τούτου, το παράδοξο είναι, ότι ο μεγαλύτερος παγκόσμιος ρυπαντής είναι πλέον και η κύρια κινητήρια δύναμη της πράσινης μετάβασης.
Από μια κυνική οπτική, όχι τόσο για περιβαλλοντικούς λόγους, όσο για τη δυνατότητα απεξάρτησής της από τις εισαγωγές υδρογονανθράκων, οι οποίες τη δεσμεύουν γεωπολιτικά.
Η επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο σηματοδότησε μια σαφή αλλαγή πορείας για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μετά την αποχώρηση από τις συμφωνίες του Παρισιού και την κατάργηση των μέτρων της διοίκησης Μπάιντεν, οι προβλέψεις για τη μείωση των εκπομπών στις ΗΠΑ έχουν μειωθεί δραστικά.
Η αναμενόμενη μείωση μέχρι το 2035, η οποία εκτιμάτο σε 22-44%, φαίνεται να διαμορφώνεται σε μόλις 7-19%, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2024. Η στροφή του Τραμπ αποβλέπει αφενός στη μείωση του κόστους παραγωγής στις ΗΠΑ και αφετέρου στην «ιδεολογική νομιμοποίηση» της αύξησης των εξαγωγών αμερικανικών υδρογονανθράκων.
Η ΕΕ επιβεβαιώνει τυπικά τον στόχο της μείωσης των εκπομπών κατά 90% έως το 2040 σε σύγκριση με το 1990, αλλά εισάγει περιθώρια ευελιξίας. Η αιολική και η ηλιακή ενέργεια σημείωσαν νέα ρεκόρ, καλύπτοντας σχεδόν το 30% της ηλεκτρικής ενέργειας.
Ωστόσο, η ΕΚΤ προειδοποιεί, ότι η παραμονή στους στόχους της πορείας προς το 2030 θα απαιτούσε περίπου 500 δισ. ευρώ πρόσθετων επενδύσεων ετησίως, ένα δύσκολο στόχο με το τρέχον πολιτικό κλίμα.
Το δίλημμα για τα κράτη της ΕΕ είναι μεγάλο, καθώς έχει αποφασισθεί η αύξηση των αμυντικών δαπανών και πρέπει να αυξηθεί η βοήθεια προς την Ουκρανία, όπου οι υποδομές έχουν καταρρεύσει.
Αλλαγή προτεραιοτήτων
Η ΕΕ ήταν παραδοσιακά μεταξύ των πλέον φιλόδοξων διαπραγματευτών στις διάφορες Συνόδους COP, αλλά η ατζέντα της για το κλίμα βρίσκεται τώρα υπό πίεση, τόσο από δεξιούς Ευρωπαίους πολιτικούς, οι οποίοι βρίσκονται σε άνοδο σε πολλές χώρες της ηπείρου, όσο και από την ανάγκη βελτίωσης της οικονομικής ανταγωνιστικότητά της.
Από την άλλη πλευρά, οι ακτιβιστές αντιδρούν έντονα φοβούμενοι, ότι η αποδυνάμωση του σχεδίου για το κλίμα θα οδηγούσε σε αποδυνάμωση των επιχειρημάτων τους, να πείσουν άλλες χώρες να μειώσουν επαρκώς τις εκπομπές, ώστε να αποφευχθούν καταστροφικά κλιματικά φαινόμενα στο μέλλον.
Σε μια εποχή, που τα κόμματα και τα κινήματα που είναι δύσπιστα για την υπερθέρμανση του πλανήτη κερδίζουν έδαφος, το ζήτημα του κλίματος κινδυνεύει να περάσει σε δεύτερη μοίρα, σε σχέση με άλλες επείγουσες ανάγκες, ιδιαίτερα εκείνες που σχετίζονται με την άμυνα και την ανταγωνιστικότητα.
Οι νομοθέτες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα πρέπει να συμφωνήσουν τη θέση τους για τον κλιματικό στόχο του 2040 και είναι σοβαρό το ενδεχόμενο, να πρέπει διαπραγματευτούν με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μια υστέρηση, έναντι των αρχικών στόχων. Αυτό το ενδεχόμενο, προκύπτει από τη «σκεπτικιστική» στροφή για την πράσινη μετάβαση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, οι οποίες πιέζονται και από τον Τραμπ.
Βαρύ κόστος για την ΕΕ
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επανέλαβε, ότι η COP30 «πρέπει να παράγει απτά αποτελέσματα για τις πιο ευάλωτες χώρες» στις κλιματικές επιπτώσεις, αλλά η Ευρώπη – η οποία συμβάλλει «μόνο» στο 6% των παγκόσμιων εκπομπών CO2 – φοβάται, ότι θα πρέπει να επωμιστεί σχεδόν μόνη της το βάρος της χρηματοδότησης προς τον Παγκόσμιο Νότο για το κλίμα.
Το 2024 η Ένωση και τα κράτη μέλη της διαθέσανε 42,7 δισ. ευρώ σε δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια, αλλά η παγκόσμια ζήτηση έχει πλέον αυξηθεί σε $1,3 τρισ. ετησίως. Αυτή η ανισορροπία καθιστά σαφές, ότι ο αγώνας για το κλίμα παραμένει άνισος, τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά.
Θεωρητικά, η ΕΕ είναι ο προφανής υποψήφιος για να καλύψει το κενό ηγεσίας που άφησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ενώ το μπλοκ εμφανίζεται όλο και περισσότερο αβέβαιο για την πράσινη μετάβαση, οι κυβερνήσεις του, όπως σημειώνει το Politico (10/11) «αποδυναμώνουν τις πράσινες πολιτικές και ερίζουν για το χρονοδιάγραμμα της απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές».
Είναι προφανές, ότι ο στρατηγικός σχεδιασμός της Ένωσης από τους ηγέτες της πρώτης 15ετίας του 2000, ήταν εσφαλμένος.
Τώρα, τα κόστη προσαρμογής σε συνθήκες που δεν είχαν προβλεφθεί ( Ουκρανικό, τιμές ενέργειας, αναίρεση του προστατευτικού ρόλου των ΗΠΑ) είναι μεγάλα και υπονομεύουν το όραμα της πράσινης μετάβασης, το οποίο όμως εξακολουθεί να μην στερείται βάσης και να σαγηνεύει τους Ευρωπαίους.
* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής