Επιβεβαιώνοντας ότι το λεγόμενο δυτικό ημισφαίριο αντιπροσωπεύει μία από τις προτεραιότητες εξωτερικής πολιτικής για την κυβέρνηση Τραμπ, λίγες ώρες μετά το κλείσιμο της στρατιωτικής επέμβασης στη Βενεζουέλα, επανήλθε το θέμα των σχέσεων με τη Γροιλανδία. Μαζί του επανεμφανίστηκαν και οι αντιφάσεις που συχνά συνοδεύουν τις δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ.
Αν από τη μια πλευρά, ο Τραμπ δεν έχει αποκλείσει «μια στρατιωτική επέμβαση» για την προσάρτηση του νησιού της Αρκτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ από την άλλη, το μήνυμα που έστειλε ο ίδιος στους Γροιλανδούς με αφορμή τις εκλογές του περασμένου Απριλίου είναι αντίθετο. «Υποστηρίζουμε σθεναρά το δικαίωμά σας να καθορίσετε το μέλλον σας και, αν θέλετε, σας καλωσορίζουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής».
Εκείνο πάντως, το οποίο θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι οι βλέψεις των ΗΠΑ για το αρκτικό νησί δεν είναι κάτι καινούργιο, και ότι ο έλεγχος της Γροιλανδίας αποτελούσε από τον 19ο αιώνα συστατικό στοιχείο των αμερικάνικων γεωπολιτικών σχεδιασμών.
1867: Η πώληση της Αλάσκας και οι αρκτικές φιλοδοξίες των ΗΠΑ
Στα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, η κυβέρνηση του τότε προέδρου Άντριου Τζόνσον επιδίωξε να επεκτείνει την επιρροή των ΗΠΑ στον Ειρηνικό.
Αφού αγόρασε με επιτυχία την Αλάσκα από τη Ρωσία για $7,2 εκατ. το 1867, ο Seward, υπουργός Εξωτερικών του Τζόνσον, έστρεψε το βλέμμα του σε άλλες αρκτικές περιοχές.
Κατόπιν εντολής του Seward, ο Robert J. Walker, πρώην υπουργός Οικονομικών και ένθερμος οπαδός της επέκτασης, ο οποίος βοήθησε στη διαπραγμάτευση της συμφωνίας για την Αλάσκα, συνέστησε στις ΗΠΑ να προσθέσουν την Ισλανδία και τη Γροιλανδία στην επικράτειά τους, «αλλά ιδιαίτερα την τελευταία», σύμφωνα με τότε έκθεση του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ.
«Οι λόγοι είναι πολιτικοί και εμπορικοί», έγραψε στην έκθεση του ο Walker, δίνοντας έμφαση στο τεράστιο τοπίο και τον ορυκτό πλούτο της Γροιλανδίας. Η πρόταση όμως δεν προχώρησε.
1910: Μια «πολύ τολμηρή πρόταση»
Το 1910, ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στη Δανία, Μορίς Φράνσις Ίγκαν, διατύπωσε γραπτά στον τότε βοηθό υπουργό Εξωτερικών μια πρόταση, την οποία ο δεύτερος χαρακτήρισε «πολύ τολμηρή».
Ο Ίγκαν πρότεινε, οι ΗΠΑ να δώσουν στη Δανία το νησί Μιντανάο των Φιλιππίνων, που τότε ήταν αμερικανικό έδαφος, σε αντάλλαγμα για τη Γροιλανδία και τις δανικές Δυτικές Ινδίες.
«Η Γροιλανδία είναι, όπως γνωρίζετε, ένα Δανικό μονοπώλιο», έγραψε ο Ίγκαν. «Δεν έχει ποτέ γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης, αν και οι Νορβηγοί είναι ικανοί να δουν τις δυνατότητές της, καθώς ήδη διερευνούν τι θα μπορούσε να γίνει με την Ισλανδία».
Η πρόταση δεν πήγε παραπέρα, και με τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στον ορίζοντα, η προσοχή των ΗΠΑ στράφηκε αλλού.
Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα, οι ΗΠΑ αγόρασαν τις Δανικές Δυτικές Ινδίες (τώρα Virgin Islands) από τη Δανία έναντι $25 εκατ. σε χρυσό, για να αποτρέψουν την κατάληψη των νησιών από τη Γερμανία.
1946: Προσφορά $100 εκατ.
Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μετά την εισβολή της Γερμανίας στη Δανία, οι ΗΠΑ ανέλαβαν την ευθύνη για την άμυνα της Γροιλανδίας και εγκαθίδρυσαν στρατιωτική παρουσία στο νησί.
Στη συνέχεια, το 1946, οι ΗΠΑ, υπό τον πρόεδρο Χάρι Τρούμαν, έκαναν την πρώτη επίσημη προσφορά τους να αγοράσουν τη Γροιλανδία από τη Δανία.
Η προσφορά ήταν μυστική εκείνη την εποχή, και δημοσιοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1991 από μια δανική εφημερίδα, δύο δεκαετίες μετά τον αποχαρακτηρισμό των εγγράφων.
Τον Απρίλιο του 1946, ο αξιωματούχος του υπουργείου Εξωτερικών, Τζον Χίκερσον, παρευρέθηκε σε μια συνεδρίαση της επιτροπής σχεδιασμού και στρατηγικής του Κοινού Αμερικανικού Επιτελείου Στρατού και δήλωσε, ότι «σχεδόν κάθε μέλος» συμφώνησε ότι οι ΗΠΑ θα έπρεπε να προσπαθήσουν να αγοράσουν τη Γροιλανδία (Associated Press). Τότε διαμορφώθηκε η προσφορά σε $100 εκατ., σε χρυσό.
Η εκτίμηση ήταν ότι η αγορά της Γροιλανδίας θα έδινε στις ΗΠΑ «πολύτιμες βάσεις» από τις οποίες θα μπορούσαν να εξαπολύσουν αεροπορική αντεπίθεση πάνω από την περιοχή της Αρκτικής σε περίπτωση επίθεσης της ΕΕΣΔ, με την παράλληλη δυνατότητα αναχαίτισης σοβιετικών πυραύλων.
Ο τότε υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Μπερνς έκανε την επίσημη προσφορά στον επισκεπτόμενο Δανό υπουργό Εξωτερικών Γκούσταβ Ράσμουσεν στη Νέα Υόρκη στις 14 Δεκεμβρίου 1946 (Associated Press).
Η Δανία όμως δεν επιθυμούσε να πωλήσει τη Γροιλανδία. Ωστόσο, οι ΗΠΑ πήραν άδεια να κατασκευάσουν και να λειτουργήσουν στρατιωτικές βάσεις εκεί. Έκτοτε έχουν κλείσει σχεδόν όλες, εκτός από μία - τη Διαστημική Βάση Pituffik.
Το 1979, η Γροιλανδία απέκτησε αυτοδιοίκηση με δημοψήφισμα, αποκτώντας μεγαλύτερη αυτονομία από την Κοπεγχάγη, με δικό της κοινοβούλιο και πρωθυπουργό, ενώ αρχηγός του κράτους είναι ο Δανός μονάρχης.
Το ζήτημα της ασφάλειας της Αρκτικής
Η αδυναμία του διατλαντικού αμυντικού συστήματος στην περιοχή και οι συχνές παρουσίες πλωτών και εναέριων μέσων, κυρίως της Ρωσίας –η οποία κατέχει τις ανατολικές ακτές του αρκτικού ωκεανού– αλλά και της Κίνας, θέτουν ένα θέμα υβριδικού ελέγχου της περιοχής από μη δυτικές δυνάμεις. Χαρακτηριστικά τον περασμένο Σεπτέμβριο, το πλοίο εμπορευματοκιβωτίων Istanbul Bridge αναχώρησε από το κινεζικό λιμάνι Ningbo για το Felixstow στη Μ. Βρετανία. Ήταν μια διαδρομή 18 ημερών, από τον Ειρηνικό, μέσω του Βερίγγειου πορθμού -85 χλμ. περίπου, βάθους 30-50 μ.- μεταξύ Αλάσκας ΗΠΑ) και Τσουκότκα (Ρωσία), κατά μήκος της ρωσικής ακτογραμμής του Αρκτικού. Το πλοίο συνοδευόταν από ρωσικά παγοθραυστικά.
Η Κίνα φαίνεται έτοιμη να αναλάβει τους κινδύνους τέτοιων αποστολών, προκειμένου να παγιώσει τη θέση της στην Αρκτική.
Πληροφοριακά, πρόκειται για μια διαδρομή ιδιαίτερα επικίνδυνη, λόγω των πολικών συνθηκών και των παγόβουνων, η οποία είναι πλεύσιμη κατά το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Είναι συγκριτικά συντομότερη κατά περισσότερο από 40% από τη διαδρομή μέσω Σουέζ, και πέρυσι την έπλευσαν 90 πλοία έναντι των 13.000 περίπου μέσω Σουέζ.
Οι καναδικές στρατιωτικές αρχές ενίσχυσαν πρόσφατα το πρόγραμμα της Διοίκησης Αεροδιαστημικής Άμυνας της Β. Αμερικής (NORAD), με ορίζοντα 20ετίας, και ξεκίνησαν το έργο Over the Horizon για την παρακολούθηση της Αρκτικής.
H καναδική κυβέρνηση ανακοίνωσε το 2022 επενδύσεις $38 δισ. για τον εκσυγχρονισμό της NORAD, με επενδύσεις σε βόρειες περιοχές της χώρας, για ενίσχυση της ηλεκτρονικής παρακολούθησης και των δυνατοτήτων επιχειρησιακού συντονισμού. Το έργο Over the Horizon, κυρίως ανίχνευσης μέσω ραντάρ, αναμένεται να είναι επιχειρησιακό το 2029.
Τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ, με εξαιρετική αργοπορία εξετάζουν (α) την επιτάχυνση των αμυντικών δαπανών για την Αρκτική, (β) την αύξηση της συχνότητας των στρατιωτικών ασκήσεων στην περιοχή και (γ) την αποστολή στρατιωτικής δύναμης για να προστατεύσει τη Γροιλανδία προκειμένου να καθησυχάσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι ενέργειες αυτές θα είχαν οριακό, κατά το μάλλον και ήττον, αποτέλεσμα, δεδομένου, ότι ο έλεγχος της Γροιλανδίας είναι στοιχείο του αμερικανικού γεωπολιτικού σχεδιασμού, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, όπως είδαμε.
Η ενίσχυση του αμερικανικού ενδιαφέροντος συμβαδίζει με το σταδιακό λιώσιμο των πάγων και την ενίσχυση των δυνατοτήτων εκμετάλλευσης του πλούσιου, κατά εκτιμήσεις, υπεδάφους της Γροιλανδίας, αλλά και τη διευκόλυνση του διάπλου του Αρκτικού από πλοία προερχόμενα από τον Ειρηνικό (π.χ. Κίνα, Ιαπωνία, Κορέα) με κατεύθυνση προς τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά λιμάνια στον Ατλαντικό, και αντίστροφα.
Ως προς τους τρόπους ενσωμάτωσης της Γροιλανδίας υπό τον Αμερικανικό έλεγχο, όπως είπε ο Στίβεν Μίλερ (ένας από τους στενότερους συμβούλους του Τραμπ), «σε αυτό το πλαίσιο δεν χρειάζεται καν να σκεφτούμε ή να συζητήσουμε στρατιωτική επέμβαση» – κάτι που παρεμπιπτόντως θα ήταν αρκετά ακατανόητο δεδομένου ότι η Γροιλανδία, όπως και η γειτονική Ισλανδία, δεν έχει στρατό. Παρόμοιες σκέψεις έχουν επίσης εκφραστεί από έγκυρους Ρεπουμπλικάνους ηγέτες, όπως ο Μάικ Τζόνσον (Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων) και ο Τζεφ Λάντρι (Ειδικός Απεσταλμένος για τη Γροιλανδία).
Παρά ταύτα, η υπόθεση ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα οργάνωνε μια παρέμβαση στη Γροιλανδία παρακάμπτοντας το Κογκρέσο (όπως συνέβη στη Βενεζουέλα) δεν είναι μακρινή, όπως προ ημερών επανέλαβε ο Αμερικανός πρόεδρος, δημιουργώντας μια αβεβαιότητα περί του πρακτέου. Άλλωστε, το Ψήφισμα Πολεμικών Εξουσιών του 1973, μεταξύ άλλων, παρέχει στον πρόεδρο τη δυνατότητα εμπλοκής της χώρας σε εχθροπραξίες, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, χωρίς προηγούμενη κοινοβουλευτική έγκριση.
Πέρα από τις δηλώσεις: η θεσμική επιλογή
Το Κογκρέσο των ΗΠΑ εξετάζει το ενδεχόμενο να προτείνει ένα σύμφωνο ελεύθερης σύνδεσης για τη Γροιλανδία, κατά το πρότυπο αυτού που ισχύει ήδη με το Παλάου, τη Μικρονησία και τις Νήσους Μάρσαλ.
Αυτή η συμφωνία προβλέπει, ότι η Ουάσιγκτον είναι υπεύθυνη για την ασφάλεια, με αντάλλαγμα την οικονομική βοήθεια και τη δυνατότητα των πολιτών των τριών νησιωτικών κρατών να εργάζονται και να σπουδάζουν στην Αμερική επ' αόριστον χωρίς βίζα.
Αυτή η υπόθεση –που μελετάται επί του παρόντος από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ– δεν θα συνεπαγόταν την καταβολή τιμήματος για τη μεταβίβαση κυριαρχίας, αλλά την καταβολή ενός ποσού που εκτιμάται μεταξύ $2-5 δισ. ετησίως, για άμεσες ενισχύσεις και επενδύσεις σε υποδομές. Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ θα αποκτούσαν τον απόλυτο έλεγχο της άμυνας, χωρίς να υπάρξει μεταβίβαση εδαφικής κυριαρχίας.
Μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τους ειδικούς, αυτό φαίνεται το περισσότερο εύλογο σενάριο για τη διευθέτηση των εντάσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Νουούκ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ήδη σημαντικά παρούσες στο νησί της Αρκτικής, τόσο από την άποψη των οικονομικών επενδύσεων, όσο και από την άποψη της ασφάλειας. Θα μπορούσε επομένως να προβλεφθεί μια συμφωνία για περαιτέρω επέκταση του πεδίου δράσης των ΗΠΑ, ειδικά όσον αφορά την άμυνα. Αυτό, μεταξύ άλλων, θα ενίσχυε αμυντικά το θαλάσσιο πέρασμα Γροιλανδίας – Ισλανδίας – Η.Β . διασφαλίζοντας την παρακολούθηση της ναυσιπλοΐας από τον Αρκτικό στον Ατλαντικό, μια πτυχή που θα ωφελούσε όχι μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο και ολόκληρη τη Σκανδιναβική χερσόνησο, αλλά και την ίδια τη Δανία.
Μεταξύ Κοπεγχάγης και Ουάσιγκτον: εσωτερικές διαιρέσεις στο Νουούκ
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Μαρτίου 2025, το 84% των Γροιλανδών επιθυμεί ανεξαρτησία από τη Δανία. Ωστόσο, το 45% δηλώνει ότι το επιθυμεί μόνο εάν δεν θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών, ενώ το 6% θα επιθυμούσε να μετοικήσει από τη Δανία στις ΗΠΑ. Όμως το λαϊκό αίσθημα μπορεί να έχει αλλάξει, καθώς ο Τραμπ δήλωσε πρόσφατα, ότι θα ασχοληθεί με το θέμα της Γροιλανδίας σε περίπου «είκοσι ημέρες».
Αυτό το σενάριο αντιμετωπίζεται ευνοϊκά από ένα (μειοψηφικό) τμήμα του γροιλανδικού κυβερνητικού συνασπισμού, ο οποίος πιέζει να κηρύξει η γροιλανδική κυβέρνηση αμέσως την ανεξαρτησία και να συναλλάσσεται απευθείας με την Ουάσιγκτον.
Η πλειοψηφία, από την άλλη πλευρά, φαίνεται να κλίνει προς τον σεβασμό των βημάτων που συμφωνήθηκαν με την Κοπεγχάγη (πρώτα έγκριση του Συντάγματος της Γροιλανδίας, μετά δημοψήφισμα).
Στρατηγικές επενδύσεις και δανικές ανησυχίες
Η Γροιλανδία δεν πωλείται. Ωστόσο, σύμφωνα με την πρωθυπουργό Γενς Φρέντερικ Νίλσεν, η Δανία είναι «ανοιχτή για επιχειρήσεις». Σε αυτό το μέτωπο, σύμφωνα με αναλυτές, ο Αμερικανός ΥΠΕΞ, Μάρκο Ρούμπιο, τις επόμενες ημέρες θα συζητήσει με την Κοπεγχάγη και το Νουούκ την υπόθεση της μεταφοράς μιας αρχικής δωρεάς $60 δισ. σε ένα κρατικό επενδυτικό ταμείο της Γροιλανδίας.
Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, αυτό το ταμείο θα μπορούσε να έχει αποδόσεις περίπου 4%, επιτρέποντας τη δημιουργία ροών κατά τέσσερις φορές υψηλότερων από τις επιδοτήσεις που λαμβάνει ετησίως το Νουούκ από τη Δανία.
Όλα αυτά, ενώ η Κοπεγχάγη υποστηριζόμενη και από τη δήλωση των 7 για αλληλεγγύη, εκφράζει δημόσια τις ανησυχίες της, μέσω των υπηρεσιών πληροφοριών της, για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως εγγυητή της ευρωπαϊκής ασφάλειας, επισημαίνοντας τον κίνδυνο διάσπασης του ΝΑΤΟ, αν οι ΗΠΑ επέμβουν στη Γροιλανδία. Ας ελπίσουμε ότι το θέμα θα λυθεί διπλωματικά.
* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής