Του Νίκου Φιλιππίδη

Στις 30 Ιουνίου 2015, τέσσερεις μέρες μετά το κλείσιμο των τραπεζών και την επιβολή κεφαλαιακών περιορισμών και 5 μέρες πριν το δημοψήφισμα, η πλέον αντιεπιχειρηματική κυβέρνηση των τελευταίων ετών προχωρούσε σε διαγραφή των επισφαλών απαιτήσεων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων που είχαν πληγεί το 2014 από την κατάρρευση του ρωσικού ταξιδιωτικού οργανισμού Transotel και 23 άλλων ρωσικών τουριστικών πρακτορείων.

Στην εγκύκλιο της με ημερομηνία 30 Ιουνίου 2015, η τότε γενική γραμματέας Δημοσίων Εσόδων Κατερίνα Σαββαίδου, επικαλούμενη την ανάγκη επιβίωσης των εν λόγω ξενοδοχειακών επιχειρήσεων τους επέτρεψε να διαγράψουν τα σχετικά ποσά από τους ισολογισμούς τους. Απάλλαξε δηλαδή τις εμπλεκόμενες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις από την καταβολή των αναλογούντων φόρων, για υπηρεσία που ούτως ή άλλως δεν πληρώθηκαν, λόγω των λουκέτων στα ρωσικά τουριστικά γραφεία.

Έγινε δηλαδή το προφανές. Οι ρωσικές εταιρείες χρεοκόπησαν  και η τότε διοίκηση έκρινε ότι οι επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να πληρώσουν φόρους, για ποσά που δεν εισπράχθηκαν.

Τέσσερα χρόνια μετά σε ανάλογο περιστατικό, με την κατάρρευση της Thomas Cook, η νέα – προφανώς φιλοεπιχειρηματική - κυβέρνηση δίνει απλά παρατάσεις στις πληρωμές φόρων για υπηρεσίες που δεν έχουν πληρωθεί και δεν πρόκειται να πληρωθούν. Η περίφημη Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που έγινε νόμος του Κράτους, περιελάμβανε μέτρα αντιστρόφως ανάλογα του προβλήματος.

Πώς άλλωστε μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς την εξαίρεση από το φόρο διαμονής που ούτως ή άλλως δεν εισέπραξαν ποτέ οι επιχειρήσεις και την αναστολή μόλις για 6 μήνες της προθεσμίας καταβολής ΦΠΑ μόνον εκείνων των επιχειρήσεων που το 25% του τζίρου τους προέρχονταν από την Thomas Cook.

Αποτελεί απορίας άξιο, τι σκέφτονται στην κυβέρνηση μπροστά σε ένα πρόβλημα με συστημικά χαρακτηριστικά για τον ελληνικό τουρισμό, όπως αυτό που προκάλεσε η κατάρρευση του βρετανικού κολοσσού και επηρεάζονται 1.193 ελληνικά ξενοδοχεία, με την ζημιά τους να φτάνει μόνο για φέτος τα 190 εκ. ευρώ.