Του Γιώργου Δασιόπουλου

Asa. Nisi. Masa. Το όνειρο του Φελίνι, μέσα από το μυαλό του Μαστρογιάννι. Μια γυναίκα κατεβαίνει τη σκάλα επιδεικνύοντας το λάφυρο μάχης με κάποιον καρδινάλιο. Η ώρα είναι κιτρινισμένη τουλίπα με φτερά αλογόμυγας σκεπασμένης από τα νερά του Τάγου. Ένας σκονισμένος πίνακας του Καραβάτζιο στο σαλόνι, ιδρώνει αποκαμωμένος από κάποια αθλητική δραστηριότητα. Κάποιος μονόφθαλμος βεδουΐνος τον κοιτάζει με τρόμο, χωμένος κάτω από το μνήμα ενός ταχυδακτυλουργού που πνίγηκε καταπίνοντας Ινδιάνους από τους Θλιμμένους Τροπικούς μαζί με πράσινες φράουλες. Ένα στρατιωτικό άλογο, κοιτώντας δεξιά και μελετώντας την Ιστορία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, περνάει τον δρόμο. Ένας ασυνείδητα δομημένος νεκρός φτύνει ταμπάκο στα μούτρα κάποιου ατιμασμένου δομολειτουργιστή με βελούδινη εσάρπα, τη στιγμή που εκείνος συνομιλεί με μια γάτα περί του περιγράμματος μιας επιγραμμένης κίνησης. Πυροδοτώντας την ομίχλη που αναδύουν τα ζεστά ρουθούνια μιας κυρίας που πολέμησε τους Πρώσους στον Μεγάλο Πόλεμο, λίγο πρίν εισπνεύσει το αέριο μουστάρδας,αναφωνεί με στόμφο: "Ένα Λεοπολδινό Κάντο για την Κάτια Ταραμπάνκο". Κλαπ... κλαπ... κλοπ... θυμήσου τον ρόγχο τον κροταλιστό μιας παουντικής ομορφιάς. Ζιτ... ζιτ... ζαντιιιτ... μοκασίνια αγορασμένα από του Πιέρ.

Αναζητώντας θορύβους. Τον θόρυβο του χασμουρήματος, τον θόρυβο του χειρουργείου, τον θόρυβο του φιλιού, τον θόρυβο των Φινλανδών μοναχών, τον θόρυβο του τρένου που παίζει βαλκανικό σαξόφωνο, τον θόρυβο των τακουνιών της Ελεονόρα Κάρινγκτον, τον θόρυβο των μπελμερικών κοστουμιών, τον θόρυβο της πέτρας που κυλάει στη μνήμη, τον θόρυβο των καταπονημένων γονάτων, τον θόρυβο της παγανιστικής μοριακής σύνθεσης της λαίλαπας, τον θόρυβο- τέλος πάντων- που κάνει ο τροχονόμος με την αρχέγονη μυρωδιά της κινητοποιημένης περιουκρανοτετραδιάστατηςγεωμετρίας, ενεργό μέλος εδώ και 24 χρόνια της "Σχολής των καλλωπισμένων Ενετών υπό τας διαταγάς της Αυτού Μεγαλειοτάτης Ρεγγίνας Μπερτισάμπ" που δεν συμμερίστηκε τις αλτρουϊστικές απόψεις των αστών αναγνωστών που περιμένουν υπομονετικά μέσα στο λιοπύρι να διαβάσουν τα τελευταία νέα σχετικά με την αυτοκτονία του Ότο Βάινινγκερ. Στα κρατητήρια της οδού των μικρών ξενοδοχείων.

Και ξάφνου, μέσα από το ομιχλώδες όρυγμα, να ξεπροβάλλει ασθμαίνοντας και πληγωμένο, χαϊδεύοντας με γαλήνη την μελωδική συστολή της αλεπούς που τρίβεται στον κόρφο του, φορώντας γάντια ποτισμένα με μεσκαλίνη και τριμμένη μέντα, το ψάρι που αναπολούσε τις μοιραίες στιγμές της εναρμόνισης των δύο κόσμων προκαλώντας σύσπαση των άκρων και κραδαίνοντας το φίδι, το βέλος, τον κύκνο, το ρόπαλο του Ηρακλή, το κριάρι του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, την γούνινη εσθήτα της Ελένης Φουρμάν και τον σύρτη, αναφωνεί με στόμφο: "Ένα Λεοπολδινό Κάντο για την Κάτια Ταραμπάνκο". Κλαπ... κλαπ... κλοπ...