Τις στάσεις και τις απόψεις των Ελλήνων κατά το πρώτο 10ημερο του Δεκεμβρίου κατέγραψε έρευνα της διαΝΕΟσις, σε συνεργασία με την εταιρεία δημοσκοπήσεων Metron Analysis.

Σύμφωνα με την έρευνα, δύο στους τρεις Έλληνες (66,3%) δηλώνουν ότι θα κάνουν το εμβόλιο, ενώ το 27,4% απαντά αρνητικά, ποσοστό πάντως που είναι σημαντικά χαμηλότερο από το 42% που είχε καταγραφεί σε προηγούμενη έρευνα, τον Σεπτέμβριο.

Τα ποσοστά αυτών που προτίθενται να κάνουν το εμβόλιο είναι μεγαλύτερα στους πιο ευκατάστατους, καθώς και σε όσους δηλώνουν ότι πάσχουν από κάποιο υποκείμενο νόσημα, ενώ πολύ σημαντικός παράγοντας είναι και η ηλικία: Στους ηλικίας άνω των 65, το ποσοστό αυτών που προτίθενται να κάνουν το εμβόλιο φτάνει στο 80,4% -μάλιστα, αυτοί που απαντούν «σίγουρα ναι» είναι το 55%.

Όπως εξηγεί ο διευθυντής περιεχομένου της διαΝΕΟσις Θοδωρής Γεωργακόπουλος, αναφερόμενος στο πώς άλλαξε άποψη μεγάλο μέρος του πληθυσμού, η έρευνα του Δεκεμβρίου έλαβε χώρα σε ένα διάστημα όπου στην Ελλάδα είχαμε σταθερά χιλιάδες κρούσματα, περίπου 600 Έλληνες στις ΜΕΘ και περίπου 100 νεκρούς από Covid-19 κάθε ημέρα, οπότε ο υγειονομικός κίνδυνος ήταν πολύ πιο έντονος και προφανής. Το σημαντικότερο όμως είναι το ότι στις αρχές Νοεμβρίου μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες ανακοίνωσαν ότι τα εμβόλια που αναπτύσσουν ολοκλήρωσαν με επιτυχία την 3η φάση δοκιμών.

Εξάλλου, όπως φαίνεται από τα αποτελέσματα και του Σεπτεμβρίου, και επιβεβαιώνεται και τώρα, στην Ελλάδα δεν φαίνεται να υπάρχει ισχυρό κίνημα αντιεμβολιαστών ή αρνητών του ιού, τονίζει ο κ. Γεωργακόπουλος. Σύμφωνα με την έρευνα, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων έχει πολύ θετικές απόψεις για τα εμβόλια γενικότερα. Στην ερώτηση «συμφωνείτε ή διαφωνείτε με την άποψη ότι τα εμβόλια σώζουν ζωές» το 94% των ερωτηθέντων συμφωνεί. Μάλιστα, το 61% συμφωνούν «απολύτως».

Από το περίπου 27% που δηλώνουν ότι (σίγουρα ή μάλλον) δεν θα κάνουν το εμβόλιο, η κυριότερη αιτία που αναφέρουν με πολύ μεγάλη διαφορά είναι το ότι «μπορεί να μην είναι ασφαλές, ή μπορεί να έχει παρενέργειες». Τα ποσοστά των πολιτών που δηλώνουν ότι «δεν υπάρχει ο ιός» ή «δεν εμπιστεύομαι τα εμβόλια» σε αυτή την ερώτηση είναι πάρα πολύ χαμηλά. Όπως επισημαίνει ο Στράτος Φαναράς της Metron Analysis, «ελάχιστοι είναι εκείνοι που αμφισβητούν επί της ουσίας την προσφορά των εμβολίων στη δημόσια υγεία και το λεγόμενο “αντιεμβολιαστικό κίνημα” είναι περιορισμένο με επιδημιολογικούς όρους αλλά αν η ενημέρωση των πολιτών δεν είναι ειλικρινής, διαφανής και κατανοητή μπορεί να σπεκουλάρει στην άγνοια και να καταστεί υπολογίσιμη δύναμη».

Πάντως, όπως επισημαίνει ο κ. Γεωργακόπουλος, είναι γεγονός ότι, αν και πολλοί Έλληνες έχουν ήδη λάβει την απόφαση να κάνουν το εμβόλιο -ένας στους τέσσερις από όσους θα έκαναν (μάλλον ή σίγουρα) το εμβόλιο δηλώνουν ότι θα το έκαναν «από τους πρώτους»- μεγάλο ποσοστό των πολιτών έχουν ακόμα επιφυλάξεις και δισταγμούς. Περίπου οι μισοί από όσους δηλώνουν ότι προτίθενται να κάνουν το εμβόλιο, θα ήθελαν πρώτα να το συζητήσουν περισσότερο με γιατρούς ή συγγενείς.

Εξάλλου, σύμφωνα με την έρευνα, το 40,9% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι έχουν κάνει φέτος το εμβόλιο κατά της γρίπης, ένα ποσοστό πολύ υψηλότερο από το σύνηθες. Μάλιστα, 8 στους 10 ερωτηθέντες ηλικίας άνω των 65 δηλώνουν πως έχουν κάνει το εμβόλιο της γρίπης.

Από όσους δηλώνουν ότι έχουν κάνει το εμβόλιο κατά της γρίπης, το 84,1% δηλώνουν ότι θα κάνουν και το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού. Είναι, δε, αξιοσημείωτο ότι η πλειοψηφία των πολιτών πιστεύουν ότι το εμβόλιο θα είναι διαθέσιμο στη χώρα μας «το πρώτο τρίμηνο του 2021».

Κατά τα άλλα, όπως σημειώνει ο κ. Γεωργακόπουλος, ακόμα και μετά από δέκα μήνες πανδημίας και κρίσης, οι Έλληνες εξακολουθούν να πιστεύουν ότι γενικά στη χώρα μας «τα πράγματα πηγαίνουν προς τη σωστή κατεύθυνση». Αν και το ποσοστό έχει υποχωρήσει αισθητά από το ιστορικά ανώτατο 86% του περασμένου Απριλίου, δεν έχει αλλάξει πολύ από του Σεπτεμβρίου (54% έναντι 57% τον Σεπτέμβριο). Όπως υπενθυμίζει ο κ. Γεωργακόπουλος, έχει ενδιαφέρον το ότι αυτή η στάση είναι ασυνήθιστη. Η Metron Analysis κάνει αυτή την ερώτηση τακτικά, κάθε μήνα στις έρευνές της από το 2014 και με ελάχιστες εξαιρέσεις οι Έλληνες πάντα, παραδοσιακά θεωρούσαν ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας, ωστόσο, πλειοψηφικά ποσοστά θεωρούν ότι η χώρα πάει προς τη σωστή κατεύθυνση.

Στην ερώτηση για το αν η χώρα πηγαίνει προς τη σωστή η προς τη λάθος κατεύθυνση ειδικά για το θέμα της πανδημίας, ελαφρά μεγαλύτερο ποσοστό (59%) πιστεύει ότι, όντως, πάμε καλά, σύμφωνα με την έρευνα.

Και στις δύο περιπτώσεις, η ηλικία παίζει μεγάλο ρόλο στο πώς απαντούν οι Έλληνες. Όσο μεγαλύτερη η ηλικία, τόσο πιο αισιόδοξη η στάση. Μόνο το 37,2% των νέων ηλικίας 17- 24 πιστεύουν πως η χώρα πάει προς τη σωστή κατεύθυνση. Στους άνω των 65, όμως, το ποσοστό είναι 61,6%.

Εξάλλου, εν μέσω lockdown και της κορύφωσης του «δεύτερου κύματος», το ποσοστό των Ελλήνων που πιστεύουν ότι «τα χειρότερα έχουν περάσει» αυξήθηκε σε 39%, έναντι 19% τον περασμένο Σεπτέμβριο. Η πλειοψηφία, ωστόσο (47%, από 73% το Σεπτέμβριο) εξακολουθούν να πιστεύουν ότι «έρχονται δυσκολότερες ημέρες».

Και αυτή τη φορά επιβεβαιώνεται ότι η πανδημία έχει αλλάξει εντελώς τον τρόπο που ζούμε. Το 65,1% δηλώνουν ότι οι ζωές τους έχουν αλλάξει «πολύ» ή «πάρα πολύ» -και το ποσοστό φτάνει το 88% αν προσθέσουμε και το «αρκετά» (από 73% τον Σεπτέμβριο). Όλες οι ηλικίες, όλες οι κοινωνικές τάξεις και όλες οι κατηγορίες πληθυσμού συμφωνούν -με την εξαίρεση ενός αξιοσημείωτου 23,8% όσων δηλώνουν αγρότες, οι οποίοι απαντούν πως η ζωή τους στην πανδημία δεν έχει αλλάξει «καθόλου».

Επιπλέον, οι Έλληνες εξακολουθούν να φοβούνται τον κορωνοϊό. Ένα 54% απαντούν «πιθανό» ή «αρκετά πιθανό» στην ερώτηση αν θεωρούν ότι κινδυνεύουν να προσβληθούν, και 63% απαντούν «πολύ» ή «αρκετά» στο πόσο πιστεύουν ότι κινδυνεύουν από τη νόσο, αν προσβληθούν. Και εδώ οι απαντήσεις επηρεάζονται σημαντικά από την ηλικία των ερωτηθέντων.

Εξάλλου, για πρώτη φορά από τον Απρίλιο, σύμφωνα με τον κ. Γεωργακόπουλο, γίνεται στατιστικά σημαντικό το ποσοστό των ανθρώπων που απαντούν θετικά στην ερώτηση αν έχουν κολλήσει κορωνοϊό. Περίπου 2,5% απαντούν «ναι» στη σχετική ερώτηση, ένα ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 200.000 ανθρώπους, όχι πάρα πολύ μακριά από τον πραγματικό αριθμό επιβεβαιωμένων κρουσμάτων. Οι περισσότεροι είχαν ιαθεί, βεβαίως, αλλά στην έρευνα βρέθηκαν και πέντε ερωτηθέντες που δήλωσαν ότι νοσούσαν την ώρα του τηλεφωνήματος. 

Όσον αφορά το πότε υπολογίζουν ότι θα τελειώσει η πανδημία και θα επανέλθουμε σε μια φυσιολογική καθημερινότητα, οι απαντήσεις αποτυπώνουν μια συνειδητοποίηση και έναν ρεαλισμό. Τον περασμένο Απρίλιο η πλειοψηφία των Ελλήνων (68%) πίστευαν ότι η κανονικότητα θα έχει επανέλθει μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2020. Τον Σεπτέμβριο του 2020, όπως και σήμερα, οι απαντήσεις ήταν πολύ διαφορετικές. Πλέον το 68% των Ελλήνων πιστεύουν ότι θα επιστρέψουμε σε κανονικότητα μετά τα μέσα του 2021 -και ένας στους τρεις θεωρούν ότι θα επανέλθουμε κάποια στιγμή από το 2022 κι ύστερα.

Σήμερα, εξάλλου, σχεδόν όλοι οι Έλληνες -92%- δηλώνουν ενημερωμένοι για την πανδημία, με το 49% να δηλώνουν «πολύ» ή «πάρα πολύ» ενημερωμένοι.

Η πλειοψηφία ενημερώνονται από το ίντερνετ (44%) ενώ το ποσοστό αυτών που ενημερώνονται από την τηλεόραση έχει υποχωρήσει από το 49% τον Απρίλιο στο 37% σήμερα. Η τηλεόραση, πάντως, συγκεντρώνει και τον μικρότερο βαθμό εμπιστοσύνης από όλες τις πηγές ενημέρωσης, ενώ και το ίντερνετ παίρνει χαμηλό βαθμό. Οι πολίτες εμπιστεύονται, όμως, τους προσωπικούς γιατρούς και τους συγγενείς τους σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό για την ενημέρωσή τους.

Τέλος, αξίζει να σημειωθούν δύο άλλα ενδιαφέροντα ευρήματα. Ένας στους τρεις Έλληνες δηλώνουν ότι πάσχουν από ένα διαγνωσμένο υποκείμενο νόσημα, με συχνότερα την υπέρταση (15,8%), τις χρόνιες μεταβολικές παθήσεις, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης (9%) και τα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα, όπως το άσθμα (5,8%). Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, τα μέλη αυτής της πολύ μεγάλης ομάδας δηλώνουν σε ποσοστό μεγαλύτερο του γενικού πληθυσμού (72%) ότι προτίθενται να κάνουν και το εμβόλιο για τον κορωνοϊό.

Επίσης, πλέον οι μισοί εργαζόμενοι εργάζονται κανονικά στον χώρο εργασίας τους (48%) εν μέσω lockdown, και μόνο 20,3% δηλώνουν ότι εργάζονται με τηλεργασία. Τα αντίστοιχα ποσοστά τον Απρίλιο του 2020, στην πρώτη καραντίνα, ήταν αρκετά διαφορετικά. Τότε μόνο το 25,4% εργάζονταν στον χώρο εργασίας τους, και το 26,2% με τηλεργασία, ενώ σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι ήταν σε μειωμένο ωράριο, άδεια ή αναστολή εργασίας. Τώρα σε τέτοιες μορφές μειωμένης απασχόλησης (ή μη-απασχόλησης) βρίσκεται μόνο ένας στους τρεις εργαζόμενους.

Πηγή: Καθημερινή