Το Ιράν προσέρχεται στις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ που θα διεξαχθούν αυτό το Σαββατοκύριακο με μια θριαμβευτική διάθεση, καθώς έχει καταφέρει αφενός να δοκιμάσει τα όρια της αμερικανικής ισχύος και αφετέρου να θέσει υπό τον έλεγχό του, παρά τις 40 ημέρες πολέμου, το Στενό του Ορμούζ - και, κατ’ επέκταση, τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Το ερώτημα τώρα όμως, είναι αν η Τεχεράνη θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί υπέρμετρα αυτόν τον κρίσιμο μοχλό πίεσης στη συνάντηση που έχει προγραμματιστεί στην Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς, επιμένοντας σε μαξιμαλιστικές απαιτήσεις, παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου έχασε μεγάλο μέρος της στρατιωτικής και βιομηχανικής ισχύος της.
Κάτι τέτοιο είναι πολύ απίθανο να γίνει αποδεκτό από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump), παρά τη φανερή επιθυμία του να απεμπλακεί από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
«Η Τεχεράνη πιστεύει ότι έχει στριμώξει τον Τραμπ. Θεωρούν ότι κατάφεραν να μετατρέψουν την παγκόσμια οικονομία σε όπλο, ότι άντεξαν στα πλήγματα της Αμερικής και στάθηκαν όρθιοι», σημειώνει ο Γουίλιαμ Γουέκσλερ, διευθυντής προγραμμάτων Μέσης Ανατολής στο Ατλαντικό Συμβούλιο και πρώην ανώτερος αξιωματούχος του Πενταγώνου.
«Ο Τραμπ ήταν εκείνος που υποχώρησε πρώτος. Τώρα, οι Ιρανοί δεν πρόκειται να δεχθούν συμφωνία, εκτός αν πρόκειται για μια συμφωνία στην οποία ο Τραμπ και ο Βανς εγκαταλείπουν πλήρως τα αμερικανικά συμφέροντα εθνικής ασφάλειας στη Μέση Ανατολή», προσθέτει.
Το όλο σκηνικό δείχνει ξεκάθαρα να ευνοεί το Ιράν, έπειτα από έναν και πλέον μήνα πολέμου στον οποίο ενεπλάκησαν 12 χώρες της περιοχής. Και αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι το κρισιμότερο στοιχείο κάθε διαπραγμάτευσης -ο χρόνος- λειτουργεί πλέον υπέρ της Τεχεράνης.
Δείτε εδώ όλες τις τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο, η ιρανική ηγεσία έχει την πολυτέλεια να τραβήξει σε μάκρος τις συνομιλίες, εμμένοντας στις απαιτήσεις της. Η ίδια η συμμετοχή του Ιράν στη συνάντηση της Ισλαμαμπάντ παρέμενε αβέβαιη μέχρι την τελευταία στιγμή, καθώς η Τεχεράνη ζητούσε πρώτα από την Ουάσιγκτον να αποδεσμεύσει ιρανικά κεφάλαια και να πιέσει το Ισραήλ να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον της συμμάχου της στον Λίβανο, Χεζμπολάχ.
Παρότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν αναστείλει τους βομβαρδισμούς στο Ιράν, η Τεχεράνη, με κάθε ημέρα που περνά, σφίγγει όλο και περισσότερο τον ασφυκτικό έλεγχο στις παγκόσμιες ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όσο το Στενό του Ορμούζ παραμένει κλειστό, αναπόφευκτα μεταφράζεται σε νέες αυξήσεις των τιμών των καυσίμων, μεταξύ άλλων και στις ΗΠΑ, όπου η βενζίνη κοστίζει ήδη περίπου 40% ακριβότερα σε σχέση με τον Φεβρουάριο.
«Ποια πίεση δέχεται σήμερα το Ιράν; Καμία. Η πραγματική πίεση αυτή τη στιγμή είναι το Στενό του Ορμούζ», σημειώνει ο Ρόμπιν Μιλς, διευθύνων σύμβουλος της συμβουλευτικής εταιρείας Qamar Energy με έδρα το Ντουμπάι. «Βλέπουμε τα αποθέματα πετρελαίου να μειώνονται στην Ασία, στη συνέχεια στην Ευρώπη και τώρα στις ΗΠΑ, διότι οι αγορές απορροφούν τα διαθέσιμα αποθέματα. Αν αυτό συνεχιστεί, οι αυξήσεις στις τιμές θα περάσουν πολύ έντονα και στις ΗΠΑ μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες», προσθέτει.
Αν και ο Τραμπ δήλωσε ότι η 15ήμερη εκεχειρία που ανακοινώθηκε την Τετάρτη προϋποθέτει το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ από το Ιράν, κάτι τέτοιο δεν συνέβη - όπως έχει παραδεχθεί και ο ίδιος, διαμαρτυρόμενος το βράδυ της Πέμπτης για την «ανέντιμη» συμπεριφορά της Τεχεράνης. Επανήλθε την Παρασκευή, γράφοντας στο Truth Social ότι «οι Ιρανοί δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν κανένα χαρτί, πέρα από έναν βραχυπρόθεσμο εκβιασμό του κόσμου μέσω των διεθνών θαλάσσιων οδών. Ο μόνος λόγος που είναι ακόμη ζωντανοί σήμερα είναι για να διαπραγματευτούν».
Μέχρι στιγμής, ο Τραμπ έχει επιτρέψει στο Ιράν να κρατά κλειστό το Στενό του Ορμούζ χωρίς να υφίσταται συνέπειες. Ωστόσο, οι ισχυρές αμερικανικές δυνάμεις που έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή από τον Φεβρουάριο παραμένουν εκεί. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, τότε «θα αρχίσουν ξανά τα πυρά - πιο έντονα, πιο αποτελεσματικά και με μεγαλύτερη ισχύ από οτιδήποτε έχει δει ποτέ κανείς», είχε απειλήσει σε προηγούμενη ανάρτησή του.
Πρόκειται για μια απειλή που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ωστόσο, το Ιράν -όπου αυτή την περίοδο κυριαρχεί ένα αίσθημα εθνικιστικής ευφορίας, με τα κρατικά μέσα να παρουσιάζουν τη χώρα ως την τέταρτη παγκόσμια υπερδύναμη δίπλα στις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα- ίσως ποντάρει στο ότι ο Τραμπ θέλει τόσο πολύ να απεμπλακεί από έναν αντιδημοφιλή πόλεμο, ώστε θα συνεχίσει να παρατείνει την εκεχειρία, όσο σκληρά κι αν παζαρεύει η Τεχεράνη.
«Οι Ιρανοί πιστεύουν ότι κέρδισαν τον πόλεμο και ότι ο Τραμπ θέλει να γυρίσει σελίδα», τονίζει ο Καρίμ Σαντζαντπούρ, ανώτερος συνεργάτης του Carnegie Endowment. Όπως προσθέτει, ορισμένοι εκπρόσωποι του καθεστώτος έχουν έναν ακόμη λόγο να τραβούν το σκοινί με τις ΗΠΑ: «Στους κόλπους των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης υπάρχουν εκείνοι που δεν έχουν πρόβλημα να παραταθεί ο πόλεμος, γιατί μόλις σταματήσουν οι βόμβες, επανέρχονται στην επιφάνεια τα προβλήματα και η δυσαρέσκεια της κοινωνίας», εξηγεί.
Από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και μετά, η ιδεολογία συνήθως υπερίσχυε του ορθολογισμού στην Τεχεράνη, επισημαίνει από την πλευρά του ο Άλεξ Βατάνκα, ανώτερος συνεργάτης στο Middle East Institute και συγγραφέας βιβλίου για την ιρανική ηγεσία. Ωστόσο, τονίζει ότι η νέα γενιά διοικητών των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, που σήμερα κρατά τα ηνία, καλείται να λάβει κρίσιμες αποφάσεις τις επόμενες ημέρες.
«Αν είσαι το καθεστώς, δεν είναι τόσο απλό να πεις: ο χρόνος είναι με το μέρος μου, άρα δεν πρέπει να ενδώσω σε καμία μεγάλη παραχώρηση. Ο Τραμπ θα μπορούσε να ξαναρχίσει τον πόλεμο, ίσως όχι το πιθανότερο σενάριο, αλλά θα μπορούσε να συμβεί. Επίσης θα μπορούσαν να βγουν και πάλι οι διαδηλωτές στους δρόμους», εξηγεί ο Βατάνκα.
«Το Ιράν υποφέρει, επίσης. Δεν νομίζω ότι αυτή η αλαζονεία και αυτή η ευφορία θα κρατήσουν πολύ, όταν κοιτάξουν πίσω και δουν την καταστροφή που άφησε ο πόλεμος», προσθέτει.
Η άρση των οικονομικών κυρώσεων αποτελεί ένα από τα βασικά αιτήματα της Τεχεράνης ενόψει των συνομιλιών. Το Ιράν τη χρειάζεται για να αποκαταστήσει τις ζημιές του πολέμου και να αναζωογονήσει μια οικονομία που βρισκόταν ήδη σε βαθιά κρίση πριν ξεσπάσουν οι εχθροπραξίες.
Διπλωμάτες εκτιμούν ότι, αν οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ και του Ιράν επιδείξουν ευελιξία, θα μπορούσε τελικά να διαμορφωθεί μια συμφωνία-πλαίσιο, βάσει της οποίας οι Ηνωμένες Πολιτείες θα άρουν ή θα χαλαρώσουν τις κυρώσεις, το Στενό του Ορμούζ θα ανοίξει ξανά και θα υπάρχει ένας συμβιβασμός στο ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου - όχι πολύ διαφορετικός από εκείνον που είχε επιτευχθεί στο πλαίσιο του Κοινού Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης (JCPOA) του 2015, το οποίο είχε συνάψει ο Μπαράκ Ομπάμα και το οποίο ο Τραμπ κατήγγειλε αργότερα ως «καταστροφικό» και «ντροπιαστηκό».
Τώρα, ωστόσο, το Ιράν έχει πολύ ισχυρότερα διαπραγματευτικά χαρτιά στα χέρια του απ’ ό,τι στον προηγούμενο γύρο συνομιλιών, λίγο πριν από την έναρξη του πολέμου, ή το 2015.
«Η λανθασμένη εκτίμηση του Νετανιάχου και του Τραμπ έβαλε το Στενό του Ορμούζ στο τραπέζι ως παράγοντα διαπραγμάτευσης - που πριν από αυτόν τον πόλεμο δεν ήταν στο τραπέζι», τονίζει ο Χουσεΐν Χακάνι, πρώην πρέσβης του Πακιστάν στην Ουάσιγκτον και νυν ανώτερος συνεργάτης της Anwar Gargash Diplomatic Academy στο Άμπου Ντάμπι.
«Στο τέλος, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, σε συνεργασία με τα κράτη του Κόλπου, θα πρέπει να διαμορφώσουν μια στρατηγική στο πλαίσιο της οποίας το Ιράν θα οδηγηθεί όχι μόνο να εγκαταλείψει όσα ήθελαν να εγκαταλείψει στην αρχή του πολέμου, αλλά και να κάνει παραχωρήσεις για το Στενό του Ορμούζ. Δεν θα είναι εύκολο», σημειώνει.
Από τότε που τέθηκε σε ισχύ η εκεχειρία την Τετάρτη, μόνο ελάχιστα πλοία περνούν καθημερινά από το Στενό του Ορμούζ, και στην πλειονότητά τους συνδέονται με το Ιράν, έναντι περισσότερων από 100 πριν από τον πόλεμο, σύμφωνα με τα στοιχεία παρακολούθησης πλοίων. Εν τω μεταξύ, περίπου 230 δεξαμενόπλοια παραμένουν εγκλωβισμένα στον Κόλπο, σύμφωνα με τον Σουλτάν αλ Τζάμπερ, διευθύνοντα σύμβουλο του ενεργειακού κολοσσού Adnoc με έδρα το Άμπου Ντάμπι.
«Ας είμαστε σαφείς: το Στενό του Ορμούζ δεν είναι ανοιχτά», τονίζει ο Τζάμπερ, ο οποίος είναι επίσης υπουργός Βιομηχανίας και Προηγμένης Τεχνολογίας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. «Κάθε ημέρα που η διέλευση από το Στενό παραμένει περιορισμένη, οι συνέπειες συσσωρεύονται. Η προσφορά καθυστερεί, οι αγορές ασφυκτιούν, οι τιμές ανεβαίνουν», προσθέτει.
Οι Ιρανοί αξιωματούχοι φαίνεται, εν τω μεταξύ, να έχουν φιλόδοξα σχέδια: προσδοκώντας να αποκομίζουν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως επιβάλλοντας τέλη διέλευσης στο Στενό του Ορμούζ, παρότι μόνο η μία πλευρά τους βρίσκεται σε ιρανικά χωρικά ύδατα. Αυτή την εβδομάδα, η Τεχεράνη χαρακτήρισε το τμήμα του Στενού που ανήκει στο Ομάν «επικίνδυνη ζώνη», ισχυριζόμενη ότι έχει ναρκοθετηθεί, και ανακατεύθυνε τις περιορισμένες διελεύσεις μέσω ιρανικών υδάτων εισπράττοντας βαρύ χαράτσι από τα διερχόμενα πλοία, ως διόδια.
Σε βάθος χρόνου, πάντως, η Τεχεράνη ίσως διαπιστώσει ότι δεν διαθέτει τόσο χρόνο όσο νομίζει ότι έχει. Το κλείσιμο του Στενού μπορεί να πλήξει και τις δικές της εξαγωγές, ενώ τα κράτη του Κόλπου έχουν ήδη διαμηνύσει ότι θα αντιδράσουν στα σχέδιά της να μετατρέψει τη διέλευση σε μηχανή χρήματος. Αυτό το ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί, όσο κρίσιμο κι αν είναι τις επόμενες εβδομάδες και μήνες, ενδέχεται σταδιακά να αποδυναμωθεί.
Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εξακολουθούν να μπορούν να εξάγουν πετρέλαιο μέσω αγωγών που παρακάμπτουν το Στενό του Ορμούζ, με τις υψηλότερες τιμές πώλησης του αργού να αντισταθμίζουν τη μείωση των εξαγώμενων όγκων. Η άρνηση μεταφοράς σαουδαραβικού και εμιρατινού πετρελαίου μέσω του Στενού όσο αυτά βρίσκονται υπό ιρανικό έλεγχο -όσο υπόκεινται δηλαδή σε ένα είδος άτυπου πετρελαϊκού εμπάργκο- θα μετέφερε το κόστος σε άλλες χώρες και θα τις ανάγκαζε να παρέμβουν, εκτιμούν ορισμένοι αξιωματούχοι του Κόλπου.
Ο σημαντικότερος εταίρος της Τεχεράνης, η Κίνα, έχει πολύ μεγαλύτερες εμπορικές σχέσεις με τις πλούσιες μοναρχίες του Κόλπου απ’ ό,τι με το Ιράν - και δύσκολα θα μείνει άπραγη αν το Στενού του Ορμούζ παραμείνει κλειστά για μεγάλο χρονικό διάστημα, εκτιμά ο Μεΐρ Τζαβεντάνφαρ, ειδικός στην ιρανική πολιτική στο Πανεπιστήμιο Reichman στο Ισραήλ.
Το ίδιο ισχύει και για άλλες χώρες που διατηρούν επιρροή στην Τεχεράνη, σημειώνει ο Τζαβεντάνφαρ. «Δεν νομίζω ότι ο κόσμος είναι διατεθειμένος να ζήσει με μια τέτοια αλλαγή. Η αντίσταση σε βάθος χρόνου θα είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι μπορεί να αντέξει το Ιράν», επισημαίνει.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.