Στην διάρκεια του μεσοπολέμου η αριστερά υποστήριξε την πολιτική των λαϊκών μετώπων. Δεν ήταν εξαιρετικά επιτυχημένα, είχαν όμως μια πειστική λογική. Να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος του φασισμού ο οποίος απειλούσε την Ευρώπη. Ένας κίνδυνος κοινός για όλους τους Δημοκράτες. Πολλοί βέβαια πιστεύουν ότι είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα, έστειλαν πολλούς στο φασιστικό στρατόπεδο για τον φόβο των κομμουνιστών. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Το ενδιαφέρον σε ότι μας αφορά, είναι η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να δημιουργήσει ένα ανάλογο «προοδευτικό» αυτή την φορά μέτωπο. Μόνο που επειδή απέναντί μας δεν έχουμε φασίστες, ο κίνδυνος που επικαλείται είναι η εθνικιστική δεξιά και, τι άλλο,  ο νεοφιλελευθερισμός. Υπάρχουν στ αλήθεια Έλληνες που πιστεύουν ότι η Νέα Δημοκρατία αποτελεί έναν τόσο υπαρξιακό κίνδυνο που δικαιολογεί την συγκρότηση ενός τέτοιους μετώπου; Δικαιολογεί δηλαδή την αναστολή ή πάντως την υποβάθμιση της πολιτικής αντιπαράθεσης του μεσαίου χώρου με την αριστερά ώστε να αντιμετωπιστεί η δεξιά;

Η αιχμή της κριτικής του ΣΥΡΙΖΑ είναι η συμφωνία των Πρεσπών. Αν το ζήτημα ήταν ανοιχτό, μπορεί πράγματι να υπήρχε προβληματισμός σε  μια  μικρή πάντως μερίδα ψηφοφόρων στο ΚΙΝΑΛ και τη ΝΔ. Για καλή μας τύχη έκλεισε όμως, τουλάχιστον σε ότι αφορά την εξωτερική πολιτική. Όπως έδειξε το δημοσίευμα του BBC θα μας απασχολεί για καιρό σε επίπεδο εντυπώσεων, χωρίς πραγματικό αντίκρισμα όμως. Άλλωστε ανάλογα ή και «χειρότερα» δημοσιεύματα υπήρχαν πολλά στο παρελθόν. Ακόμα και στη Βικιπέδια μπορεί κανείς να βρει λήμμα για σλαβομακεδονική μειονότητα, Ποτέ όμως δεν υπήρξε  παρόμοια αντίδραση. Ο πανικός που προκλήθηκε σήμερα υπηρετούσε απλώς αντιπολιτευτικές σκοπιμότητες.

Πέρα από τις Πρέσπες όμως; Σε ποια πολιτική βάση θα μπορούσε να συγκροτηθεί ένα «προοδευτικό» μέτωπο; Η διακήρυξη της «Γέφυρας» είναι ένα τόσο γενικόλογο κείμενο που δεν θα ήταν μεγάλη υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι η κριτική που κάνουν στην κυβέρνηση είναι πιο πειστική από τις αναφορές τους στην αξιωματική αντιπολίτευση. 

Προφανώς αυτό δεν είναι τυχαίο. Γιατί βέβαια, πέρα από τις Πρέσπες,  στους περισσότερους τομείς της πολιτικής, οι θέσεις της αντιπολίτευσης, όποιο κριτήριο και αν χρησιμοποιήσει κανείς,  είναι πιο προοδευτικές από τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παιδεία και ο νόμος Διαμαντοπούλου που σήμερα, μετά την λαίλαπα Γαβρόγλου, είναι περισσότερο αναγκαίος από ποτέ. Ακόμα και στην οικονομία, εκεί που υποτίθεται ότι κρύβεται ο μπαμπούλας του νεοφιλελευθερισμού, πόσο προοδευτικά είναι τα υπερπλεονάσματα και η υπερφορολόγηση του κ. Τσακαλώτου που πνίγουν την ανάπτυξη; Εκεί όμως που δεν χωρά συζήτηση είναι στους θεσμούς. Δεν είναι απλώς η εκτρωματική λογική Πολάκη. Είναι η συστηματική προσπάθεια υπονόμευσης των θεσμών, τα «εμπόδια» κατά τον κ. Τσίπρα και η επιχείρηση σπίλωσης των αντιπάλων τους με τις παρεμβάσεις στην δικαιοσύνη. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο φάουλ των υποστηρικτών της «Γέφυρας». Γιατί στην Ελλάδα αν κάποιοι επιχείρησαν να στήσουν καθεστώς Ορμπάν, ελέγχοντας το κράτος, την δικαιοσύνη και τα μέσα ενημέρωσης, είναι οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Αυτοί αποτέλεσαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την Δημοκρατία μας. Φυσικά απέτυχαν, ουδέποτε ωστόσο άλλαξαν στόχευση. Ο κ. Τσίπρας ως το τέλος, ακόμα και μετά τις Πρέσπες, ήθελε την συνεργασία με τον κ. Καμένο και βέβαια κάλυπτε τον κ. Πολάκη και στις πιο ακραίες παρεμβάσεις του. 

Αυτό προφανώς δεν δικαιώνει τις ακραίες φωνές που υπάρχουν στη Νέα Δημοκρατία. Δείχνει όμως ότι η προσπάθεια για την προστασία των θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Όσο αναγκαία είναι η αντιπαράθεση με την ξενοφοβία και τον τυφλό εθνικισμό άλλο τόσο αναγκαία είναι η σύγκρουση με τον λαϊκισμό. Κι είναι μ αυτή την έννοια που περισσότερο από ποτέ χρειαζόμαστε ένα ισχυρό φιλελεύθερο μεταρρυθμιστικό κόμμα στο μεσαίο χώρο. Τα μέτωπα ανήκουν σε άλλες εποχές.

Ένα μέρος της κριτικής προς του γεφυροποιούς είναι φυσικά και η υποκρισία. Πώς ζητάς συνεργασία με όσους ως πρόσφατα αποκαλούσες γερμανοτσολιάδες και Πινοσέτ την ώρα μάλιστα που εξακολουθείς να υποστηρίζεις ότι κατέστρεψαν την χώρα; Από μόνο του δεν είναι επαρκές επιχείρημα κατά της συνεργασίας. Στην πολιτική συχνά συνεργάζεσαι με τους αντιπάλους σου όταν το απαιτούν οι περιστάσεις. Όταν όμως το «άνοιγμα» δεν συνοδεύεται ούτε από μια στοιχειώδη αυτοκριτική, τότε το μόνο που μένει είναι η υποκρισία. Μια κακότεχνα στημένη παράσταση για την εξαπάτηση των ψηφοφόρων.