Η επιχειρηματολογία του άρθρου «Τι αξία έχει τελικά ένα Ελληνικό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας; Μαθήματα από την απόφαση 973/2026 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών», του Δρος Δημήτρη Κουζέλη, είναι συνεκτική από την οπτική ενός συμβούλου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που δίνει έμφαση στην ασφάλεια δικαίου και στην ποιότητα του ουσιαστικού ελέγχου. Ωστόσο, εάν εξεταστεί υπό το πρίσμα της θεσμικής και επαγγελματικής διαφάνειας και της ακριβούς λειτουργίας του ελληνικού συστήματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας, αναδεικνύονται ορισμένες κρίσιμες παραλείψεις και λογικές μετατοπίσεις.
1. Η υποχρέωση πρώτης κατάθεσης στον ΟΒΙ παρουσιάζεται ως γραφειοκρατικός περιορισμός, ενώ έχει σαφή θεσμική αιτιολογία
Το άρθρο αφήνει να εννοηθεί ότι η υποχρέωση πρώτης κατάθεσης από Έλληνες υπηκόους στον ελληνικό Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ) αποτελεί αναχρονιστικό εμπόδιο που παρεμποδίζει την καινοτομία.
Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη ότι η υποχρέωση πρώτης κατάθεσης στον ΟΒΙ δεν θεσπίστηκε για λόγους διοικητικής ευκολίας, αλλά για λόγους εθνικής ασφάλειας και ελέγχου διάθεσης τεχνολογιών στρατηγικής σημασίας. Η λογική αυτή απαντάται διεθνώς σε πλήθος κρατών, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ινδία και η Κίνα, μέσω μηχανισμών ‘foreign filing licence’ ή αντίστοιχων διαδικασιών προέγκρισης εξαγωγής τεχνολογικής γνώσης.
Συνεπώς, η ύπαρξη της υποχρέωσης πρώτης κατάθεσης δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με κριτήριο την ευκολία του εφευρέτη ή την ταχύτητα διεθνούς κατοχύρωσης. Υπηρετεί διαφορετικό δημόσιο σκοπό: την προστασία τεχνολογιών δυνητικής στρατηγικής ή αμυντικής σημασίας.
Η συζήτηση επομένως δεν είναι εάν η διάταξη είναι παρωχημένη επειδή θεσπίστηκε το 1963, αλλά εάν εξακολουθούν να υφίστανται λόγοι εθνικής ασφάλειας που δικαιολογούν τη διατήρησή της και εάν ο μηχανισμός λειτουργεί αναλογικά και αποτελεσματικά.
2. Συγχέεται η χορήγηση του ΔΕ με την οριστική κρίση εγκυρότητας
Κεντρικό επιχείρημα του άρθρου του Δρος Δημήτρη Κουζέλη είναι ότι η/ο κάτοχος ελληνικού ΔΕ αποκτά ψευδή αίσθηση ασφάλειας, επειδή ο ΟΒΙ δεν εξετάζει σε βάθος το «νέο» και την «εφευρετική δραστηριότητα».
Ωστόσο, ο Ν. 1733/1987 είναι απολύτως σαφής:
- η Έκθεση Έρευνας και η Τελική Έκθεση Έρευνας έχουν πληροφοριακό χαρακτήρα,
- ο ΟΒΙ δεν εκδίδει δεσμευτική διοικητική κρίση περί εγκυρότητας,
- με τη χορήγηση του Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας (ΔΕ) βεβαιώνεται ότι η αίτηση ευρεσιτεχνίας είναι πλήρης και κανονική ως προς τις νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης.
Οπότε, η οριστική κρίση περί ακυρότητας ή εγκυρότητας ανήκει στη δικαστική εξουσία.
Το σημείο αυτό είναι θεμελιώδες. Από τους συντελεστές του ελληνικού συστήματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας ουδέποτε υπήρξε ο ισχυρισμός ότι ένα χορηγημένο δίπλωμα αποτελεί αμάχητο τεκμήριο εγκυρότητας. Αντιθέτως, η/ο νομοθέτης επέλεξε συνειδητά ένα σύστημα χορήγησης τίτλου με μεταγενέστερο δικαστικό έλεγχο.
Άρα, η ακύρωση ενός διπλώματος από δικαστήριο δεν αποδεικνύει αποτυχία του συστήματος. Αποδεικνύει ακριβώς ότι το σύστημα λειτούργησε όπως έχει σχεδιαστεί.
3. Από μία δικαστική υπόθεση δεν μπορεί να εξαχθεί γενικό συμπέρασμα για την αξία όλων των ελληνικών ΔΕ
Η απόφαση 973/2026 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως παρουσιάζεται στο άρθρο του κου Κουζέλη, αφορά συγκεκριμένα διπλώματα που κρίθηκαν άκυρα.
Από το γεγονός αυτό δεν προκύπτει ότι:
- τα ελληνικά ΔΕ είναι γενικά αδύναμα,
- το δηλωτικό σύστημα είναι γενικά εσφαλμένο,
- η χορήγηση από τον ΟΒΙ είναι παραπλανητική.
Η λογική θα ήταν αντίστοιχη με το να υποστηριχθεί ότι επειδή ένα συμβόλαιο κρίθηκε άκυρο από δικαστήριο, όλα τα συμβόλαια που συντάσσονται από συμβολαιογράφους έχουν περιορισμένη αξία.
Η δικαστική ακύρωση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο κάθε συστήματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας, ακόμη και στα πλέον εξεταστικά καθεστώτα.
4. Υποβαθμίζεται η πραγματική λειτουργία του ΟΒΙ ως «πρώτου επιπέδου προστασίας»
Το άρθρο προσεγγίζει το ελληνικό ΔΕ σχεδόν αποκλειστικά ως προθάλαμο ενός ευρωπαϊκού διπλώματος. Η προσέγγιση αυτή παραβλέπει ότι για μεγάλο αριθμό ελληνικών ΜΜΕ, ερευνητικών ομάδων και ανεξάρτητων εφευρετών, το εθνικό δίπλωμα:
- παρέχει άμεση ημερομηνία προτεραιότητας,
- δημιουργεί αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης,
- επιτρέπει αδειοδοτήσεις και μεταβιβάσεις,
- υποστηρίζει χρηματοδοτήσεις και επενδύσεις,
- λειτουργεί ως οικονομικά προσιτό εργαλείο πρώτης προστασίας.
Η αξία του δεν εξαντλείται στην τελική δικαστική του ανθεκτικότητα.
5. Η σύγκριση με το EPO είναι εν μέρει ατελής
Αναμφίβολα, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (European Patent Office - ΕΡΟ) διαθέτει ένα από τα πλέον ισχυρά εξεταστικά συστήματα παγκοσμίως. Όμως, ούτε το EPO παρέχει οριστική εγγύηση εγκυρότητας.
Ακόμη και ευρωπαϊκά διπλώματα που έχουν περάσει πλήρη εξέταση:
- ανακαλούνται σε διαδικασίες αντιρρήσεων και ανακοπής (opposition proceedings),
- περιορίζονται,
- ακυρώνονται από εθνικά δικαστήρια,
- ακυρώνονται πλέον και από το σύστημα του Ενιαίου Δικαστηρίου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας.
Επομένως, η διαφορά είναι βαθμού πιθανότητας ακύρωσης και όχι θεσμικής φύσεως.
6. Το ζήτημα της διαφάνειας
Η διάκριση μεταξύ δηλωτικού και εξεταστικού συστήματος αποτελεί ασφαλώς θεμιτό αντικείμενο συζήτησης, χωρίς όμως να εξαντλείται η συζήτηση εκεί. Εξίσου κρίσιμο είναι να διερευνηθεί εάν η/ο καταθέτρια/-της ενημερώνεται επαρκώς ότι:
- η Έκθεση Έρευνας έχει πληροφοριακό χαρακτήρα,
- η χορήγηση ΔΕ δεν συνιστά οριστική πιστοποίηση εγκυρότητας,
- η τελική κρίση ανήκει στα δικαστήρια.
Εφόσον αυτά γνωστοποιούνται με σαφήνεια, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η/ο εφευρέτρια/-της παραπλανάται από το σύστημα.
Το κρίσιμο ζήτημα που αναδεικνύεται εδώ δεν αφορά μόνο τη διαφάνεια του θεσμικού πλαισίου, αλλά και τη διαφάνεια της επαγγελματικής συμβουλής. Υπό αυτή την έννοια, ο ρόλος και η ευθύνη της/του συμβούλου ευρεσιτεχνίας είναι ιδιαίτερα σημαντικά.
6.1. Καθήκον πλήρους και ακριβούς ενημέρωσης
Η/Ο σύμβουλος ευρεσιτεχνίας οφείλει να εξηγεί στην/στον εφευρέτρια/-τη ή στην/στον καταθέτρια/-τη:
- ποια δικαιώματα αποκτά με την κατάθεση και τη χορήγηση του διπλώματος,
- ποια δικαιώματα δεν αποκτά,
- ποιες είναι οι δυνατότητες και οι περιορισμοί του ελληνικού συστήματος,
- ποιο είναι το πραγματικό αποδεικτικό βάρος της Έκθεσης Έρευνας,
- ποιοι κίνδυνοι αμφισβήτησης ή ακύρωσης υφίστανται.
Η διαφάνεια προϋποθέτει ότι η/ο πελάτισσα/-της δεν μένει με την εντύπωση ούτε ότι το δίπλωμα είναι «απλό πιστοποιητικό χωρίς αξία», ούτε ότι αποτελεί «απόλυτη εγγύηση αποκλειστικότητας».
6.2. Υποχρέωση αποφυγής παραπλανητικών προσδοκιών
Η/Ο σύμβουλος έχει ευθύνη να μην παρουσιάζει:
- τη χορήγηση ΔΕ ως οριστική επιβεβαίωση εφευρετικότητας,
- την Έκθεση Έρευνας ως δεσμευτική κρίση εγκυρότητας,
- το ευρωπαϊκό δίπλωμα ως άτρωτο έναντι ακύρωσης,
- το ελληνικό δίπλωμα ως εγγενώς άχρηστο.
Και οι δύο τελευταίες ακραίες προσεγγίσεις θέτουν σε δοκιμασία την αρχή της διαφανούς ενημέρωσης.
6.3. Υποχρέωση εξήγησης των εναλλακτικών στρατηγικών προστασίας
Η επαγγελματική ευθύνη δεν εξαντλείται στην κατάθεση αίτησης.
Η/Ο σύμβουλος οφείλει να εξηγεί:
- τις προοπτικές και τους περιορισμούς εθνικής, ευρωπαϊκής ή διεθνούς προστασίας,
- το κόστος κάθε διαδρομής,
- τις πιθανότητες επιτυχίας,
- τις επιχειρηματικές συνέπειες κάθε επιλογής.
Η απόφαση πρέπει να ανήκει στην/στον πελάτισσα/-τη, αλλά να λαμβάνεται επί τη βάσει πλήρους πληροφόρησης.
6.4. Διαφάνεια ως προς την αβεβαιότητα
Στο δίκαιο ευρεσιτεχνιών, η αβεβαιότητα δεν είναι εξαίρεση, αλλά δομικό χαρακτηριστικό.
Η/Ο σύμβουλος οφείλει να εξηγεί ότι:
- η ύπαρξη προγενέστερης τεχνικής μπορεί να αποκαλυφθεί μεταγενέστερα,
- η εφευρετική δραστηριότητα αποτελεί συχνά αντικείμενο διαφορετικών ερμηνειών,
- η τελική κρίση μπορεί να ανήκει στα δικαστήρια,
- ακόμη και «ισχυρά» διπλώματα ενδέχεται να ακυρωθούν.
Η ειλικρινής παρουσίαση αυτής της αβεβαιότητας αποτελεί βασικό στοιχείο επαγγελματικής δεοντολογίας.
6.5. Ευθύνη έναντι του δημοσίου συμφέροντος
Η/Ο σύμβουλος δεν υπηρετεί αποκλειστικά το ιδιωτικό συμφέρον της/του εντολέα της/του. Στο σύστημα βιομηχανικής ιδιοκτησίας λειτουργεί επίσης ως θεσμικός διαμεσολαβητής μεταξύ:
- της/του εφευρέτριας/-τη,
- της διοίκησης,
- των ανταγωνιστριών/-τών,
- των δικαστηρίων,
- και τελικά της κοινωνίας που αποκτά πρόσβαση στη δημοσιοποιημένη τεχνολογική γνώση.
Για τον λόγο αυτό, η επαγγελματική δεοντολογία επιβάλλει υψηλό επίπεδο ακρίβειας και αντικειμενικότητας.
6.6. Η διαφάνεια αφορά και την κριτική προς το σύστημα
Εάν μία/ένας σύμβουλος ευρεσιτεχνίας ασκεί δημόσια κριτική στο ελληνικό σύστημα βιομηχανικής ιδιοκτησίας, η ίδια αρχή της διαφάνειας επιβάλλει να παρουσιάζονται ταυτόχρονα:
- οι αδυναμίες του συστήματος,
- οι θεσμικοί λόγοι ύπαρξης των συγκεκριμένων ρυθμίσεων,
- τα πλεονεκτήματα που εξακολουθεί να προσφέρει το εθνικό δίπλωμα,
- οι αντίστοιχες αβεβαιότητες που υπάρχουν και σε άλλα συστήματα (π.χ. ευρωπαϊκά ή διεθνή).
Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος η δημόσια συζήτηση να μετατραπεί από ενημέρωση σε μονομερή αξιολογική τοποθέτηση.
Συμπέρασμα
Η συζήτηση που άνοιξε το άρθρο του Δρος Δημήτρη Κουζέλη δεν βρίσκεται στην περιγραφή των κινδύνων που πράγματι αντιμετωπίζει μία/ένας κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Βρίσκεται στο ότι παρουσιάζει δύο θεσμικές επιλογές του ελληνικού δικαίου ως προβλήματα:
1. την υποχρέωση πρώτης κατάθεσης στον ΟΒΙ, η οποία εξυπηρετεί πρωτίστως σκοπούς εθνικής ασφάλειας και όχι διοικητικής διεκπεραίωσης·
2. το δηλωτικό σύστημα χορήγησης, το οποίο δεν αποσκοπεί να παράσχει οριστική διοικητική κρίση εγκυρότητας αλλά ένα πρώτο επίπεδο νομικής προστασίας, αφήνοντας την τελική κρίση στα δικαστήρια.
Υπό αυτή την οπτική, η απόφαση 973/2026 Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δεν αποδεικνύει ότι «το ελληνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει μικρή αξία». Αποδεικνύει ότι η εγκυρότητα ενός διπλώματος -όπως συμβαίνει διεθνώς- αποτελεί τελικά αντικείμενο δικαστικού ελέγχου και όχι διοικητικής βεβαιότητας.
* Ο Δρ. Λάμπρος Απ. Πυργιώτης είναι Χημικός Μηχανικός ΕΜΠ, Δρ Περιφερειακής Επιστήμης (Οικονομολόγος - Περιφερειολόγος). Είναι μέλος του Τομεακού Επιστημονικού Συμβουλίου (ΤΕΣ) Τεχνολογικής Επιχειρηματικότητας (Συμβούλιο απευθυνόμενο στη ΓΓΕΚ και το ΕΣΕΤΕΚ).