Το Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ είναι μια εσπευσμένη απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να απεμπλακεί από έναν πόλεμο, στον οποίο οδηγήθηκε μετά από έναν συνολικά λανθασμένο στρατηγικό σχεδιασμό, και να εξέλθει από τη δυσχερή θέση, στην οποία είχε περιέλθει. Με το εν λόγω Μνημόνιο Κατανόησης δεν βελτιώνεται η συνολική γεωπολιτική κατάσταση στην περιοχή της Μ. Ανατολής, καθώς δεν υπάρχουν ρητές δεσμεύσεις παραμερισμού των διαχρονικών συγκρούσεων μεταξύ των αντιπάλων μερών.
Κανείς από τους αρχικούς στόχους του πολέμου δεν επιτεύχθηκε με τους βομβαρδισμούς, ούτε επιτυγχάνεται με το Μνημόνιο Κατανόησης. Ούτε αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν έγινε, ούτε αναλαμβάνονται δεσμεύσεις από την Τεχεράνη για εγκατάλειψη του προγράμματος παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων και διακοπή της στήριξης των συμμαχικών ενόπλων κινημάτων της Μ. Ανατολής, ενώ τα βασικά ζητήματα της εγκατάλειψης του προγράμματος εμπλουτισμού ουρανίου και του μελλοντικού καθεστώτος ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα στενά του Ορμούζ παραπέμπονται στις διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν. Η έλλειψη εμπιστοσύνης εξακολουθεί να υφίσταται ακόμα και μετά την υπογραφή του μνημονίου στην Ελβετία. Οι Ιρανοί χτύπησαν δεξαμενόπλοιο στα στενά και οι Αμερικανοί ανταπέδωσαν με βομβαρδισμούς στο νότιο και στο δυτικό Ιράν.
Μετά από αυτά, αναρωτιέται κανείς, αν το Μνημόνιο Κατανόησης, που προβλέπει άρση του αποκλεισμού της ναυσιπλοΐας από τις δυνάμεις των ΗΠΑ, άρση των αμερικανικών εμπορικών κυρώσεων, τμηματική αποδέσμευση των δεσμευμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων, δικαίωμα συνέχισης του πυραυλικού προγράμματος από το Ιράν, υπόσχεση δημιουργίας Ταμείου Ανοικοδόμησης για το Ιράν ύψους 300 δις δολαρίων, χωρίς να κάνει καμία ρητή αναφορά για τα επίμαχα θέματα της διακοπής του προγράμματος εμπλουτισμού ουρανίου και του καθεστώτος ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα στενά του Ορμούζ, δεν αποτελεί σημαντική στρατηγική νίκη του θεοκρατικού ισλαμικού καθεστώτος απέναντι στις ΗΠΑ του Ν. Τραμπ.
Ο πόλεμος με το Ιράν ήταν, στη δεδομένη στιγμή, μια απόλυτα άστοχη απόφαση των ΗΠΑ, η οποία βασίσθηκε σε πολλές λανθασμένες στρατηγικές εκτιμήσεις και επιπόλαιο σχεδιασμό. Πρώτη λανθασμένη εκτίμηση ήταν αυτή της ανατροπής του θεοκρατικού ισλαμικού καθεστώτος. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θεώρησαν ότι με την εξόντωση του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη θα αποδυναμωθεί το θεοκρατικό καθεστώς και ότι με μια νέα μετριοπαθέστερη ηγεσία θα έβρισκαν κάποιον κώδικα επικοινωνίας και συνεργασίας με το Ιράν. Δεν υπολόγισαν, όμως, ότι το θεοκρατικό καθεστώς, που εγκαταστάθηκε στη χώρα πριν από 47 χρόνια, είναι οριζόντια οργανωμένο σε μορφή Λερναίας Ύδρας με τέσσερα κεφάλια (κέντρα εξουσίας): του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη που αποφασίζει για όλα, του εθνικού στρατού, του ισχυρότατου παραστρατιωτικού Σώματος των Φρουρών της Επανάστασης και της εξίσου ισχυρής παραστρατιωτικής παραφυάδας του Σώματος Κουντς, η οποία διευθύνει, οπλίζει και χρηματοδοτεί τις σιϊτικές πολιτοφυλακές της Χεζμπολάχ στο Λίβανο, της Χαμάς στη Γάζα και των Χούθι στην Υεμένη. Το ταυτόχρονο κόψιμο των κεφαλών της Λερναίας Ύδρας δεν είναι σε καμιά περίπτωση εφικτό μόνο με αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Η ιστορία βρίθει περιπτώσεων, στις οποίες τα αυταρχικά καθεστώτα ανατρέπονται μόνο από μέσα, όταν δηλαδή υπάρχει παλλαϊκή εξέγερση του εγχώριου πληθυσμού κατά του καθεστώτος.
Δεύτερη λανθασμένη εκτίμηση των ΗΠΑ ήταν ο μη υπολογισμός της στάσης που θα κρατούσαν η Κίνα και η Ρωσία στον πόλεμο. Όπως διαπιστώθηκε, Κίνα και Ρωσία υπέσκαψαν την αμερικανική στρατιωτική υπεροχή, προσφέροντας υπογείως πολύπλευρη υποστήριξη στο Ιράν (δορυφορική, τεχνολογική, πληροφοριακή και οπλική), προκειμένου να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Κίνα και Ρωσία είχαν κάθε λόγο να δουν το κύρος και το γόητρο του παγκόσμιου ηγέτη να πλήττεται για λόγους γεωπολιτικού ανταγωνισμού και γεωπολιτικής ισχύος.
Τρίτη λανθασμένη εκτίμηση ήταν η προσδοκία των ΗΠΑ να σύρουν στον πόλεμο εναντίον του Ιράν τις συμμαχικές αραβικές χώρες, των οποίων τα συμφέροντα πλήγηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις επιθέσεις του Ιράν στο έδαφός τους, καθώς και τους ισχυρούς συμμάχους του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τίποτα από αυτά δεν συνέβη, ακόμα και όταν έκλεισαν τα στενά του Ορμούζ και εξ΄ αιτίας αυτού διαταράχθηκε η ισορροπία της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας ενέργειας και πρώτων υλών και οι τιμές τους εκτινάχτηκαν στα ύψη.
Συμπέρασμα: Ο πόλεμος με το Ιράν ήταν μια επιχείρηση λανθασμένου σχεδιασμού που απέτυχε επειδή οι στόχοι δεν ήταν σαφώς προσδιορισμένοι και, ποιοτικά, ποσοτικά και χρονικά, ρεαλιστικά εκτιμημένοι. Οι στόχοι αρδεύτηκαν από την αλαζονεία της ισχύος, η οποία δημιούργησε την ψευδαίσθηση μιας εύκολης νίκης. Τα αποτελέσματα του πολέμου ήταν κατώτερα από κάθε προσδοκία και γεννούν πλέον ερωτήματα για τη συστημική ικανότητα στρατηγικού σχεδιασμού των ΗΠΑ. Οι ζημιές που υπέστησαν οι αμερικανικές βάσεις στη Μ. Ανατολή και στην Αραβική Χερσόνησο, που υπολογίζονται σε 30 δις δολάρια χωρίς το κόστος αποκατάστασης, και αυτές των ενεργειακών εγκαταστάσεων των χωρών του Κόλπου προδίδουν ευαλωτότητα ή/και γνωσιακή ανετοιμότητα του αμερικανικού στρατού στην αντιμετώπιση επιθέσεων με σύγχρονα οπλικά συστήματα και μέσα. Το γόητρο και το κύρος των ΗΠΑ πλήγηκε στα μάτια εχθρών, αντιπάλων και συμμάχων. Ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνκ είχε κάθε λόγο να χαμογελά πονηρά στο εξώφυλλο του Economist δίπλα από τη ρήση του Ναπολέοντα « Ποτέ μη διακόπτεις τον εχθρό όταν κάνει λάθος». Η συζήτηση για το αν ο πόλεμος αυτός είναι η απαρχή της απώλειας της αμερικανικής αυτοκρατορικής κυριαρχίας στον κόσμο άνοιξε από τους ειδικούς στις γεωπολιτικές εξελίξεις. Το προσωπικό κύρος του Ν. Τραμπ πλήγηκε και η βεβαιότητα ότι, μετά από αυτόν τον πόλεμο, το γεωπολιτικό status quo δεν θα είναι ίδιο με το προ του πολέμου αποκτά όλο και περισσότερους υποστηρικτές.
* Ο Ανδρέας Μήλιος είναι διδάκτωρ του πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης και συγγραφέας.