(Με συνοδεία βαλκανικής ράπ)
Ο ακροτελεύτιος επιθανάτιος ρόγχος μιας κοινωνίας που περιεργάζεται πίσω από το παλαιωμένο ψυγείο τις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω της, είναι ο προλεταριακός απαγορευμένος έρωτας μιας γερμανίδας καθαρίστριας με έναν μαροκινό μετανάστη. Η ίδια κοινωνία που νοσταλγεί τις γαλήνιες βραδιές των τελετών βράβευσης με τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού με Χρυσά Φύλλα Δρυός και Οξιάς, Ξίφη και Διαμάντια, που νοσταλγεί με πόθο την πρωσική στραταρχική ράβδο διακοσμημένη από τους θυρεούς του Μπίσμαρκ και του Ταλλεϋράνδου με την προσωπογραφία του μαροκινού μετανάστη. Εθελούσιος εγκλεισμός δίποδων αντιπροσωπευτικού δείγματος κοινωνικού δαρβινισμού, επίδοξα μοντέλα στα όρια της ενηλικίωσης που επιδεικνύουν το κρέας σε ηδονοβλεπτικό κοινό νοικοκυρέων και άλλα πολλά. Η γερμανίδα με τον μαροκινό καθισμένοι στο εστιατόριο, εστιάζουν ευθεία και βερθερικά μονολογούν:

"Ο πιο αθώος περίπατος στοιχίζει τη ζωή σε χιλιάδες φτωχά σκουλήκια, ένα και μόνο σου βήμα καταστρέφει τη δουλειά που με τόσο κόπο έχουν εκτελέσει τα μυρμήγκια και βυθίζει έναν ολόκληρο μικρόκοσμο σε φριχτό τάφο. Α, δεν με συγκινούν οι μεγάλες και σπάνιες καταστροφές του κόσμου, αυτές οι πλημμύρες που ρημάζουν το χωριό σας, αυτοί οι σεισμοί που καταβαραθρώνουν τις πόλεις σας. Εκείνο που μου σπαράζει την καρδιά είναι εκείνη η διαβρωτική δύναμη, η κρυμμένη μέσα σε κάθε φύση, που δεν έχει φτιάξει τίποτε που να μην καταστρέφει ό,τι βρίσκεται γύρω και να μην αυτοκαταστρέφεται... Έτσι περιπλανιέμαι κι εγώ μέσα στην αγωνία. Ολόγυρα μου ουρανός, γη και οι δυνάμεις τους που με περιζώνουν. Μέσα σε όλα αυτά δεν βλέπω τίποτε άλλο παρά ένα τέρας που ολοένα καταβροχθίζει αέναα και αέναα μηρυκάζει."

Ο φόβος τρώει τα σωθικά. Με τον διάλογο να συνεχίζεται αέναα:
«Ντα Βένι, τυφλή επίθεση, εκφράζω δυσαρέσκεια προς αρχάριους, ατζαμήδες πρωταριθμούς σε εκτροφεία στην Νυασσαλάνδη.»
«Το στοίχος τέκεται! Προσμένω τον πρεσβύωπα συγκρατημένο ασθενή, που πάσχει από φλεγμονή των εντέρων και αυτό τον κάνει ιδιαίτερα θορυβώδη, στα έσχατα στάδια της υπογλυκαιμίας, με αρκετά παράσημα από τον ΡωσοΙαπωνικό πόλεμο. Τρέφομαι από τον υμένα σου, μελετώντας με φωτασκίες το ιερό και θεμελιώδες βιβλίο της κάθε θρησκείας. Λίμπρο ντ’ όρο! Πίνω με το κεφάλι ψηλά από τη στέρνα του Γκράχαμ Γκρήν στην Παιονία και προσεγγίζω την ξύλινη τσανάκα στους προύχοντες με το σιτηρέσιο δίπλα στη φωτιά που κατασκευάστηκε με την αρχέγονη τέχνη της τριβής του τρύπανον στη σχισμή της εσχάρας. Ας αφήσουμε την ευθύνη της φύλαξης της στις Εστιάδες.»

«Η κίχλη γεννά τον Απρίλη τέσσερα με έξι κιτρινοπράσινα αβγά με μαύρες κηλίδες. Συγκινητική θεωρείται η φροντίδα και των δύο γονιών για τα νεογέννητα πουλάκια, που τα προστατεύουν με όλες τους τις δυνάμεις από τους εχθρούς.»

Τα πιάτα περιείχαν γερμανική σούπα από πατάτες και λαχανικά με μαντζουράνα και αλατοπίπερο με πάπρικα. Με τον διάλογο να συνεχίζεται:

«Πολλαπλάσιος και κακοαναθρεμμένος ο λευκός και ελώδης πρίγκιπας της βαλαντωμένης κρούσης, καυτηριάζω τον νικητή του επτάθλου Γκάρυ Κασπάρον, τον επονομαζόμενο και «blitzkrieg man», φουντωτέ μου άγγελε, συναγερμός με βαμβάκι υδρόφιλο στις τοπικές αντιοιδηματικές αλοιφές, στις παρυφές της λιθοβολίας, μας λοξοκοιτάζει ο συνωμότης- πες τα Χρυσόστομε!- συνδιαλέγομαι μετά επαίνων και φουσκωμένου στήθους. Μακρονήσι, φαντασιόπληκτο στολίδι μου, αναζητώ την ευρυθμία των αιώνων ο Βιταλλιανός και έγχρωμος ληστής της ορθογραφίας! Μειονεκτώ απέναντι στην διενέργεια μιας περιστροφικής κίνησης ενός σώματος ως προς άξονα που διέρχεται από ένα τυχαίο σημείο αυτού εσύ, Υόρκη κομητεία της Αγγλίας γιάτρεψε με από το άλγος.»

«Ομίχλες… Ενορατικός ζητεί αμοιβή…Ανασυγκρότηση αναδιπλούμενης λίστας αερόψυξης…»

Φοβισμένη γερμανίδα κυρά της στερημένης λιμνοθάλασσας γεμάτης από μπάκακες, τρέχεις με το φθηνό σου πρόσωπο στραμμένο προς τον μαροκινό λιονταροκέφαλο που σε καταδιώκει μαινόμενος στρατηγός για να ξανακερδίσει την δυοχρυσοκουταλογεννημένη σου αγάπη, εκεί όπου ο φόβος τρώει τα σωθικά.