Η ευρω-τουρκική συνεργασία εξοπλισμών 

Η Τουρκία θα παραμείνει κατά βάση «τουρκοκεντρική» και θα συνεχίσει να επιδιώκει, αυτονομία στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας της, καθώς και αυξημένο κύρος στις διεθνείς υποθέσεις. 

F35

Η Τουρκία θα παραμείνει κατά βάση «τουρκοκεντρική» και θα συνεχίσει να επιδιώκει, αυτονομία στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας της, καθώς και αυξημένο κύρος στις διεθνείς υποθέσεις. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα, ότι θα υιοθετούσε κάποια αντιδυτική στάση, αλλά ότι θα συνεχίσει να επιδιώκει αμυντική αυτοδυναμία με ενίσχυση της πολεμικής βιομηχανίας της.

Νατοϊκή και οθωμανική

Σε σύγκριση με άλλες περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Βραζιλία, η Ν. Αφρική, και η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία έχει δυο διακριτά χαρακτηριστικά.

Πρώτον, είναι μέλος του ΝΑΤΟ, γεγονός που καθιστά τη γεωπολιτική της ανεξαρτησία και αυτονομία αμφισβητήσιμη, καθώς υπόκειται σε συμμαχικές δεσμεύσεις ως προς τον διεθνή προσανατολισμό της.

Δεύτερον, είναι ένα μετα-αυτοκρατορικό κράτος, όπου η ιδέα του μεγαλείου στις διεθνείς υποθέσεις είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, συνεπαγόμενη και ένα αντίστοιχο οικονομικό κόστος. Αυτό το χαρακτηριστικό, με κύριο εκφραστή τον πρόεδρο Ερντογάν, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική κοινωνική δυναμική της Τουρκίας, όπως και τις διεθνείς φιλοδοξίες και σχέσεις της, πάντα υπό τον περιορισμό των συμμαχικών δεσμεύσεών της. Αυτός είναι χώρος, στον οποίο η Τουρκία καλείται να επιδείξει μεγάλη ικανότητα προσεκτικών ελιγμών.

Στη δυτική σφαίρα επιρροής

Οι ελίτ στην Άγκυρα πιστεύουν, ότι οι περιφερειακές και διεθνείς εξελίξεις την τελευταία δεκαετία –και όχι μόνο από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία– επικυρώνουν την υπόθεση και την αρχή της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, ότι η σημερινή παγκόσμια πολιτική δεν είναι τόσο δυτικοκεντρική όσο πριν, αν και ούτε μεταδυτική απαραίτητα.

Αυτή η πολιτική έχει επηρεαστεί δυσανάλογα από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η οποία κατά μια έννοια από την οπτική της Άγκυρας, είναι ένας «μικρόκοσμος δομικών αλλαγών», μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της παγκόσμιας τάξης, όπου η Τουρκία καλείται να παίξει ένα ιδιαίτερο ρυθμιστικό ρόλο όπως πχ η υποστήριξη στο συριακό καθεστώς, η υποστήριξη στη Χαμάς και η ανταγωνιστική θέση στον ρόλο ισχύος του Ισραήλ, οι σχέσεις με τη Λιβύη κ.ά.

Την πολιτική αυτή η Άγκυρα έχει ασκήσει με επιτυχία, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την ενίσχυση της θέσης της στη Συρία και την έκλειψη των άλλων δύο βασικών διεκδικητών επιρροής δηλ. του Ιράν και της Ρωσίας, την υπογραφή του τουρκο-λιβυκού μνημονίου, την επέκταση στη Σομαλία, κτλ.

Όμως η διατήρηση αυτής της φιλόδοξης πολιτικής είναι ιδιαίτερα πιεστική για την Τουρκία, η οποία  βιώνει μια χρονίζουσα οικονομική κρίση. Θα μπορούσε να αναζητήσει  βοήθεια από τη Ρωσία και την Κίνα, όμως το γεγονός ότι οικονομικά και τεχνολογικά παραμένει ισχυρότερη η Δύση, ενώ γεωπολιτικές θεωρήσεις την εντάσσουν στην ευρύτερη δυτική σφαίρα επιρροής, αναγκάζουν την Άγκυρα να στρέφεται για βοήθεια πρωταρχικά προς τα Δυτικά κράτη και συνασπισμούς.

Δυσκολίες με τις ΗΠΑ

Ο κύριος στόχος της πρόσφατης επίσκεψης Ερντογάν στις ΗΠΑ, που ήταν η άρση των περιορισμών (CAATCHA) για πώληση F-35 στην Τουρκία, η προμήθεια νέων  F-16 και η συμφωνία προμήθειας μηχανών για το σχεδιαζόμενο νέο τουρκικό αεροσκάφος Kaan, δεν επιτεύχθηκε.

Οι ΗΠΑ, ειδικά για την πώληση F-35, πέραν της επιστροφής των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S 400, έθεσαν τον επιπλέον όρο της διακοπής αγοράς από την Τουρκία ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, γεγονός το οποίο θα οδηγούσε την κατάργηση του εμβληματικού αγωγού Turk Stream, που δημιουργήθηκε από τη Ρωσία ειδικά για την Τουρκία.

Αυτό θα σήμαινε τη διακοπή εισαγωγών φθηνών ρωσικών υδρογονανθράκων, με μεγάλες επιπτώσεις στην τουρκική οικονομία. Απεναντίας, η Τουρκία συμφώνησε για την αγορά αμερικανικού υγροποιημένου αερίου αξίας $43 δισ. για τα επόμενα 20 χρόνια καθώς και για την αγορά μικρών αρθρωτών πυρηνικών αντιδραστήρων SMR, ενώ ολοκληρώνεται η κατασκευή από τους Ρώσους του πυρηνικού αντιδραστήρα στο Akkuyu. Δημιουργείται ένα πρακτικό ερώτημα. Πως θα διαχειρισθεί η Τουρκία στο μέλλον αυτή τη σύνθετη ενεργειακή εικόνα.

Ή θα πρέπει να αποδεσμευθεί από τη Ρωσία με αντίτιμο ένα πολύ υψηλό κόστος για την οικονομία της, ή θα επιδιώξει να εξαγάγει το μελλοντικά εισαγόμενο LNG, ενδεχομένως προς ευρωπαϊκούς προορισμούς, ή θα απομακρυνθεί από τις ΗΠΑ.

Επί του προκειμένου ενδεχομένως θα υπήρχε κάποιος πρόσθετος προβληματισμός για την Άγκυρα, καθώς όλα δείχνουν ότι η Ελλάδα θα είναι εκείνη η οποία θα τροφοδοτεί την Ανατολική Ευρώπη, με εισαγωγές αμερικανικού φυσικού αερίου, από τους σταθμούς της Ρεβυθούσας και της Αλεξανδρούπολης. Η Διατλαντική Ενεργειακή Συνεργασία, η οποία θα συνέλθει στην Αθήνα. 6-7/11, με την παρουσία δύο Αμερικανών υπουργών αρμόδιων για την ενέργεια, αναμένεται να επικυρώσει τον ρόλο της Ελλάδας, ως κύριου διαμετακομιστικού κόμβου, ακυρώνοντάς επί του προκειμένου παλαιότερους τουρκικούς σχεδιασμούς.

Από τα παραπάνω, εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα, ότι οι ΗΠΑ είναι εκείνες οι οποίες επέτυχαν μεγάλα οικονομικά οφέλη από την επίσκεψη Ερντογάν, αν προστεθεί και η παραγγελία 50 αρχικά και συνολικά 75 επιβατηγών Boeing για τον τουρκικό αερομεταφορέα. Το πρακτικό αποτέλεσμα για την Τουρκία, τουλάχιστον μεσο-βραχυχρόνια είναι να στραφεί προς την Ευρώπη.

Αμυντική συνεργασία με την Ευρώπη

Το Η.Β. πρόβαλε ιδιαίτερα την πρόσφατη επιτυχή πώληση στην Τουρκία 20 πολεμικών αεροπλάνων Typhoon, αντί 8 δισ. λιρών, γεγονός το οποίο θα σημάνει 6.000 επιπλέον θέσεις εργασίας για τη βρετανική οικονομία.

Το υπόψη αεροπλάνο είναι συμπαραγωγή Βρετανίας (37%), Ισπανίας, Γερμανίας, Ιταλίας – η Ελλάδα αποχώρησε από το έργο το 2001, όπου θα συμμετείχε με 12%. Η προμήθεια αυτών των αεροσκαφών (2030), όπως και 12 από το Ομάν, λειτουργούν ανανεωτικά για τον αεροπορικό στόλο της Τουρκίας, χωρίς να υποκαθιστούν τα αμερικανικά F-35, ενώ σημαντικές ελλείψεις παραμένουν.

Κατά την πρόσφατη επίσκεψη του καγκελαρίου Μερτς στην Τουρκία, η Γερμανία συμφώνησε ως συμπαραγωγός για την πώληση των 20 Τyphoon, και πέραν των διαβεβαιώσεων για τον ρόλο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ δεν υποσχέθηκε κάτι περισσότερο απτό. Η Γερμανία παραμένει ο μεγαλύτερος επενδυτής στην Τουρκία, μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, με επενδύσεις $14,5 δισ. από τη 10ετία του 1980 μέχρι σήμερα.

Σημαντικό όμως βήμα προς την ευρωπαϊκή αγορά των εξοπλισμών έκανε η Τουρκία, μετά τη συμφωνία με την Ισπανία για την εξαγωγή στην τελευταία 45 εκπαιδευτικών αεροσκαφών από το 2028, αξίας 3,12 δισ. ευρώ. Η Ισπανία έχει επενδύσει στην Τουρκία  $11,1 δισ. κατά την τελευταία 10ετία και έχει συμμετάσχει σε έργα εξοπλισμού, όπως η ναυπήγηση του Αnadolu με ισπανική τεχνογνωσία.

Παρεμφερής είναι και η σχέση με την Ιταλία, ειδικά μετά την εξαγορά τον περασμένο Ιούλιο, της Piaggio Aerospace από την τουρκική και μεγαλύτερη παγκόσμια εξαγωγό drones, Baykar.

Η εξαγορά αυτή πέραν της διείσδυσης της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή πολεμική βιομηχανία, έχει το επιπλέον μεγάλο στρατηγικό όφελος της συμμετοχής της, έμμεσα, και στο κοινοτικό αμυντικό πρόγραμμα SAFE, προικοδοτημένο με 150 δισ. 

Η Τουρκία με τη στήριξη της Γερμανίας, του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ κ.ά., επιδιώκει την κατευθείαν συμμετοχή της στο πρόγραμμα, πράγμα για το οποίο η Κύπρος και η Ελλάδα προβάλλουν βέτο. Ενθαρρυντικά για τις ελληνικές θέσεις ήταν και τα συμπεράσματα του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου.

Η Τουρκία έχει μέχρι του παρόντος κατορθώσει να ελιχθεί με επιτυχία στην ουκρανική κρίση, κυρίως υποστηρίζοντας την Ουκρανία, χωρίς όμως να υιοθετεί αναγκαία μια αντιρωσική θέση.

Η ιστορική μνήμη τη διδάσκει, ότι για τους γνωστούς γεωπολιτικούς λόγους (Κριμαία, Μαύρη Θάλασσα, Καύκασος) κύριος αντίπαλός της διαχρονικά έχει υπάρξει η Ρωσία, λόγος για τον οποίο και παραμένει εντεταγμένη στη συμμαχία του ΝΑΤΟ.

Θα επιθυμούσε την ένταξή της και στην ΕΕ, για λόγους οικονομικούς και κοινωνικούς, επιθυμία η οποία προσκρούει τόσο σε ιστορικά στερεότυπα, όσο και σε πρακτικά προβλήματα, π.χ. εισροή μεγάλου φθηνού εργατικού δυναμικού στην κοινοτική αγορά εργασίας.

Θα ήταν ενδιαφέρον να διερευνηθεί, αν η συνεργασία με την Ευρώπη στον αμυντικό τομέα, πέρα από τα οικονομικά οφέλη τα οποία μπορεί να είναι σημαντικά για την οικονομία της Τουρκίας, δεν παύει να παρέχει ένα αίσθημα ασφάλειας στην Άγκυρα, το οποίο δεν συντρέχει  απαραίτητα με τις Αμερικανικές θεωρήσεις.   

* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής

9 0 Bookmark