Του Γιώργου Ευγενίδη

Μια από τις βασικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη πριν κερδίσει τις εκλογές ήταν η αξιολόγηση. Αξιολόγηση στις δομές του Δημοσίου, αξιολόγηση στους εργαζομένους. Όχι τιμωρητικά, αλλά για να υπάρχει επίγνωση του τι προσφέρει ο καθένας και πώς μπορεί να βελτιώσει τη συνεισφορά του. Η αξιολόγηση δεν είναι και δεν μπορεί να είναι μπαμπούλας. Ιδίως όσοι εργαζόμαστε στον ιδιωτικό τομέα αξιολογούμαστε καθημερινά για μια σειρά πραγμάτων. Και αυτό είναι απολύτως θεμιτό.

Γι’ αυτό και κάπως «ξένισε» η είδηση ότι το υπουργείο Παιδείας προτίθεται να «παγώσει» την αξιολόγηση που είχε εξαγγελθεί στις σχολικές δομές και στους εκπαιδευτικούς. Όταν το διάβασα, ομολογώ, εξεπλάγην. Γιατί να το κάνει αυτό η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας; Γιατί να πυροβολήσει τα πόδια της, όταν πρόκειται για ένα απολύτως ώριμο κοινωνικό αίτημα και να αθετήσει ή έστω να αναβάλλει χρονικά μια σαφή δέσμευση του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη;

Να κάνω την αυτοκριτική μου: την πάτησα. Και αυτό γιατί η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως από το καλοκαίρι, από τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, είχε ανακοινώσει ότι πρώτα θα επιμορφωθούν οι καθηγητές και θα αξιολογηθούν οι σχολικές μονάδες ως δομές και στη συνέχεια, σε δεύτερη φάση, θα περάσουμε στην αξιολόγηση των καθηγητών αυτών καθ’ αυτών. Μπορεί επ’ αυτού να έχει κανείς ένσταση, όπως για παράδειγμα ότι πρώτα αξιολογείς κάποιον και εν συνεχεία τον στέλνεις για μετεκπαίδευση. Θεμιτό, αλλά πρωτίστως πρέπει να συζητάμε επί πραγματικής βάσης. Άρα, η υπουργός δεν «μετακίνησε» τα γκολπόστ την ώρα που παιζόταν το ματς. Εμείς, απλώς, δεν είχαμε δει από την αρχή πού ήταν.

Στον ηλεκτρικό χώρο της Παιδείας υπάρχει ένα άρρητο δεδομένο. Δεν έχει γίνει ποτέ αξιολόγηση σε δασκάλους και καθηγητές ιστορικά. Άρα, τώρα το υπουργείο Παιδείας πρέπει να κάνει κάτι ρηξικέλευθο. Το πώς θα το κάνει, είναι συζητήσιμο. Αν πάει να βαρέσει το χέρι στο μαχαίρι, ίσως ικανοποιήσει πολιτικά κάποιους ψηφοφόρους της κυβέρνησης, αλλά θα προκαλέσει αναταραχή στο χώρο της Παιδείας. Το νόημα είναι η αξιολόγηση να μην γίνεται ως απειλή που επικρέμαται πάνω από το κεφάλι των εκπαιδευτικών, αλλά να αντιλαμβάνονται και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί ότι είναι προς το συμφέρον τους να λάβουν μέρος στην αξιολόγηση. Χωρίς συναίνεση, λοιπόν, δουλειά δεν γίνεται.

Βεβαίως, η κυβέρνηση κρίνεται αυστηρά. Και αυτό γιατί ο κόσμος που την ψήφισε δεν ικανοποιείται από εύκολες δικαιολογίες. Άρα, η αξιολόγηση θα πρέπει να γίνει. Και η «επιμόρφωση» των καθηγητών δεν μπορεί να είναι δικαιολογία για να διαιωνιστεί ένα στρεβλό καθεστώς. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, άλλωστε, πριν τις εκλογές, είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος του δημόσιου λόγου του για τα θέματα της Παιδείας, λέγοντας- και σωστά- ότι η Παιδεία είναι το βασικό εργαλείο ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας σήμερα. Αν ανακυκλωθεί το καθεστώς της στασιμότητας και της μετριοκρατίας, τότε θα πρόκειται για μια τρύπα στο νερό.  

Η κυβέρνηση Τσίπρα, ακόμα και τη δεύτερη φορά, είχε ψηφιστεί με τη λογική «και δύο από τα δέκα που λέει να κάνει, καλά θα είμαστε». Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν ισχύει αυτή η συνθήκη. Ο πήχης είναι οι υποσχέσεις που έδωσε προεκλογικά.