Δύο κατακόκκινες γραμμές για το ελληνικό MeToo

Της Ιωάννας Μάνδρου

To τσουνάμι καταγγελιών που προκλήθηκε μετά τη δημόσια τοποθέτηση της Σοφίας Μπεκατώρου για φαινόμενα σεξουαλικής βίας κάθε μορφής, έχει κατακλύσει τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, δοκιμάζοντας διάφορους χώρους, κυρίως όμως το θέατρο.

Αισθάνομαι την ανάγκη να ξεκαθαριστούν ορισμένα πράγματα, προκειμένου οι αποκαλύψεις να οδηγήσουν και σε ουσιαστικά αποτελέσματα και κυρίως το όλο θέμα να μην ευτελιστεί.

Πρώτα απ΄όλα τα θύματα έχουν κάθε δικαίωμα να μιλήσουν. Το επιχείρημα, που ακούγεται, "τώρα το θυμήθηκαν", δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το θύμα οφείλει να μιλά, όποτε το μπορεί και όποτε το αντέχει.

Όμως με μία προϋπόθεση. Οι καταγγελίες των θυμάτων να είναι αληθινές και να μην έχουν άλλα  κίνητρα η να στοχεύουν σε σκοπιμότητες. Η αλήθεια άλλωστε των όσων καταγγελιών έχουν γίνει δημόσια τις τελευταίες εβδομάδες, στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνεται για να μην πώ κραυγάζει. Διακρίνονται οι υπερβολικές καταγγελίες η εκείνες που δεν έχουν και πολύ μεγάλη σχέση με την πραγματικότητα.

Οι καταγγελίες των τελευταίων ημερών που υπήρξαν καταιγιστικές, ξεκινούν από φαινόμενα λεκτικής βίας, σεξουαλικών παρενοχλήσεων, προσβολές γενετήσιας αξιοπρέπειας, απόπειρες βιασμού, βιασμούς και πάσης φύσεως σεξουαλικές κακοποιήσεις.

Εδώ οφείλουμε να διαχωρίσουμε κάποια πράγματα. Άλλο λεκτική βία, που χωρίς αμφιβολία είναι καταδικαστέα, κι άλλο απόπειρες βιασμών και βιασμοί. Ο ίδιος ο νόμος άλλωστε τα διαχωρίζει και τα τιμωρεί διαφορετικά. Δεν χρειάζεται να πει κανείς πολλά για να γίνει κατανοητό, πως είναι άλλο πράγμα ο εργασιακός εκφοβισμός κι άλλο η σεξουαλική κακοποίηση κάθε μορφής.

Όλες αυτές οι καταγγελίες που έχουν γίνει από δεκάδες θύματα απασχολούν, όπου είναι δυνατόν τις δικαστικές αρχές. Όμως μέχρι τώρα η συντριπτική τους πλειοψηφία δεν μπορεί δικαστικά να ελεγχθεί, διότι τα όποια αδικήματα έχουν παραγραφεί. Είτε μιλάμε για πλημμελήματα είτε για κακουργήματα.

Πέραν όμως από τη δικαιοσύνη που θα κάνει τη δουλειά της, η τιμωρία για εκείνους που έχουν καταγγελθεί για αληθή περιστατικά δεν περιορίζεται στο δικαστικό σκέλος. Η κοινωνία, οι επαγγελματικοί χώροι έχουν τη δυνατότητα του αποκλεισμού και της ουσιαστικής απόδοσης ευθυνών. 

Γι αυτό επιμένω, πως οι καταγγελίες, επειδή ακριβώς δεν μπορούν δικαστικά να διερευνηθούν, άρα να ξεκαθαρίσουν, πρέπει να γίνονται μόνον με γνώμονα την αλήθεια και έτσι να διαχειρίζονται και από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Γιατί αλλιώς θα οδηγηθούμε σε καρατομήσεις ανθρώπων που μπορεί και να μην φταίνε. Από την άλλη, δύο κατακόκκινες γραμμές δεν μπορεί κανείς να ξεπεράσει για το λεγόμενο ελληνικό me too. Η πρώτη αφορά την ανηλικότητα. Το ανήλικο προστατεύεται απόλυτα. Και κάθε παραβίαση της ανηλικότητας συνιστά βαριά εγκληματική πράξη. Η δεύτερη αφορά τη συναίνεση. Χωρίς συναίνεση, έστω κι αν μιλάμε για ενήλικους, η εγκληματική δραστηριότητα είναι δεδομένη. 

Γιατί κακά τα ψέματα. Οι σεξουαλικές διαστροφές, οι σεξουαλικές προτιμήσεις ισχύουν από αιώνες. Δεν μπορεί η κοινωνία να μετατραπεί σε μια τεράστια κλειδαρότρυπα. Αλλά οφείλει να τιμωρήσει σκληρά και να αποδοκιμάσει εκείνους που στο όνομα της όποιας σεξουαλικής τους επιλογής, παραβιάζουν βάναυσα την σεξουαλική ελευθερία του άλλου. ενήλικου, άνδρα η γυναίκας. Για τα ανήλικα ούτε λόγος.