Του Φώτη Νάκου

Αναμφισβήτητα η επίσκεψη ενός Έλληνα πρωθυπουργού στον Λευκό Οίκο αποτελεί κορυφαίο διπλωματικό γεγονός. Ειδικά αυτήν την περίοδο όταν οι διεθνείς προκλήσεις έχουν κορυφωθεί τόσο με τις εξελίξεις σε Ιράν, Λιβύη και ανατολική Μεσόγειο, όσο και με το μεταναστευτικό ζήτημα που πιέζει τα τελευταία χρόνια την Ευρώπη και κυρίως την Ελλάδα.

Είναι μονόδρομος για την Ελλάδα να αναζητά αποκλειστικά λύσεις μόνο μέσα από την διπλωματία. Ευρισκόμενη σε μια ευαίσθητη γεωστρατηγικά περιοχή και κυκλωμένη από αντικρουόμενα συμφέροντα, οι προκλήσεις είναι πολλές και συνεχείς.

Και θα πρέπει οι επαΐοντες πολιτικοί μας και διπλωμάτες να αντιληφθούν, ότι μόνο μια μακρόχρονη σχεδιασμένη εξωτερική πολιτική, που θα υποστηρίζεται από την  συντριπτική πλειοψηφία των κομμάτων, μπορεί να αποδώσει ακόμα και σε βάθος χρόνου.

Άλλωστε τους τελευταίους μήνες είδαμε πολλές χώρες με τις οποίες συμβαδίζουμε διπλωματικά σε ζητήματα με άμεσο ελληνικό ενδιαφέρον να εκφράζουν εντελώς διαφορετική στάση από την Ελλάδα.

Ποιος θα ξεχάσει ότι η Γαλλία που είναι σημαντική σύμμαχος στο μέτωπο με την Τουρκία, στο θέμα με τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία ήταν αυτή που άσκησε βέτο στην ευρωπαϊκή προοπτική  τους, προκαλώντας αποσταθεροποίηση στα Βαλκάνια και πρόωρες εκλογές στη γείτονα χώρα.

Ή ακόμα και η Γερμανία που συχνά έχει στηρίξει την Ελλάδα στο θέμα του East Med και της τουρκικής προκλητικότητας, παραμένει «σιωπηλή», καθώς τα συμφέροντα με την αγορά της Τουρκίας αλλά και η εξομάλυνση των σχέσεων Ουκρανίας – Ρωσίας, την οδηγούν στο να μη θέλει να διαταράξει τις σχέσεις της με Άγκυρα και Μόσχα.

Ενδεικτικό είναι και το τελευταίο παράδειγμα  με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου, οποίος και από την Ουάσιγκτον ορμώμενος, επιδιώκει να επιταχύνει τα αμερικανικό σχέδιο για απεξάρτηση της Ευρώπης από τον ρωσικό φυσικό αέριο μέσω του East Med. H συγκυρία όμως με την δολοφονία του στρατηγού Σουλεϊμάνι, έφερε τον σύμμαχό μας να εκφράζει αμέσως μετά στην Αθήνα, την υποστήριξη του στην απόφαση Τραμπ, ότον το Ελληνικό ΥΠΕΞ, σε αντίθετη ρότα εξέφρασε την ανησυχία του για τις εξελίξεις στο Ιράν.

Άξια μνείας είναι και τα πρόσφατα ταξίδια Δένδια σε Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σε αναζήτηση πιο στενών συμμαχιών κόντρα στην Τουρκία με αιχμή την Λιβύη, καθώς οι δύο χώρες είναι σε αντίπαλα στρατόπεδα με τον Ερντογάν. Ειδικά στο Ριάντ ο  Έλληνας ΥΠΕΞ είδε ο ίδιος τον βασιλιά Σαλμάν αν και δεν οριζόταν από το διπλωματικό πρωτόκολλο.   

Πιο σύνθετο είναι το παζλ στην Αμερική, εκεί όπου πέραν του ότι ο Αμερικανός Τραμπ με την αλλοπρόσαλλη πολιτική του έχει καταφέρει να κάνει περισσότερους εχθρούς και ο ίδιος δείχνει να έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δημιουργώντας πολλές φορές συγκρούσεις με τους Δημοκρατικούς αλλά και τους εσωκομματικούς του Ρεπουμπλικάνους. Η Αμερική παραμένει αστάθμητος παράγοντας καθώς διανύουμε χρονιά εκλογών και στα ελληνοτουρκικά ζητήματα οι Δημοκρατικοί δεν μας έχουν «πληγώσει» και λίγες φορές. Το σίγουρο είναι ότι η θητεία του Τραμπ και ο ίδιος προσωπικά έχουν προκαλέσει αβεβαιότητα και σκηνικά πολεμικών συγκρούσεων που καλό θα ήταν αν αποφευχθούν.

Αναφέροντας όλα τα παραπάνω ήθελα να καταλήξω ότι η διπλωματική πολιτική μια χώρας δεν θα πρέπει να σχεδιάζεται με βάση πρόσωπα και χώρες, καθώς είναι δεδομένο ότι σε επιμέρους ζητήματα θα υπάρχουν διαφορές. Ο σχεδιασμός των συμμαχιών δεν θα πρέπει να είναι πάντα απόρροια ιδεολογήματος αλλά κοινών συμφερόντων για αποκομίζονται κέρδη. Όμως το πιο δύσκολο είναι ότι θα πρέπει να υπάρχει σύμπνοια των πολιτικών δυνάμεων και μακροχρόνιος σχεδιασμός, ώστε και ακόμα αυτά που πρόσκαιρα δεν θα φαίνονται αρεστά ο κοινός πολιτικός λόγος να πείθει ότι γίνονται για το καλό της χώρας.

Άλλωστε η άσκηση της διπλωματίας είναι αποκλειστική ευθύνη των πολιτικών και των συνεργατών τους που έχουν εις γνώσιν όλα τα δεδομένα και όχι των πολιτών που έχουν ελλιπή ενημέρωση ή φαντάζονται πράγματα που δεν ισχύουν.

Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις