Θετική είναι η ετήσια έκθεση 2020 του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) που ενέκρινε σήμερα Πέμπτη το Συμβούλιο Διοικητών του Μηχανισμού.

Η έκθεση του ESM τονίζει ότι η πανδημία διέκοψε μια τριετή οικονομική ανάκαμψη και οδήγησε σε ένα σημαντικό έλλειμμα γενικής κυβέρνησης για πρώτη φορά από το 2015. Το ΑΕΠ μειώθηκε απότομα (πτώση 8,2% του ΑΕΠ το 2020), κυρίως λόγω της πτώσης του τουρισμού και των μέτρων για τη συγκράτηση της διάδοσης του κορωνοϊού. Η ύφεση και τα προσαρμοσμένα μέτρα ενίσχυσης ώθησαν τον προϋπολογισμό σε μεγάλα ελλείμματα. Παρόλα αυτά, οι ευνοϊκές συνθήκες της αγοράς, υποστηριζόμενες από τα προγράμματα της ΕΚΤ και το Ταμείο Ανάκαμψης (Next Generation EU), επέτρεψαν στη χώρα να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης και να διατηρήσει υψηλά ταμειακά υπόλοιπα.
 
Σημειώνεται, επίσης, ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν μέχρι στιγμής ξεπεράσει τον αντίκτυπο της πανδημίας και έχουν χορηγήσει ένα αυξανόμενο ποσό δανείων σε επιχειρήσεις, κυρίως χάρη στην εποπτική ευελιξία και τα εθνικά συστήματα στήριξης.

Επίσης, λόγω των ευνοϊκών όρων δανεισμού του ESM και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), η Ελλάδα απολαμβάνει εξοικονόμηση προϋπολογισμού που εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 8 δισ. ευρώ το 2020.
 
Εξάλλου, η έκθεση του ESM αναφέρει ότι το 2020 η Ελλάδα έλαβε την τρίτη και τέταρτη εκταμίευση από τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, συνολικού ύψους 1,5 δισ. ευρώ, έπειτα από τη θετική αξιολόγηση των θεσμών για την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στη μεταρρυθμιστική πορεία. Μεταξύ των βασικών βελτιώσεων, επισημαίνεται ότι η Ελλάδα εφάρμοσε το πρόγραμμα «Ηρακλής», οι ιδιωτικοποιήσεις και η αναθεώρηση του πλαισίου αφερεγγυότητας, με στόχο τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
 
Για την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας, ο ESM τονίζει ότι απαιτούνται προσπάθειες σε πολλούς τομείς πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της συνεχούς εφαρμογής της διαρθρωτικής μεταρρυθμιστικής ατζέντας που ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του προγράμματος ESM. Συνιστάται, επίσης, «πλήρης απορρόφηση και αποτελεσματική χρήση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, τα οποία ξεπερνούν το 10% του ΑΕΠ», παρέχοντας μια μοναδική ευκαιρία για αύξηση την παραγωγικότητα της οικονομίας μέσω επενδύσεων σε πιο έντασης κεφαλαίου και ψηφιοποιημένες δομές. Για να μπορέσουν οι τράπεζες να υποστηρίξουν ένα τέτοιο μοντέλο ανάπτυξης, είναι απαραίτητη η περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL). Η ανθεκτικότητα των τραπεζών παραμένει η προτεραιότητα, υποστηριζόμενη με την πλήρη εφαρμογή της πολυαναμενόμενης μεταρρύθμισης του νόμου περί αφερεγγυότητας. Όλα αυτά μπορούν να συμβαδίζουν με περαιτέρω ενίσχυση των δικτύων κοινωνικής ασφάλισης και εκπλήρωση των ενισχυμένων δεσμεύσεων εποπτείας προς το Eurogroup.
 

Πηγή: skai.gr