Αναθεώρηση Συντάγματος: Τα κύρια ζητήματα

Μετά την ανακοίνωση του Πρωθυπουργού, εκκινεί δημόσιος και κοινοβουλευτικός διάλογος, για να διαπιστωθεί η ανάγκη αναθεώρησης συνταγματικών διατάξεων

Βουλή

Μετά την ανακοίνωση του Πρωθυπουργού, εκκινεί δημόσιος και, παραλλήλως από τον Μάρτιο/Απρίλιο, κοινοβουλευτικός διάλογος, για να διαπιστωθεί η ανάγκη αναθεώρησης συνταγματικών διατάξεων. Ακολουθεί μία πρώτη σύνοψη της προβληματικής για τα βασικά ζητήματα που έθεσε ο Πρωθυπουργός, και σύντομη αξιολόγηση. Προκαταρκτικά, πρέπει να σημειωθεί ότι η βασική διαπίστωση, ότι δηλαδή το Σύνταγμα του 1975, παρά την προφανή προσφορά του στη σταθερότητα της χώρας και την εδραίωση της Δημοκρατίας, χρήζει αναθεώρησης σε πλείστες επιμέρους διατάξεις, είναι ορθή. Και αυτό διότι δεν τίθενται σε αμφιβολία οι βασικές οργανωτικές διατάξεις, ούτε οι δεσμεύσεις για τα ατομικά δικαιώματα, αλλά επιμέρους σημεία που μαρτυρούν μία μάλλον παρωχημένη ιδεολογία για το Κράτος, και εντοπισμένες οργανωτικές αστοχίες.

Ως προς τα επιμέρους σημεία:

1. Ποινική ευθύνη Υπουργών

Η ισχύουσα ρύθμιση δεν επιτρέπει ούτε τη δίωξη, ούτε καν την προκαταρκτική διερεύνηση πιθανών αδικημάτων υπουργού δίχως την απόφαση 151 τουλάχιστον βουλευτών. Έτσι, η διαδικασία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση επαφίεται στη βούληση της πλειοψηφίας. Η πλειοψηφία μπορεί να στοχοποιεί ή να προστατεύει. Ακόμη και να διώκει για ανύπαρκτα εγκλήματα, πάλι είτε για να εγκλωβίζει τον αντίπαλο, είτε διότι έτσι θα απαλλαγεί ο ύποπτος για τα υπαρκτά. Αυτά δεν τιμούν τη δημοκρατία μας και πρέπει να αλλάξουν.

Μία λύση είναι να ανατεθεί η προκαταρκτική διερεύνηση σε ένα όργανο υψηλού κύρους (π.χ. δικαστές από την ποινική δικαιοσύνη και το Συμβούλιο της Επικρατείας) και αυτό το όργανο να προβαίνει σε δίωξη. Το ακανθώδες εδώ ζήτημα είναι να διασφαλιστεί ότι αυτή η διαδικασία δεν θα εμποδίζει την απερίσπαστη άσκηση των υπουργικών καθηκόντων, θα ασκεί υπεύθυνη διωκτική πολιτική και δεν θα εμπλέκεται σε αξιολογήσεις κυβερνητικής πολιτικής. Μπορεί να έχει ρόλο η Βουλή, πλην της ενημέρωσης: Μία λύση θα ήταν η Βουλή να παρέχει άδεια στο τελικό στάδιο. Άλλη λύση να έχει δικαίωμα να αναστείλει τη δίωξη για σοβαρούς πολιτειακούς λόγους.

2. Επιλογή της λεγόμενης ηγεσίας της Δικαιοσύνης

Σήμερα η εν λόγω εξουσία ασκείται από το υπουργικό συμβούλιο, δηλαδή πρακτικά από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τον Πρωθυπουργό. Αυτή η διαρρύθμιση διαστρέφει την λογική της ανεξαρτησίας του θεσμού, διότι δεν αφορά μόνο στη θέση του Προέδρου, αλλά και των αντιπροέδρων, δηλαδή ικανού σώματος των Ανωτάτων Δικαστηρίων (π.χ. στο ΣτΕ υπάρχουν δέκα αντιπρόεδροι, ενώ στο Δικαστήριο της ΕΕ μόνο ένας!!!). Έτσι, ένας ανώτατος δικαστής γνωρίζει ότι προσεχώς θα κριθεί από ένα όργανο που χαρακτηρίζεται από απόλυτη πολιτική ομοιομορφία.

Υπάρχουν λύσεις απλές: Να περιοριστούν οι αντιπρόεδροι σε ένα ή δύο και μαζί με τον Πρόεδρο να επιλέγονται είτε από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία ή από ειδικό εκλεκτορικό σώμα αποτελούμενο από βουλευτές, καθηγητές Νομικής και Προέδρους Δικηγορικών Συλλόγων, υπό την προεδρία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Παράλληλα, αντί των αντιπροέδρων, να διαμορφωθούν θέσεις Προέδρων Τμημάτων (όπως π.χ. στο ΔΕΕ), τους οποίους θα επιλέγουν για τριετία οι δικαστές του οικείου Τμήματος.

3. Άρθρο 16

Στο χώρο της Ανώτατης εκπαίδευσης, τα προβλήματα είναι δύο. Το πρώτο σχετίζεται με την ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Το Συμβούλιο της Επικρατείας πέρσι δεν έκρινε απλώς ότι ο νόμος που επιτρέπει παραρτήματα είναι συνταγματικός, αλλά και ότι η δυνατότητα εγκατάστασής τους επιβάλλεται από το δίκαιο της Ένωσης. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα επιτρέπεται η ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση, δίχως όμως να υπάρχει ειδικό συνταγματικό πλαίσιο. Έτσι, είμαστε σε ένα σημείο όπου δεν επιβάλλονται εγγυήσεις για την προσιτότητα των σπουδών, την ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση ή τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα.

Το πρόβλημα θα γίνει οξύτερο όταν, κατά την επιστημονική μας γνώμη, θα κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι ο αποκλεισμός της ίδρυσης τέτοιων ιδρυμάτων απευθείας από Έλληνες παραβιάζει την οδηγία για τις υπηρεσίες (κάτι που παραδόξως έχει διαφύγει της επιστημονικής προσοχής).

Το δεύτερο και μακράν μεγαλύτερο πρόβλημα, αφορά στα δημόσια  πανεπιστήμια, που αποτελούν τον κορμό της ανώτατης εκπαίδευσης. Για να αντεπεξέλθουν στις νέες συνθήκες πρέπει να διαθέτουν ευελιξία, εξωστρέφεια, ευρωστία, και προσαρμοστικότητα. Αυτά πρέπει να κατοχυρωθούν στο Σύνταγμα.

4. Θητεία Προέδρου Δημοκρατίας

Η αύξηση της θητείας σε έξι έτη με αποκλεισμό της δυνατότητας ανανέωσης, έχει ως σκοπό την ενίσχυση της ανεξαρτησίας του Προέδρου. Ο Πρόεδρος δεν θα σκέφτεται πώς θα διατηρηθεί η πλειοψηφία που τον εξέλεξε. Επίσης θα αποφευχθεί η άβολη κατάσταση που προηγείται της απόφασης του Πρωθυπουργού αν θα προτείνει εκ νέου τον εν ενεργεία Πρόεδρο. Αντεπιχείρημα είναι ότι δεν θα υπάρχει η δυνατότητα επανεκλογής ενός Προέδρου τον οποίο εμπιστεύεται το πολιτικό σύστημα. Κατά τη γνώμη μας, σημαντικό θα ήταν, αν επιδιωχθεί επιμήκυνση της θητείας, να συνδυαστεί με ενίσχυση των μηχανισμών που αποτρέπουν την εκλογή Προέδρου με απλή πλειοψηφία. Δηλαδή, οι προτεινόμενες αλλαγές μπορούν να συνδυαστούν π.χ. με ρύθμιση, κατά την οποία, όσο δεν συγκεντρώνει υποψήφιος Πρόεδρος 180 ψήφους, παρατείνεται η θητεία του απερχόμενου Προέδρου, π.χ. για ένα έτος.

5. Αξιολόγηση και Μονιμότητα δημοσίων υπαλλήλων

Το ζήτημα της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων είναι το πιο δύσκολο να επιτύχει συναίνεση. Εκτιμώ ότι πρέπει να οριστεί και συνταγματικά η αξιολόγηση, τόσο των υπαλλήλων, όσο και των υπηρεσιών από τους χρήστες. Η αξιολόγηση είναι ένας μαζικός θεσμός, ενέχει στατιστικά λάθη, και σκοπεί πρωτίστως να βοηθήσει το Κράτος να αξιοποιεί καλύτερα το προσωπικό. Παράλληλα, μπορεί να αναδείξει προβλήματα που δεν είναι σήμερα θεσμικά ορατά. Τώρα, η διασύνδεσή της αξιολόγησης με τη διατήρηση της θέσης εργασίας σε εξατομικευμένο επίπεδο θέλει ιδιαίτερη προσοχή – η οποία απαιτεί και ιδιαίτερη ανάλυση. Για την παρούσα σύνοψη αρκούν δύο επισημάνσεις. Πρώτον, και σήμερα μπορεί να απολυθεί υπάλληλος για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα ή πρόδηλη ανεπάρκεια. Δεύτερον, στο ζήτημα – αν εμπλακεί ευθέως και η μονιμότητα, επειδή είναι και πολιτικά ακανθώδες, δύσκολα θα επιτευχθεί συναίνεση.

* Ο Νίκος Παπασπύρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών

8 0 Bookmark