Η New START, το τελευταίο εμπόδιο για τον έλεγχο της διάδοσης των οπλοστασίων, έληξε. Ανάμεσα σε άτυπες επαφές, δυσπιστία και φόβους, η επιστροφή του πυρηνικού φάσματος πλανάται πάνω από τον κόσμο.
Προ ημερών (5/2), η New START, η τελευταία συνθήκη πυρηνικού ελέγχου που δέσμευε επίσημα τόσο τη Μόσχα όσο και την Ουάσιγκτον – η Μόσχα είχε αναστείλει τη συμμετοχή της – σε μια σειρά περιορισμών στα αντίστοιχα οπλοστάσιά τους, έληξε, πυροδοτώντας φόβους για ένα παγκόσμιο ανταγωνισμό εξοπλισμών. Η συνθήκη προέβλεπε, μεταξύ άλλων τη μείωση στο ήμισυ του αριθμού εκτοξευτών πυρηνικών πυραύλων και τη θέσπιση ενός νέου καθεστώτος επιθεώρησης και επαλήθευσης, που θα αντικαθιστούσε τον προηγούμενο μηχανισμό. Δεν περιόριζε τον αριθμό των λειτουργικά ανενεργών πυρηνικών κεφαλών που μπορούν να αποθηκευτούν, και ο οποίος εκτιμάται σε χιλιάδες.
Στις 21 Φεβρουαρίου 2023, η Ρωσία ανέστειλε τη συμμετοχή της στη New START. Ωστόσο, δεν αποσύρθηκε από τη συνθήκη και διευκρίνισε, ότι θα συνεχίσει να τηρεί τα αριθμητικά όρια που απορρέουν απ’ αυτήν. Στις 5 Φεβρουαρίου 2026, η συνθήκη έληξε επίσημα.
«Για πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν κόσμο χωρίς δεσμευτικά όρια στα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια των δύο κρατών που κατέχουν τη συντριπτική πλειοψηφία των παγκόσμιων αποθεμάτων πυρηνικών όπλων», προειδοποίησε ο Γεν. Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, τονίζοντας επίσης, ότι η προθεσμία δεν θα μπορούσε να έρθει σε χειρότερη στιγμή: «Ο κίνδυνος χρήσης πυρηνικού όπλου είναι ο υψηλότερος εδώ και δεκαετίες», παραδέχτηκε.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον ιστότοπο Axios είναι ενδεχόμενο, στο περιθώριο των ειρηνευτικών συνομιλιών για την Ουκρανία στο Άμπου Ντάμπι, να πραγματοποιήθηκαν εμπιστευτικές επαφές μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, προκειμένου να αποφευχθεί η πλήρης ρήξη σχετικά με τον έλεγχο των πυρηνικών.
Η υπόθεση προς συζήτηση θα μπορούσε να είναι μια άτυπη δέσμευση για προσωρινή τήρηση των ορίων της συνθήκης που έχει λήξει, εν αναμονή περισσότερο δομημένων διαπραγματεύσεων. Πολλά θα εξαρτηθούν από την πολιτική βούληση των δύο προέδρων, του Ντόναλντ Τραμπ και του Βλαντιμίρ Πούτιν, οι οποίοι δεν έχουν δώσει ακόμη την έγκρισή τους.
Εύθραυστη ισορροπία
Η New START υπογράφηκε το 2010 στην Πράγα από τους τότε προέδρους Μπαράκ Ομπάμα και Ντμίτρι Μεντβέντεφ, καθιστώντας δυνατή τη μείωση του οπλοστασίου της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών –οι δυο κατέχουν περίπου το 85% των πυρηνικών κεφαλών στον κόσμο– σε 1.550 αναπτυγμένες στρατηγικές κεφαλές για την καθεμία.
Αυτή ήταν μια μείωση σχεδόν κατά 30% σε σύγκριση με το προηγούμενο όριο, το οποίο είχε καθορισθεί το 2002.
Το 2021, ο Τζο Μπάιντεν συμφώνησε με τη Μόσχα να παρατείνει το πρόγραμμα για πέντε χρόνια, αλλά οι εντάσεις μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ αυξήθηκαν εκ νέου μετά την εισβολή στην Ουκρανία και, τον Αύγουστο του 2022, η Μόσχα ανέστειλε πρώτα τις επιθεωρήσεις του ατομικού της οπλοστασίου και στη συνέχεια, τον Φεβρουάριο του 2023, ανέστειλε τη συμμετοχή της στη συμφωνία. Η έλευση της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ πιθανότατα έχει μειώσει την πιθανότητα νέας διαπραγμάτευσης, δεδομένου ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έκρυψε ποτέ, ότι θέλει να αυξήσει την ικανότητα πυρηνικής αποτροπής των ΗΠΑ, υπό το φως της ταχείας επέκτασης του στρατηγικού πυρηνικού οπλοστασίου της Κίνας.
Ο Τραμπ έχει συχνά επικρίνει τα όρια που επιβάλλονται στις Ηνωμένες Πολιτείες από τη συνθήκη και μέχρι στιγμής δεν έχει δώσει επίσημα συνέχεια στην πρόταση του Ρώσου προέδρου για παράταση της διάρκειας της συνθήκης, κατά ένα έτος.
Μια νέα εποχή αστάθειας
Ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Λευκός Οίκος είναι δύσπιστος σχετικά με την επέκταση της New START είναι, ότι δεν περιορίζει την Κίνα, η οποία έχει ένα πολύ μικρότερο αλλά ταχέως αναπτυσσόμενο οπλοστάσιο και δεν έχει δείξει ενδιαφέρον να ενταχθεί στη συμφωνία, κάτι που θα περιόριζε το πυρηνικό της πρόγραμμα. Σύμφωνα με το SIPRI της Στοκχόλμης, το Πεκίνο θα μπορούσε να φτάσει τη δυνατότητα ανάπτυξης διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων (ICBM) της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η Ινδία μπορεί να αισθάνεται υποχρεωμένη να εξισορροπήσει την πυρηνική δυνατότητα της Κίνας και το Πακιστάν της Ινδίας αντίστοιχα. Αυτό θα ήταν ένα ντόμινο, στο οποίο θα ήταν δύσκολο να υπάρξει νικητής και το οποίο θα προμήνυε την είσοδο του κόσμου σε μια νέα εποχή στρατηγικής αστάθειας.
Είναι αξιοσημείωτο, ότι η πρόσφατη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας την οποία παρουσίασε ο Λευκός Οίκος (Νοεμ. 2025), δεν κάνει καμία αναφορά σε μακροχρόνιες δεσμεύσεις για την προστασία των συμμάχων των ΗΠΑ, ενδεχομένως από μια πυρηνική επίθεση. Μια έλλειψη που ανησυχεί, μεταξύ άλλων, χώρες όπως πχ η Νότια Κορέα, που θα μπορούσαν να αποπειραθούν να αναπτύξουν τα δικά τους πυρηνικά όπλα.
Ο κίνδυνος είναι, ότι αυτή η αστάθεια θα καταλήξει ενδεχομένως να διαβρώσει και τη Συνθήκη του 1970 για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων –η οποία έχει προγραμματιστεί να αναθεωρηθεί φέτος– σύμφωνα με την οποία, τα κράτη χωρίς πυρηνικά όπλα δεσμεύονται να μην τα αποκτήσουν, υπό την προϋπόθεση, ότι τα κράτη που κατέχουν τέτοια όπλα, καταβάλλουν καλόπιστες προσπάθειες για να μειώσουν τα οπλοστάσιά τους.
Η αντανάκλαση μιας διαταραγμένης διεθνούς τάξης
Λίγοι αμφιβάλλουν, ότι η αποτυχία ανανέωσης της New START, ή η χρήση κάποιου άλλου μέσου για την αντικατάστασή της, είναι ένα ανησυχητικό σημείο της έλλειψης εμπιστοσύνης και ενεργού διπλωματίας μεταξύ των διεθνών δυνάμεων.
Σύμφωνα με το SIPRI, η αυξανόμενη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (AI) και άλλων τεχνολογιών για την επιτάχυνση της λήψης αποφάσεων σε περίπτωση κρίσης, αυξάνει τον κίνδυνο να ξεσπάσει πυρηνική σύγκρουση λόγω λανθασμένων επικοινωνιών, παρεξηγήσεων ή τεχνικών συμβάντων.
Σε έναν περισσότερο ρευστό και λιγότερο ρυθμισμένο κόσμο, η πυρηνική αποτροπή γίνεται και πάλι κεντρική, αλλά και περισσότερο αδύναμη.
«Είναι σημαντικό να θυμόμαστε, ότι τα πυρηνικά όπλα δεν εγγυώνται την ασφάλεια», σημειώνει ο Matt Korda ερευνητής στο Ινστιτούτο της Στοκχόλμης, προσθέτοντας ότι, «όπως έχει δείξει επαρκώς η πρόσφατη αναζωπύρωση των εχθροπραξιών στην Ινδία και το Πακιστάν, τα πυρηνικά όπλα δεν αποτρέπουν τις συγκρούσεις. Απεναντίας, ενέχουν τεράστιους κινδύνους κλιμάκωσης και καταστροφικών λανθασμένων υπολογισμών – ειδικά όταν η παραπληροφόρηση είναι ανεξέλεγκτη – και μπορεί να καταλήξουν να κάνουν τον πληθυσμό μιας χώρας λιγότερο ασφαλή». Με άλλα λόγια, ένας νέος πυρηνικός ανταγωνισμός δεν θα εγγυόταν την ασφάλεια, αλλά μάλλον θα αύξανε το πιθανό κόστος του λάθους.
Είναι μια πλήρης κούρσα εξοπλισμών, λένε επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, στο ετήσιο δελτίο που δημιούργησε ο Robert Oppenheimer το 1947. Και φέτος, προσπάθησαν να απαντήσουν σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: «Κινδυνεύει η ανθρωπότητα περισσότερο από πέρυσι;». Όπως φαίνεται, η απάντηση είναι καταφατική καθώς η Κίνα, η Ρωσία, οι ΗΠΑ και άλλοι, τείνουν να γίνονται περισσότερο επιθετικοί, συγκρουσιακοί και εθνικιστές.
Εάν πάντως, η ενδεχόμενη χρήση τακτικών πυρηνικών βομβών και πυραύλων δεν είναι πλέον ταμπού, η αιτία θα έπρεπε να αναζητηθεί στην αποτυχία της πολιτικής ηγεσίας να αντιληφθεί τους σχετικούς κινδύνους, και στην αδυναμία της να αποφύγει την αυταπάτη της απόλυτης ισχύος.
* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής