Με το άρθρο 109 ν.5264/2025 θεσπίστηκε ειδική ρύθμιση για την επιμέλεια ανηλίκων τέκνων εν διαστάσει συζύγων, που κατά την κοινή γνώμη αποτελεί φωτογραφική διάταξη για να επιλύσει συγκεκριμένη πολιτικός το πρόβλημά της όσον αφορά την επιμέλεια των τέκνων της.
Η ρύθμιση αυτή, εκτός του ότι αντίκειται στις βασικές δικονομικές αρχές της εκκρεμοδικίας και του non bis in idem, θα δημιουργήσει absurdum στον δικαστικό χειρισμό των σχετικών υποθέσεων, με αποτέλεσμα ή σύντομα αυτή η διάταξη να καταργηθεί ή να ρυθμισθεί νομοθετικά ολόκληρο το θέμα της συνεπιμέλειας που εισήχθη με τον ν.4800/2021.
Η συνεπιμέλεια που επιβάλλεται με δικαστική απόφαση, μολονότι επέλυσε αρκετά προβλήματα στις σχέσεις των γονέων ανήλικων τέκνων, παρουσιάζει δυσλειτουργίες από την εναλλαγή της κατοικίας των ανηλίκων τέκνων που μπορούσαν να λυθούν με αναστολή εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης...
Απόρησα όμως γιατί αυτοί που, κατόπιν πολιτικής επιλογής της συγκεκριμένης ρύθμισης, μορφοποίησαν τη διάταξη δεν επισήμαναν τις κοινωνικές και δικαστικές συνέπειες της ρύθμισης.
Ανεξάρτητα όμως της ορθότητας ή μη της συγκεκριμένης ρύθμισης, ο όλος χειρισμός της επίλυσης του συγκεκριμένου προβλήματος υπήρξε αδόκιμος και προκάλεσε ερωτήματα για τη δυνατότητα παραγωγής ορθής νομοθέτησης σε συμμόρφωση με το υπάρχον συνταγματικό και νομικό πλαίσιο της χώρας, χωρίς αστερίσκους ή εξαιρέσεις ή ρυθμίσεις που μπορεί να χαρακτηριστούν φωτογραφικές.
Η ορθή νομοθέτηση αφορά τη διαδικασία παραγωγής ποιοτικών, σαφών και εφαρμόσιμων νόμων, ακολουθώντας δομημένα στάδια (προετοιμασία, διαβούλευση, ανάλυση συνεπειών) με στόχο την αποφυγή της πολυνομίας και των άσκοπων τροπολογιών, την ασφάλεια δικαίου, τη μείωση της γραφειοκρατίας και τη συμμόρφωση με διεθνή πρότυπα και διεθνείς συνθήκες.
Στην όλη διαδικασία νομοθέτησης πρέπει να εφαρμόζονται οι βασικές αρχές της αναγκαιότητας για τη θέσπιση της συγκεκριμένης διάταξης, της γενικότητας της διάταξης και όχι ατομικής ρύθμισης, της αναλογικότητας σε σχέση με τις συνέπειες, της σαφήνειας και της ποιότητας των ρυθμίσεων.
Το άρθρο 74παρ.5 του Συντάγματος απαγορεύει ρητά να «εισάγονται προς συζήτηση» νομοσχέδια ή προτάσεις νόμου ή τροπολογίες που περιέχουν διατάξεις άσχετες με το κύριο περιεχόμενό τους. Η διάταξη αυτή ουδέποτε εφαρμόστηκε με ευθύνη του Προεδρείου της Βουλής, τα δε δικαστήρια ελέγχουν μόνο τη συνταγματικότητα του νόμου, όχι όμως τη διαδικασία με την οποία ψηφίζονται, γιατί δεν μπορούν να ελέγξουν την εσωτερική λειτουργία της Βουλής ως internal corporis.
Επομένως, η συνταγματική αυτή διάταξη, όπως και άλλες διατάξεις του Συντάγματος, είναι γράμμα κενό.
Ελπίζω με την προσεχή συνταγματική αναθεώρηση να επεκταθεί ο δικαστικός έλεγχος στο πεδίο αυτό, ώστε να μπορούν τα δικαστήρια να ελέγξουν τον τρόπο ψήφισης μιας διάταξης και να θεσπιστούν δεσμευτικές διατάξεις ώστε να αποφεύγονται τα διάφορα παρατράγουδα που κατά καιρούς συμβαίνουν κατά τη νομοθετική λειτουργία της Βουλής, όπως τα νομοσχέδια σκούπα που ρυθμίζουν υποθέσεις πολλών υπουργείων, οι τροπολογίες της τελευταίας στιγμής -κάποτε σε ένα βράδυ ψηφίστηκαν 82 τροπολογίες, οι περισσότερες φωτογραφικές-, οι συνεδριάσεις με την παρουσία ελαχίστων βουλευτών, η ψήφιση νόμων που καλύπτουν τη διαπλοκή -το 2014 ως ΓΕΔΔ κατήγγειλα 14 τέτοιους νόμους-, η κατάργηση του προληπτικού ελέγχου των δημοσίων δαπανών από το ΕΣ, οι τροπολογίες κωδίκων νόμων που αλλοιώνουν την εσωτερική συνοχή κωδικοποιημένου νόμου και δημιουργούν περισσότερα προβλήματα παρά λύνουν κ.λπ.
Επομένως, πρέπει να προβλεφθούν δικλείδες ασφαλείας για την καλή νομοθέτηση, για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος αλλά και των ιδίων των πολιτικών από τις πελατειακές απαιτήσεις, για την οποία πιστεύω ότι έχουν γίνει κάποια ενθαρρυντικά βήματα εκ των έσω, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο.
Σαφώς εκ μέρους της κυβέρνησης γίνονται προσπάθειες για τη θέσπιση όρων για την καλή νομοθέτηση με την εκπόνηση του «Εγχειριδίου Νομοπαρασκευαστικής Μεθοδολογίας» και του «Εγχειριδίου Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης» και με τη συγκρότηση Επιτροπής Αξιολόγησης Ποιότητας της Νομοπαρασκευαστικής Διαδικασίας, που είναι ένα ενδεκαμελές διεπιστημονικό όργανο με σταθερή σύνδεση και αρμοδιότητα τη διασφάλιση των αρχών της καλής νομοθέτησης σε σχέδια νόμων, υπουργικές τροπολογίες, υπουργικές αποφάσεις κ.λπ.
Φαίνεται όμως, ότι και εδώ ισχύει αυτό που είπε τον 7ο π.χ. αιώνα ο Ζάλευκος, ότι οι νόμοι μοιάζουν με τον ιστό της αράχνης, που μόνο τα μικρά ζωύφια πιάνει γιατί τα μεγάλα ζωύφια διαφεύγουν με φωτογραφικές διατάξεις, με τις οποίες τακτοποιούνται υποθέσεις ή γίνονται εκ των υστέρων διορθώσεις πολιτικών επιλογών με την παρατήρηση ότι όταν ανοίγεις ένα παραθυράκι του νόμου για έναν περνούν περισσότεροι.
Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό αλλά θεσμικό, γιατί πολλές φορές φωτογραφικές διατάξεις προλαμβάνουν δικαστικές κρίσεις, ανατρέπουν στην πράξη δικαστικές αποφάσεις ή διαμορφώνουν το πλαίσιο ώστε η δικαστική απόφαση να είναι δεδομένη.
Βασικός συντελεστής της μη ορθής νομοθέτησης είναι και η νομοθετική καταιγίδα που υλοποιείται όχι μόνο από τους νόμους που θεσπίζονται από τη Βουλή - που από το 2019 μέχρι σήμερα έχουν ψηφιστεί 780 νόμοι, 340 προεδρικά διατάγματα και 25.000 υπουργικές αποφάσεις, που εκδίδονται κατόπιν εξουσιοδότησης νόμου και έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου.
Το ίδιο ισχύει για τους κώδικες που, ενώ εκδίδονται κατά τη διαδικασία των κωδίκων χωρίς συζήτηση, στη συνέχεια όμως υφίστανται, ιδίως οι δικαστικοί, συνεχείς τροπολογίες σε σημείο όχι μόνο να μην παρέχουν ασφάλεια δικαίου, αλλά να δημιουργούν και επιβλαβείς συνέπειες για την κοινωνία, κυρίως για την προστασία του περιβάλλοντος και από την υπερβολική δόμηση.
Είναι γεγονός ότι τα προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται κατόπιν επεξεργασίας από το ΣτΕ παρέχουν εγγυήσεις ορθής νομοθέτησης και τήρησης των συνταγματικών διατάξεων, αλλά έχει μειωθεί η παραγωγή τους, ενώ αντίθετα χρησιμοποιούνται από την κυβέρνηση οι ΥΑ, οι ΚΥΑ, ενώ κάποιοι νόμοι με την παράθεση σε άλλα νομοσχέδια δεν τυγχάνουν διαβούλευσης ούτε επαρκούς επεξεργασίας στις επιτροπές για έλεγχο συνταγματικότητας, όπως επισημαίνω με τα άρθρα μου (της 30ης-01-2026 «Η εφαρμογή από τα δικαστήρια του άρθρου 93παρ.3Σ» και της 18ης-10-2025 «Τι συμβαίνει με το Γηροκομείο Αθηνών»).
Στον κυκεώνα λοιπόν των αλλεπαλλήλων νομοθετικών ρυθμίσεων χωρίς ρητή κατάργηση ή τροποποίηση προηγούμενων διατάξεων, της πολυνομίας, της πληθώρας των εγκυκλίων, των αυθεντικών ερμηνειών και της νομολογικής ερμηνείας των νόμων, καλείται ο νομικός, ο δικαστής και ο απλός πολίτης να ανιχνεύσει ποια διάταξη ισχύει, που σημαίνει μη ορθή νομοθέτηση και ανασφάλεια δικαίου, καταστάσεις που δεν συνάδουν προς το κράτος δικαίου.
Ελπίζω ότι κατόπιν του μεγάλου θορύβου, με μεγάλο πολιτικό κόστος, που έγινε από την παραπάνω ρύθμιση για τη συνεπιμέλεια και με την ευκαιρία της συνταγματικής αναθεώρησης να ληφθούν κάποια εφαρμόσιμα, και όχι θεωρητικά, μέτρα για την ενίσχυση της ορθής νομοθέτησης σε όλα τα πεδία, κυρίως για τον προέλεγχο της συνταγματικότητας μιας διάταξης και της επίπτωσης των συνεπειών με γνώμονα πάντοτε το δημόσιο συμφέρον.
* Ο Λέανδρος Τ. Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης ε.τ.