ΚΑΙΡΟΣ

Το όχι και τόσο κρυφό κόστος της χορήγησης 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο Ιράν

Μια γενναιόδωρη οικονομική συμφωνία που ενδέχεται να ενισχύσει το ιρανικό καθεστώς και να χρηματοδοτήσει τις περιφερειακές του δραστηριότητες

Τα δύο μέρη του «μνημονίου κατανόησης» – του οδικού χάρτη για τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν – αντιλαμβάνονται τη συμφωνία με διαφορετικό τρόπο. Οι υποστηρικτές της στην Ουάσιγκτον τη θεωρούν διπλωματικό θρίαμβο, έναν τρόπο να μειωθούν οι εντάσεις και το ενεργειακό κόστος. Οι υποστηρικτές της στην Τεχεράνη τη βλέπουν ως ιδεολογική νίκη, μια συμφωνία που επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του καθεστώτος περί κυριαρχίας στο Στενό του Ορμούζ και ενίσχυσης της επιρροής του στη Μέση Ανατολή.

Εάν η συμφωνία εφαρμοστεί, το Ιράν θα μπορούσε να λάβει περισσότερα από 300 δισεκατομμύρια δολάρια μέσω ενός ταμείου οικονομικής ανασυγκρότησης, της άρσης των κυρώσεων, της αύξησης των εξαγωγών πετρελαίου και της αποδέσμευσης παγωμένων περιουσιακών στοιχείων. Αυτό θυμίζει την πυρηνική συμφωνία του 2015, αλλά με τριπλάσιο οικονομικό τίμημα. Το κόστος αυτό ενδέχεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο, εάν η Δύση χρειαστεί να ενισχύσει τις δικές της αμυντικές δυνατότητες ως αντιστάθμισμα. Οι επικριτές της συμφωνίας θέτουν ένα εύλογο ερώτημα: Πόσο θα χρειαστεί να αυξηθούν οι δαπάνες για την ασφάλεια, εάν οι τρομοκρατικές οργανώσεις που υποστηρίζει το Ιράν λάβουν τη μεγαλύτερη οικονομική ενίσχυση της τελευταίας γενιάς;

Αρκεί να θυμηθεί κανείς τι συνέβη πριν από μία δεκαετία. Όταν η κυβέρνηση Ομπάμα χαλάρωσε τις κυρώσεις στο πλαίσιο της Κοινής Ολοκληρωμένης Δράσης (JCPOA), το ιρανικό καθεστώς αξιοποίησε τα νέα οικονομικά περιθώρια. Διέθεσε δισεκατομμύρια δολάρια στο Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), στηρίζοντας το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο, τη Χαμάς στη Γάζα και τους Χούθι στην Υεμένη. Η επιβράδυνση του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης συνοδεύτηκε από επιτάχυνση της τρομοκρατικής δραστηριότητας. Πράκτορες του καθεστώτος ξέπλεναν χρήμα, εκμεταλλεύονταν διεφθαρμένες κυβερνήσεις και στόχευαν αντιπάλους στο εξωτερικό.

Ορισμένοι στην Ευρώπη αντιμετώπισαν το Ιράν ως ένα καθαρά περιφερειακό πρόβλημα. Ωστόσο, οι γεωγραφικές αποστάσεις έχουν πλέον μικρότερη σημασία. Τον Οκτώβριο του 2025, ο γενικός διευθυντής της βρετανικής υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας MI5 δήλωσε ότι η υπηρεσία είχε εντοπίσει περισσότερες από 20 δυνητικά φονικές συνωμοσίες που συνδέονταν με το Ιράν μέσα σε έναν μόλις χρόνο. Παράλληλα, κοινοβουλευτική επιτροπή επισήμανε ότι οι ιρανικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν αποδείξει πως είναι διατεθειμένες και ικανές, συχνά μέσω τρίτων, να επιχειρούν απαγωγές ή δολοφονίες επικριτών του καθεστώτος και πολιτικών αντιπάλων του, όπου κι αν αυτοί βρίσκονται.

Οι επιχειρήσεις επιρροής της Τεχεράνης φαίνεται ότι έχουν μεταφερθεί και στο διαδίκτυο. Λογαριασμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που υποστήριζαν την ανεξαρτησία της Σκωτίας – ορισμένοι από τους οποίους επέκριναν συστηματικά τον βασιλιά και προωθούσαν συνθήματα όπως «θάνατος στην Ένωση» – σίγησαν όταν διακόπηκε η πρόσβαση στο διαδίκτυο στο Ιράν. Παρόμοιο μοτίβο παρεμβάσεων εντοπίζεται και σε άλλες επιχειρήσεις διάδοσης διχαστικών μηνυμάτων, ακόμη και μέσω φιλανθρωπικών οργανώσεων στη Βρετανία.

Παρά το ιστορικό της Τεχεράνης, η διεθνής κοινότητα καλείται σήμερα να μην ανησυχεί. Όπως δήλωσε ο αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζέι Ντι Βανς, βρίσκεται σε εξέλιξη μια μεταμόρφωση του ιρανικού πολιτικού συστήματος. Η συμφωνία, υποστήριξε, δημιουργεί «μια δομή σύμφωνα με την οποία, εάν οι Ιρανοί συμπεριφέρονται ως μια φυσιολογική χώρα, τότε θα τους αντιμετωπίσουμε ως φυσιολογική χώρα και θα τους καλωσορίσουμε στην παγκόσμια οικονομία». Ωστόσο, η συμφωνία ανταμείβει το Ιράν προτού αυτό συμπεριφερθεί ως ένα φυσιολογικό κράτος, ενώ δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι επιθυμεί πραγματικά να το πράξει.

Αρκεί να εξεταστούν οι τελευταίοι τέσσερις μήνες της σύγκρουσης. Μετά τον θάνατο του τελευταίου ανώτατου ηγέτη και την εξαφάνιση του διαδόχου του, το IRGC έχει ουσιαστικά αναλάβει τον έλεγχο του κράτους. Οι συνέπειες είναι εμφανείς: διασκορπισμένες πυραυλικές δυνάμεις, ενεργά δίκτυα πληρεξουσίων και εκτεταμένη διείσδυση σε βασικούς τομείς της οικονομίας. Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι οι Φρουροί της Επανάστασης δεν αποτελούν έναν συνηθισμένο στρατό που υπακούει σε μια πολιτική κυβέρνηση. Δεν ενδιαφέρονται να υπηρετήσουν τους πολίτες της χώρας τους, αλλά να πλήξουν τους δικούς μας. Όποια κι αν είναι η διατύπωση μιας συνθήκης, όταν εισρεύσουν νέα κεφάλαια στη χώρα, θα επιτρέψουν τη μεταφορά πόρων που μέχρι σήμερα κάλυπταν βασικές ανάγκες προς τη χρηματοδότηση της βίας και της εξάπλωσης του εξτρεμισμού. Καμία συμφωνία δεν μπορεί να περιορίσει πραγματικά το IRGC.

Με 300 δισεκατομμύρια δολάρια μπορούν να χρηματοδοτηθούν αμέτρητες αποσταθεροποιητικές ενέργειες. Υπηρεσίες πληροφοριών, εγκληματικά δίκτυα, ομάδες παρακολούθησης και πληρεξούσιοι δρώντες κοστίζουν ελάχιστα σε σύγκριση με τα ποσά που απαιτούνται για την προμήθεια αρμάτων μάχης, αεροσκαφών ή πολεμικών πλοίων. Ακόμη και μια σχετικά μικρή εκτροπή πόρων προς τις υπηρεσίες πληροφοριών, τις επιχειρήσεις επιρροής και την περιφερειακή τρομοκρατία μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες.

Πέρα από αυτά, το Ιράν διαθέτει ήδη ορισμένα από τα πιο προηγμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη στον κόσμο. Η Τεχεράνη έχει επενδύσει και σε νοτιοαφρικανική τεχνολογία, η οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει χρησιμοποιηθεί από τη Ρωσία με φονικά αποτελέσματα στον πόλεμο της Ουκρανίας. Μια νέα οικονομική ενίσχυση του καθεστώτος θα επιταχύνει και αυτή την εξέλιξη.

Η ιστορία δείχνει, επομένως, ότι η συμφωνία αυτή είναι πολύ ακριβότερη από όσο αφήνουν να εννοηθεί οι όροι της. Το πραγματικό κόστος δεν θα το επωμιστούν μόνο τα κράτη του Κόλπου ούτε θα αποτυπωθεί αποκλειστικά σε διπλωματικά ανακοινωθέντα. Θα εμφανιστεί στους προϋπολογισμούς των υπηρεσιών πληροφοριών, στις αστυνομικές επιχειρήσεις και στις έρευνες αντικατασκοπείας. Ένα πλουσιότερο ιρανικό καθεστώς, υποστηρίζει ο αρθρογράφος, θα είναι και πιο βίαιο, με συνέπειες τόσο για τη Μέση Ανατολή όσο και για την ασφάλεια άλλων χωρών. Αυτό σημαίνει ότι οι εθνικές υπηρεσίες ασφαλείας θα βρεθούν αντιμέτωπες με εντονότερη εχθρική δραστηριότητα κρατικών φορέων και με αυξημένη ανάγκη εντοπισμού και εξουδετέρωσης απειλών. Η βρετανική MI5, το FBI στις Ηνωμένες Πολιτείες και η γαλλική DGSI συγκαταλέγονται στις υπηρεσίες που θα χρειαστούν περισσότερους πόρους για να ανταποκριθούν.

Ο Λευκός Οίκος ενδέχεται να θεωρεί ότι τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Για τη Βρετανία και άλλες χώρες, όμως, αυτή η εξίσωση δεν είναι εξίσου προφανής. Εκείνο που θεωρείται βέβαιο, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, είναι ότι οι σημερινές δαπάνες για την άμυνα και τις υπηρεσίες πληροφοριών δεν θα επαρκούν απέναντι σε μια απειλή που μπορεί να τριπλασιαστεί – ή και περισσότερο – εάν ένα καθεστώς που χαρακτηρίζεται ως χορηγός της τρομοκρατίας αποκτήσει τόσο σημαντικούς νέους οικονομικούς πόρους.

Πηγή: skai.gr