Από το 2017, η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών έχει ορίσει την 27η Ιουνίου ως Διεθνή Ημέρα Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων. Ο στόχος της ημέρας είναι η ανάδειξη του ρόλου των ΜμΕ στην ανάπτυξη, την απασχόληση και την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Για την Ελλάδα, που οι ΜμΕ αποτελούν το συντριπτικό ποσοστό του συνόλου των ενεργών επιχειρήσεων της χώρας, η μέρα προσφέρεται προκειμένου να ανοίξει η συζήτηση για μια κρίσιμη παράμετρο για την εξωστρέφεια των ΜμΕ: τη διαχείριση του συναλλαγματικού κινδύνου.
Η συμμετοχή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ βεβαίως έχει περιορίσει σημαντικά τον συναλλαγματικό κίνδυνο για τις επιχειρήσεις. Δεν τον έχει εξαλείψει, όμως. Αυτό επισημαίνει ήδη από την περίοδο μετάβασης στο κοινό νόμισμα η Τράπεζα της Ελλάδος, σημειώνοντας ότι η υιοθέτηση του ευρώ μείωσε την αβεβαιότητα στις συναλλαγές εντός της Ευρωζώνης, αλλά δεν εξαφάνισε την έκθεση των ελληνικών επιχειρήσεων στις διακυμάνσεις του ευρώ έναντι νομισμάτων όπως το δολάριο και το γιεν.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ η συνολική αξία των εισαγωγών της Ελλάδας το 2025 ξεπέρασε σε 82 δισ. ευρώ. Από αυτές, σχεδόν 46 δισ. ευρώ προήλθαν από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περισσότερα από 36 δισ. ευρώ από τρίτες χώρες. Με άλλα λόγια, περίπου το 44% των ελληνικών εισαγωγών προέρχεται από αγορές εκτός ΕΕ, όπου η έκθεση σε νομίσματα εκτός ευρώ είναι σημαντικά μεγαλύτερη.
Η διάκριση αυτή έχει σημασία, γιατί ο συναλλαγματικός κίνδυνος δεν προκύπτει μόνο από το πού αγοράζει ή πού πουλά μια επιχείρηση, αλλά κυρίως από το νόμισμα στο οποίο τιμολογείται η συναλλαγή. Σε αυτό το σημείο, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Συναλλαγές αξίας 20,846 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 57,2% πραγματοποιήθηκαν με νόμισμα τιμολογίου το δολάριο ΗΠΑ.
Είναι φυσικό η διακύμανση της ισοτιμίας να επηρεάζει άμεσα το κόστος προμήθειας πρώτων υλών, ενέργειας, ενδιάμεσων αγαθών, τεχνολογικού εξοπλισμού και τελικών προϊόντων. Σε περιόδους ανατίμησης του δολαρίου έναντι του ευρώ, το κόστος αυξάνεται. Σε περιόδους ενίσχυσης του ευρώ, οι εισαγωγές γίνονται φθηνότερες, αλλά η θετική επίδραση μπορεί να είναι προσωρινή, εφόσον οι επιχειρήσεις δεν έχουν σταθερή πολιτική διαχείρισης του συναλλαγματικού κινδύνου.
Από την πλευρά των εξαγωγών, η εικόνα είναι παρόμοια. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ότι η συνολική αξία των εξαγωγών προς τρίτες χώρες το 2025 ανήλθε σε 20,878 δισ. ευρώ. Από αυτές, συναλλαγές αξίας υψηλότερης των 10 δισ. ευρώ, δηλαδή 48,3%, πραγματοποιήθηκαν σε δολάρια, ενώ περίπου ίδιας αξίας εξαγωγές, σε ποσοστό 48,1% πραγματοποιήθηκαν σε ευρώ.
Η σχεδόν ισομερής κατανομή μεταξύ δολαρίου και ευρώ στις εξαγωγές προς τρίτες χώρες δείχνει ότι οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις λειτουργούν σε ένα περιβάλλον διπλής νομισματικής έκθεσης. Από τη μία πλευρά, οι πωλήσεις σε δολάρια μπορούν να ενισχύσουν τα έσοδα σε ευρώ όταν το δολάριο ανατιμάται. Από την άλλη, μπορούν να μειώσουν την αξία των εισπράξεων όταν το ευρώ ενισχύεται. Η επίδραση δεν είναι ίδια για όλες τις επιχειρήσεις, καθώς εξαρτάται από τη διάρθρωση των εσόδων, το νόμισμα κόστους, τους όρους πληρωμής και τη δυνατότητα χρήσης εργαλείων αντιστάθμισης. Μια επιχείρηση που εισάγει προϊόντα από την Κίνα τιμολογημένα σε δολάρια, βλέπει το περιθώριο κέρδους της να συρρικνώνεται, απλώς και μόνο λόγω της μεταβολής της ισοτιμίας του Ευρώ έναντι του Δολαρίου.
Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε εισαγωγές και εξαγωγές με τρίτες χώρες δημιουργεί επίσης ένα ζήτημα εμπορικού ισοζυγίου. Το 2025, οι εισαγωγές από τρίτες χώρες ήταν 36,42 δισ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές προς τρίτες χώρες ήταν 20,878 δισ. ευρώ. Το άνοιγμα αυτό σημαίνει ότι, για μεγάλο μέρος της ελληνικής οικονομίας, η έκθεση στο ξένο νόμισμα συνδέεται περισσότερο με το κόστος παρά με τα έσοδα.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το θέμα είναι ακόμη πιο κρίσιμο. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις έχουν συνήθως καλύτερη πρόσβαση σε τραπεζικά προϊόντα, συμβουλευτική υποστήριξη και εσωτερικές διαδικασίες χρηματοοικονομικής διαχείρισης. Οι μικρότερες επιχειρήσεις συχνά αντιμετωπίζουν τη συναλλαγματική ισοτιμία ως εξωτερικό παράγοντα που απλώς συμβαίνει.
Ωστόσο, όταν οι αγορές γίνονται σε δολάρια και οι πωλήσεις σε ευρώ, η απουσία σχεδιασμού μπορεί να μετατρέψει μια διακύμανση της ισοτιμίας σε απώλεια περιθωρίου, αύξηση τιμών ή ανάγκη αναπροσαρμογής εμπορικής πολιτικής.
Η βασική διαπίστωση είναι ότι η συμμετοχή στο ευρώ προσφέρει σταθερότητα στις συναλλαγές εντός της Ευρωζώνης, αλλά δεν προστατεύει αυτομάτως τις επιχειρήσεις από τη μεταβλητότητα των διεθνών νομισμάτων. Όσο σημαντικό μέρος των εισαγωγών πραγματοποιείται από τρίτες χώρες και όσο το δολάριο παραμένει κυρίαρχο νόμισμα τιμολόγησης σε κρίσιμες κατηγορίες αγαθών, η διαχείριση του συναλλαγματικού κινδύνου αποτελεί στοιχείο ανταγωνιστικότητας. Δεν αφορά μόνο την προστασία από ζημιές. Αφορά την προβλεψιμότητα του κόστους, τη σταθερότητα των περιθωρίων και τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να σχεδιάζουν με μεγαλύτερη ασφάλεια την εμπορική και τιμολογιακή τους πολιτική.
* O Ανδρέας Πλακωτάκης είναι Country Manager της εταιρείας διεθνών πληρωμών Ebury