Του Anthony Banbury, επικεφαλής της Αποστολής των Ηνωμένων Εθνών για την Αντιμετώπιση της Έκτακτης Ανάγκης λόγω Έμπολα
Η κρίση του Έμπολα στην Αφρική θα ξεφύγει από τον έλεγχο εάν δεν υπάρξει μια σημαντική αλλαγή στη διεθνή ανταπόκριση. Περισσότεροι άνθρωποι θα μολυνθούν και το 30 έως 50 τοις εκατό όσων προσβληθούν από τον ιό θα χάσουν τη ζωή τους. Οι εργαζόμενοι πρώτης γραμμής, κυρίως Κονγκολέζοι, διακινδυνεύουν καθημερινά τη ζωή τους για να περιορίσουν την εξάπλωση της νόσου, όμως διαθέτουν περιορισμένους πόρους και βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό κρουσμάτων.
Ο αριθμός των περιστατικών που ανακοινώνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας παρουσιάζει διακυμάνσεις, κάτι που είναι αναμενόμενο λόγω της σημαντικής έλλειψης εργαστηριακών δυνατοτήτων στις πληγείσες περιοχές. Είναι πολύ πιθανό, ωστόσο, τα επίσημα στοιχεία να υποεκτιμούν την πραγματική έκταση της επιδημίας, όχι επειδή υπάρχει πρόθεση απόκρυψης, αλλά επειδή ο ιός εξαπλώνεται με τρόπους που κανείς δεν κατανοεί πλήρως.
Την Τρίτη, ο ΠΟΥ ανακοίνωσε ότι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό υπήρχαν 321 επιβεβαιωμένα κρούσματα Έμπολα, 116 ύποπτα περιστατικά και 48 θάνατοι. Στις 29 Μαΐου, ο οργανισμός είχε αναφέρει ότι περισσότεροι από 900 άνθρωποι θεωρούνταν ύποπτα κρούσματα, ενώ οι θάνατοι ξεπερνούσαν τους 220. Οι αξιωματούχοι του ΠΟΥ επισημαίνουν ότι τα συνολικά στοιχεία μεταβάλλονται καθώς πραγματοποιούνται νέοι εργαστηριακοί έλεγχοι.
Τα νέα κρούσματα είναι πιθανό να αυξηθούν γρήγορα και για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Ευτυχώς, ορισμένα από τα διδάγματα της επιδημίας του Έμπολα στη Δυτική Αφρική την περίοδο 2014-2016, όταν περισσότεροι από 28.000 άνθρωποι μολύνθηκαν και πάνω από 11.000 έχασαν τη ζωή τους στη μεγαλύτερη επιδημία της νόσου που έχει καταγραφεί, εφαρμόζονται ήδη στη σημερινή κρίση.
Ο ΠΟΥ είχε ενημερωθεί για την εξάπλωση του Έμπολα στη Γουινέα τον Μάρτιο του 2014, αλλά χρειάστηκαν σχεδόν πέντε μήνες για να κηρύξει κατάσταση «Διεθνούς Έκτακτης Ανάγκης Δημόσιας Υγείας». Αυτή τη φορά, χρειάστηκαν μόλις δύο ημέρες από την επιβεβαίωση των πρώτων κρουσμάτων στο Κονγκό, στις 15 Μαΐου, για να ληφθεί η ίδια απόφαση. Παράλληλα, υπάρχει πλέον μεγαλύτερη κατανόηση του καθοριστικού ρόλου που διαδραματίζουν οι τοπικοί ηγέτες και οι κοινότητες στον περιορισμό της επιδημίας.
Δυστυχώς, ορισμένα από τα σοβαρότερα λάθη που διέπραξε η διεθνής κοινότητα το 2014 επαναλαμβάνονται σήμερα. Αν δεν διορθωθούν άμεσα, η νέα επιδημία θα αποδειχθεί ακόμη πιο επικίνδυνη και θανατηφόρα.
Πρώτον, απαιτείται ένας ενιαίος φορέας που θα ηγείται ολόκληρης της προσπάθειας αντιμετώπισης της κρίσης. Οι Κονγκολέζοι υγειονομικοί, οι διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις και ο ΠΟΥ επιτελούν εξαιρετικό έργο, αλλά οι προσπάθειές τους παραμένουν κατακερματισμένες. Η κατάσταση θυμίζει στρατιωτική επιχείρηση χωρίς κεντρικό επιτελείο συντονισμού. Η αναγνώριση αυτού του προβλήματος οδήγησε, τον Σεπτέμβριο του 2014, τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Μπαν Κι-Μουν στη δημιουργία της Αποστολής των Ηνωμένων Εθνών για την Αντιμετώπιση της Έκτακτης Ανάγκης λόγω Έμπολα (UNMEER), με βασικό στόχο τον συνολικό συντονισμό της διεθνούς δράσης.
Δεύτερον, η επιδημία έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας απλής υγειονομικής κρίσης και έχει μετατραπεί σε μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική πρόκληση. Εκτός από γιατρούς και νοσηλευτές, απαιτούνται ειδικοί στη διοίκηση κρίσεων, την ασφάλεια, τη διαχείριση εφοδιαστικής αλυσίδας, την επικοινωνία, τις προμήθειες και την τεχνολογία πληροφοριών. Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να επικεντρωθούν στην ιατρική αντιμετώπιση της νόσου, ενώ άλλοι ειδικοί να αναλάβουν τις υπόλοιπες κρίσιμες λειτουργίες.
Τρίτον, είναι αναγκαία μια ολοκληρωμένη και ενιαία στρατηγική για τον τερματισμό της επιδημίας. Όταν η UNMEER ανέλαβε δράση στη Δυτική Αφρική στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2014, υπήρχαν πολλές αξιόλογες πρωτοβουλίες, αλλά δεν υπήρχε ένα σαφές σχέδιο εξόδου από την κρίση. Μέσα σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες, η αποστολή καθόρισε συγκεκριμένους στόχους: το 70% των νέων κρουσμάτων να απομονώνεται και το 70% των θυμάτων να λαμβάνει ασφαλή ταφή εντός 60 ημερών. Ο επόμενος στόχος ήταν η επίτευξη του 100% και στις δύο κατηγορίες μέσα σε 90 ημέρες. Στη συνέχεια καταρτίστηκε επιχειρησιακό σχέδιο που συντόνιζε τις δράσεις όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου, οι στόχοι του 70% είχαν επιτευχθεί και, έπειτα από επτά μήνες εκθετικής αύξησης, τα νέα κρούσματα άρχισαν επιτέλους να μειώνονται.
Τέλος, απαιτείται η άμεση διάθεση πολύ περισσότερων πόρων, ανθρώπινων, τεχνικών, οικονομικών και υλικοτεχνικών. Το σχέδιο του 2014 προέβλεπε μαζική κινητοποίηση πόρων ήδη από τον πρώτο μήνα της κρίσης. Παρότι οι ανάγκες δεν ήταν ακόμη πλήρως γνωστές, υπήρχε η συνειδητοποίηση ότι η έλλειψη πόρων θα επιβράδυνε την ανταπόκριση και θα κόστιζε περισσότερες ζωές. Για τον λόγο αυτό, κινητοποιήθηκε κάθε διαθέσιμο μέσο.
Οι λαοί, οι κυβερνήσεις και οι επαγγελματίες υγείας της Γουινέας, της Λιβερίας και της Σιέρα Λεόνε αξίζουν τα περισσότερα εύσημα για τον τερματισμό της επιδημίας του Έμπολα στη Δυτική Αφρική. Ωστόσο, χωρίς τη μαζική διεθνή βοήθεια που έλαβαν, οι προσπάθειές τους δεν θα είχαν τα ίδια αποτελέσματα. Για να τερματιστεί και η σημερινή κρίση, όσοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της μάχης κατά του Έμπολα χρειάζονται αντίστοιχη υποστήριξη και αλληλεγγύη από τη διεθνή κοινότητα.
Πηγή: skai.grΔιαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.