Του Νικόλα Μπάρδη
Το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 ο κυβερνήτης με την ολιγάριθμη φρουρά του ξεκίνησε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κοζώνη, στις 06:35, προκειμένου να μεταβεί στον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος, για να παρακολουθήσει την καθιερωμένη κυριακάτικη λειτουργία. Οι δύο φρουροί, βάδιζαν λίγα βήματα πιο πίσω από τον Καποδίστρια, ενώ προπορευόταν ο γέρο-Γούτος, ο οποίος και ειδοποιούσε για την άφιξη του κυβερνήτη. Περίπου 100 με 150 μέτρα από τον ναό, σε ένα απομονωμένο σημείο της διαδρομής, ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, φορώντας τα γιορτινά τους ρούχα και ερχόμενοι από το σπίτι τους, πλησίασαν τον Καποδίστρια και τη συνοδεία του από πίσω, τον χαιρέτησαν με σεβασμό και τον προσπέρασαν, φθάνοντας πρώτοι στην εκκλησία.
O κυβερνήτης, μη γνωρίζοντας το τι θα ακολουθήσει, ανταπέδωσε τον χαιρετισμό.
Φθάνοντας πριν από τον Καποδίστρια στον Άγιο Σπυρίδωνα, ο Κωνσταντίνος στάθηκε έξω από την εκκλησία και στη δεξιά πλευρά, κοιτάζοντας προς τα έξω, ενώ ο Γεώργιος περίπου στον άξονα της στενής θύρας και πιο βαθειά, στη στοά που σχημάτιζε το αψιδωτό άνοιγμα μέχρι την ξύλινη θύρα, στην οποία και στηρίχθηκε, κοιτάζοντας προς το εσωτερικό της εκκλησίας. Δεν εισήλθαν στον ναό αφού βρίσκονταν υπό το καθεστώς της επιτήρησης και δεν τους επιτρεπόταν η είσοδος στις εκκλησίες, προς αποφυγή αιτήσεως ασύλου εντός του ιερού ναού.
Έξω από την εκκλησία βρίσκονταν ακόμα οι φρουροί των Μαυρομιχαλαίων Καραγιάννης και Γεωργίου, ο λοχαγός Κουτσιαφόπουλος, δύο ξένοι περιηγητές, ένας άγνωστος φουστανελλοφόρος «ξηρακιανός νέος» και ένας ζητιάνος. Απέναντι από την εκκλησία, στο παράθυρο του σπιτιού της στεκόταν μια γυναίκα του Ναυπλίου, η Παρασκευούλα. Ο υπουργός Εσωτερικών Ρόδιος τη στιγμή εκείνη βρισκόταν στο παράθυρο της δικής του οικίας.
Μέσα στον ναό, με σχετική θέα προς την είσοδο ευρίσκοντο οι επίτροποι Μητρόπουλος και Νικολάου, ο στρατηγός Βαλτινός, ο Ι. Σαράντου, ο Π. Σκούρας και ο ένοπλος υπαξιωματικός Βούλγαρης, οι οποίοι και κατάθεσαν στη δίκη καθώς και 5-6 άτομα ακόμα, κυρίως γυναίκες.
Ο Καποδίστριας, φορώντας το τσόχινο παλτό, το καπέλο και κρατώντας τα γάντια του, καθώς πλησίαζε στην είσοδο του ναού, κοντοστάθηκε και έριξε μια ματιά προς το σπίτι του Ροδίου. Λίγα βήματα από το πλατύσκαλο της εκκλησίας έβγαλε με το αριστερό χέρι το καπέλο του, όχι για να χαιρετίσει τους Μαυρομιχαλαίους, αλλά επειδή ετοιμαζόταν να εισέλθει στην εκκλησία ασκεπής για να κάνει το σταυρό του. Την ίδια ακριβώς στιγμή ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, που βρισκόταν απέναντι από τον Καποδίστρια, τον άρπαξε με το αριστερό χέρι και τον πυροβόλησε με την μπιστόλα που κρατούσε στο δεξί του χέρι, στην περιοχή του ινιακού οστού (στη βάση του κρανίου) και συγκεκριμένα πίσω από το δεξί αυτί, λέγοντάς του: «και γω κακά χερόβολα και συ κακά δεμάτια».
Σχεδόν ταυτόχρονα ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μαχαίρωσε τον Καποδίστρια με το αμφίστομο μαχαιρίδιό του στη δεξιά βουβωνική περιοχή. Η φρουρά του κυβερνήτη, το εκκλησίασμα και οι γείτονες που κατέφθασαν, ξάπλωσαν τον νεκρό στο δρόμο και ειδοποίησαν το Φρουραρχείο με αποτέλεσμα πολύ σύντομα να φθάσουν στο σημείο οι στρατιώτες. Ο μονόχειρας συνοδός του Καποδίστρια, ακουμπώντας το σώμα του κυβερνήτη στο έδαφος, πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, τραυματίζοντάς τον ελαφρά στη πλάτη. Ο Κωνσταντίνος τραυματισμένος από τη βολή του Κοζώνη έτρεξε στο δρόμο, με αποτέλεσμα το πλήθος να τον λυντσάρει. Κάποιοι τον μετέφεραν στην πλατεία Πλατάνου. Δεν ελήφθη καμιά μέριμνα για την σύλληψη και την περίθαλψή του, ενώ ο στρατηγός Φωτομάρας του επέφερε το τελειωτικό κτύπημα, για να τον λυτρώσει από το μαρτύριο.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης προσέτρεξε στη Γαλλική Πρεσβεία, όπου και ζήτησε άσυλο. Μετά από πιέσεις του πλήθους παραδόθηκε στην Ελληνική Δικαιοσύνη, αφού εγγυήθηκε ο Πορτογάλος φρούραρχος του Ναυπλίου Αλμέιντα, ο οποίος και παρέδωσε το μαχαίρι με το οποίο χτυπήθηκε ο Καποδίστριας. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης δικάσθηκε από αναρμόδιο στρατοδικείο και με συνοπτικές διαδικασίες καταδικάσθηκε σε θάνατο. Η ποινή του εκτελέσθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (11 Οκτωβρίου 1831), τη στιγμή που ο επίσης καταδικασμένος σε θάνατο Καραγιάννης, αναιρώντας την αρχική του κατάθεση, αφέθηκε ελεύθερος μετά από έξι μήνες, καταθέτοντας εναντίον των Μαυρομιχαλαίων .
Η πόλη του Ναυπλίου έχει στιγματιστεί από αυτό το περιστατικό, το οποίο αποτυπώθηκε και σε πολλά καλλιτεχνικά έργα της εποχής, και σήμερα πηγαίνοντας κανείς στον Άγιο Σπυρίδωνα μπορεί να δει σ’ ένα σημείο στον εξωτερικό τοίχο του ναού την τρύπα από την πρώτη σφαίρα που προορίζονταν για τον Καποδίστρια. Η δεύτερη ήταν αυτή που τον πέτυχε και τον λάβωσε θανάσιμα.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.