Το εργασιακό σχέδιο νόμου υπό το πρίσμα των ευρωπαϊκών στρατηγικών ανταγωνιστικότητας

Το Ευρωπαϊκό όραμα είναι συνυφασμένο με την επιδίωξη οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης (ευρωπαϊκή ολοκλήρωση), επιδιωκόμενη κυρίως μέσω της σταδιακής ευθυγράμμισης της εθνικής νομοθεσίας με τους στρατηγικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εργαζόμενος

Το Ευρωπαϊκό όραμα είναι συνυφασμένο με την επιδίωξη οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης (ευρωπαϊκή ολοκλήρωση), επιδιωκόμενη κυρίως μέσω της σταδιακής ευθυγράμμισης της εθνικής νομοθεσίας με τους στρατηγικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, θα επιχειρήσω μια πρώιμη κριτική ανάλυση του υπό συζήτηση σχεδίου νόμου του Εργασιακού Πλαισίου με τίτλο «Δίκαιη Εργασία για Όλους», σε σχέση με δύο καίρια κείμενα που ορίζουν την οικονομική στρατηγική της ΕΕ, και συγκεκριμένα της «Πυξίδας Ανταγωνιστικότητας» και τη «Στρατηγική για την Ενιαία Αγορά». Θα επικεντρωθώ σε τι βαθμό συμβαδίζουν οι προσεγγίσεις, καθώς και στα οικονομικά κίνητρα που παράγει το κάθε πλαίσιο.

Οι κεντρικοί άξονες της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Ανταγωνιστικότητα

Τα εν λόγω κείμενα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτελούν το καταστάλαγμα στρατηγικών επιβίωσης της ΕΕ και επιδιώκουν να δώσουν απαντήσεις στα υπαρξιακά θέματα και τις επίμονες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η «Γηραιά Ήπειρος» σχετικά με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητά της σε σύγκριση με άλλες μεγάλες οικονομίες. Η συγκεκριμένη προτεινόμενη στρατηγική εδράζεται σε πολύ συγκεκριμένους πυλώνες:

1. Προτεραιοποίηση της παραγωγικότητας μέσω καινοτομίας

Η Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας αναφέρει ρητά ότι λόγω των δημογραφικών προκλήσεων, «η Ευρώπη δεν μπορεί να βασίζεται στην αύξηση των εισροών εργασίας για να προωθήσει τη μελλοντική ανάπτυξη». Ως εκ τούτου, η μόνη βιώσιμη οδός είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας «επεκτείνοντας τα όρια της καινοτομίας και επενδύοντας στις δεξιότητες».

2. Εμβάθυνση της Ενιαίας Αγοράς

Η Στρατηγική για την Ενιαία Αγορά χαρακτηρίζει την εμβάθυνση αυτή ως τον «…κύριο μοχλό της ανταγωνιστικότητάς μας». Η κεντρική ιδέα είναι η άρση των εθνικών φραγμών και η απλούστευση των κανόνων, ώστε να επιτραπεί στις επιχειρήσεις, ιδίως στις καινοτόμες ΜμΕ, να αξιοποιήσουν την ηπειρωτική κλίμακα της αγοράς για να αναπτυχθούν.

Καθίσταται σαφές ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική εστιάζει στην αύξηση της αξίας που παράγεται ανά ώρα εργασίας, θεωρώντας ως κύριο εργαλείο την καινοτομία που τροφοδοτείται από μια ενιαία και ενοποιημένη αγορά.

Εργασιακό Νομοσχέδιο: Ευελιξία στη διαχείριση του χρόνου εργασίας

Το σχέδιο νόμου, από την πλευρά του, επικεντρώνεται μεταξύ άλλων στην παροχή εργαλείων για την ευέλικτη διαχείριση του χρόνου εργασίας σε εθνικό επίπεδο. Οι βασικοί μηχανισμοί που εισάγονται είναι:

1. Διευθέτηση του χρόνου εργασίας

Η διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα «…ημερήσιας απασχόλησης έως και δέκα (10) ωρών σε περιόδους αυξημένης δραστηριότητας. Αυτές οι επιπλέον ώρες δεν αμείβονται ως υπερωρίες, αλλά αντισταθμίζονται με αντίστοιχη μείωση ωρών, ρεπό ή πρόσθετες ημέρες άδειας σε μεταγενέστερο χρόνο, εντός μιας περιόδου αναφοράς δώδεκα (12) μηνών».

2. Χρονικά όρια εργασίας

Παράλληλα, αυξάνεται το ημερήσιο όριο της νόμιμης υπερωρίας που αμείβεται με προσαύξηση 40% από τρεις σε τέσσερις ώρες.

Επομένως, δίνει έμφαση στην προσαρμογή της ποσότητας των ωρών εργασίας (Labour inputs) στις διακυμάνσεις της ζήτησης, προσφέροντας στις επιχειρήσεις ένα σημαντικό εργαλείο ευελιξίας.

Η αναπόφευκτη σύγκριση

Από την αντιπαραβολή των δύο πλαισίων αναδεικνύεται μια εκ βάθρων διαφοροποίηση στις στρατηγικές προτεραιότητες. Αυτή η διαφοροποίηση μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικά οικονομικά αποτελέσματα τόσο σε μακροοικονομικό όσο και μικροοικονομικό επίπεδο.

Στο μακροοικονομικό επίπεδο, η ευρωπαϊκή στρατηγική στοχεύει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσω της αύξησης της ωριαίας απόδοσης (output per hour). Αντιθέτως, το εθνικό νομοσχέδιο παρέχει κίνητρα για τη διαχείριση της παραγωγής μέσω της προσαρμογής του συνολικού χρόνου εργασίας (total hours worked). Ένα πλαίσιο που καθιστά οικονομικά αποδοτικότερη την παράταση του χρόνου εργασίας, ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά το κίνητρο για επενδύσεις έντασης κεφαλαίου τόσο σε τεχνολογίες όσο και σε διαδικασίες που στοχεύουν σε αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτό, ειδικά για την Ελλάδα, ελλοχεύει τον κίνδυνο παγίωσης του παραγωγικού μοντέλου χαμηλής προστιθέμενης αξίας, το οποίο κυριαρχεί στη χώρα μας και το οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα κείμενά της επιδιώκει να απομακρύνει.

Στο μικροοικονομικό επίπεδο, η ευελιξία στα ωράρια προσφέρει βραχυπρόθεσμα οφέλη ανθεκτικότητας στις επιχειρήσεις, όσον αφορά τη διαχείριση του κόστους τους σε περιόδους μεταβαλλόμενης ζήτησης. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η διεύρυνση στα εκτεταμένα ωράρια συνδέεται στη διεθνή βιβλιογραφία με απαξίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου (human capital depreciation), μέσω επαγγελματικής εξουθένωσης, αύξησης ανθρώπινων σφαλμάτων, μείωσης της ικανότητας καινοτομίας και δημιουργικότητας του προσωπικού, κ.λπ. Η απαξίωση αυτή αποτελεί έμμεση αύξηση του λειτουργικού κόστους, περιορίζοντας μακροπρόθεσμα την ικανότητα προσαρμογής και καινοτομίας των επιχειρήσεων, υπονομεύοντας τελικά την ανθεκτικότητά τους.

Συνοψίζοντας, σε οικονομικούς όρους, το μοντέλο που εστιάζει στην ευελιξία των ωρών ενδέχεται να προσφέρει άμεσα οφέλη στις επιχειρήσεις όσον αφορά τη διαχείριση του κόστους σε περιόδους μεταβαλλόμενης ζήτησης. Από την άλλη πλευρά, ένα πλαίσιο που καθιστά οικονομικά αποδοτικότερη την παράταση του χρόνου εργασίας, ενδέχεται να μειώσει το σχετικό κίνητρο για επενδύσεις σε τεχνολογίες και διαδικασίες που αυξάνουν την παραγωγικότητα ανά ώρα.

Τέλος, επισημαίνεται ότι η Στρατηγική για την Ενιαία Αγορά δίνει έμφαση σε πολιτικές απλούστευσης και εναρμόνισης για τη μείωση των διασυνοριακών εμποδίων. Επομένως, η εισαγωγή ενός εξειδικευμένου εθνικού συστήματος διευθέτησης του χρόνου εργασίας είναι ένας παράγοντας που ενδεχομένως αυξάνει την πολυπλοκότητα και το διοικητικό βάρος για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα του ενός κράτη-μέλη. Η ανάγκη συμμόρφωσης με διαφορετικά και σύνθετα εθνικά συστήματα μπορεί να λειτουργήσει ως αποτρεπτικός παράγοντας για τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, κινούμενη αντίθετα στον στόχο για μια «ενιαία» (seamless) αγορά.

* Ο Γιάννης Πετρόχειλος-Ανδριανός είναι οικονομολόγος, Διδάκτωρ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και υπηρετεί στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.
Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο είναι αυστηρά προσωπικές και δεν απηχούν απαραίτητα θέσεις οποιουδήποτε δημόσιου φορέα

57 0 Bookmark